RSS

Monthly Archives: August 2019

Ενα μονοπάτι που καταστράφηκε απ το μίσος

Στην δεκαετία του ’70 είχα εναν φίλο, μεγαλύτερο απο εμένα, ο οποίος πήρε κανα-δυό φορές το Μagic Βus και ήρθε στην Ελλάδα απο την Αγγλία.

Το ταξίδι κρατούσε τρεισήμισι μέρες και κόστιζε 25 λίρες και περνούσε μεσα απο Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία και έκανε μια στάση Θεσσαλονίκη και τερμάτιζε Αθήνα.

Δεν ξέρω αν το έκανε επειδή ήταν φοιτητής στην Αγγλία και το εισιτήριο του ερχόταν φτηνότερα ή επειδή ήθελε απλά να γνωρίσει κοπέλες, αλλά φαντάζομαι πως ήταν μεγάλη ταλαιπωρία…

Μου είχε πεί πως το λεωφορείο έφευγε μια συγκεκριμένη ωρα την Τρίτη απο την οδό Φιλελλήνων, στην Αθήνα, απέναντι απο την Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου και πως στο πίσω μέρος κοιμόντουσαν οι οδηγοί οι οποίοι ηταν και μηχανικοί για περίπτωση βλάβης.

Νομίζω πως θυμάμαι μια τζαμαρία που έγραφε Magic Bus, εκεί που είναι ακόμα και σήμερα η στάση του λεωφορείου, δίπλα στην είσοδο για την Πλάκα.

Ελεγε οτι υπήρχε κάποια σύνδεση με την Ινδία που μπορούσες να πάρεις μετά, αλλά ποτέ δεν έμαθα πως γινόταν…

Σύμφωνα με τον Rory MacLean,  τον συγγραφέα του βιβλίου “Magic Bus: On the Hippie Trail from Istanbul to India” το πρώτο γνωστό λεωφορείο ήταν κάποιο που μετέφερε ενα group Γάλλων τουριστών απο το Παρίσι στην Βομβάη το 1956.

Ανάμεσα στους επιβάτες βρίσκονταν δύο γνωστές Γαλλίδες ηθοποιοί και 14 ακόμα άτομα ενω τους πήρε δύο μήνες για να ολοκληρώσουν αυτό το ταξίδι των 14.000 χιλιομέτρων.

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν διάβασα το “On The Road” του Jack Kerouac, άρχισα να μπαίνω στο νόημα της γοητείας ενός τέτοιου ταξιδιού που το έκανε αδύνατο η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν καθως και οι εξελίξεις αργότερα στο Ιραν και στις υπόλοιπες χώρες.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Αλλά ο Kerouac δεν είχε κάνει μόνο εμένα να σκέφτομαι τα ταξίδια, είτε με ωτοστόπ είτε με οτιδήποτε άλλο.

Αυτές τις μέρες έβλεπα ένα άρθρο να ξεφυτρώνει συνέχεια μπροστά μου σχετικά με το «Χίππικο Μονοπάτι» και μου κίνησε το ενδιαφέρον.

Είναι ενα κείμενο που έγραψε φέτος στις 9 Αυγούστου ο Mitchell Friedman  για την Agenda, μια ηλεκτρονική έκδοση των (άγνωστων σε εμένα) ξενοδοχείων Tablet.

Θα το χρησιμοποιήσω λοιπόν σαν βάση αλλά θα προσθέσω και αποσπάσματα απο άλλα κείμενα που θα βοηθήσουν να κάνω ενα ταξίδι σε εκείνους τους δρόμους που ακολούθησαν πολλοί νεαροί, επηρεασμένοι απο τον Kerouac, και την beat γενιά γενικότερα.

Αρχικά φανταστείτε έναν έφηβο που αποφασίζει να πάει με ωτοστόπ από το Λονδίνο στην Καμπούλ. Τώρα φανταστείτε «εκατοντάδες χιλιάδες άλλους σαν κι αυτόν να ξεκινούν κι απο τις δύο πλευρές του Βόρειου Ατλαντικού για να πάνε μέσω της Ευρώπης στην Ινδία, το Νεπάλ και ακόμα πάρα πέρα. Ταυτόχρονα, μερικοί ταξιδιώτες απο την Αυστραλία, είχαν τον ίδιο προορισμό περνώντας μέσα απο την Νοτιο-Ανατολική Ασία. Απο την Δυτική Ευρώπη ο δρόμος περνούσε απο την Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα (με μια στάση στα Μάταλα ίσως?) ή την Βουλγαρία, Τουρκία, Ιραν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία και Νεπάλ. Προτιμότερο μεταφορικό μέσο ηταν το βανάκι της Βολκσβαγκεν αλλά άλλοι έκαναν ωτοστόπ ή έπαιρναν το τραίνο. Υπήρχαν και εξειδικευμένες πανσιόν στον δρόμο για τους ταξιδευτές» αναφέρει ο Hans Roodenburg στο website του “On the Hippie Trail”.

Μπορεί ολο αυτό να ακούγεται τολμηρό, άγριο ή τρελό σήμερα, το 2019, συνέβαινε όμως με εκπληκτική συχνότητα το 1969, σε μια διαδρομή γνωστή ως «Χίππικο Μονοπάτι» κάνοντάς με να πιστεύω πως αντί ο κόσμος να πηγαίνει μπροστά πάει πίσω…

Τα ταξίδια που έκαναν οι χίπις στην ανατολή, είναι η εύθυμη εκδοχή απέναντι στα βίαια ταξίδια που έκαναν οι συνομήλικοί τους στο Βιετνάμ – και σήμερα αντιπροσωπεύουν μια τραγική εναλλακτική ιστορία των χωρών που κάποτε επισκέπτονταν αλλά που σήμερα σπαράσσονται απο πολέμους. Τονίζουν με αυτό τον τρόπο το πόσο γοητευτικές είναι αυτές οι περιοχές, και πως θα μπορούσαν αποκτήσουν και πάλι τουρισμό απο ολο τον κόσμο αλλά και να αποκατασταθεί η παγκόσμια εκτίμηση για τον πολιτισμό τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 έως και τη δεκαετία του ’70, οι νέοι έβγαιναν στο δρόμο μαζικά για να επισκεφθούν κάποια μέρη που σήμερα θεωρούνται απο τα πιο επικίνδυνα του πλανήτη.

Στην εποχή του, όμως, το μονοπάτι, όπως και το ίδιο το κίνημα των hippies, αποτελούσε μια μορφή εξέγερσης ενάντια στην αυστηρή κονφορμιστική κουλτούρα που επέβαλε η μεγαλύτερη γενιά. Αν οι γονείς τους πετούσαν με τζετ για το Παρίσι και τη Ρώμη, εκείνοι πήγαιναν με ενα πολύχρωμο Volkswagen βανάκι στην Τεχεράνη και στο Κατμαντού.

Αλλιώς, αυτό που χρειαζόσουν ήταν να φτάσεις με κάποιο τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Το μέρος για να βρείς συντρόφους ή να ζητήσεις πληροφορίες και συμβουλές για το πού να πάς, ήταν το Pudding Shop, ένα καφέ κοντά στο Μπλε Τζαμί που το είχαν δύο αδέρφια, ο Idris και ο Namak Colpan.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

Οι πρώτες εμπνεύσεις για το μονοπάτι μπορούν να εντοπιστούν πίσω στους beatniks. Ο Jack Kerouac και ο William Burroughs θεωρούνται μερικές φορές η πρώτη πηγή έμπνευσης για τους οπαδούς τους που πήγαιναν στο Μαρόκο, όπως έκαναν κι εκείνοι στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Jack Kerouac, William S. Burroughs, Allen Ginsberg, Peter Orlovesky, Tennessee Williams, Truman Capote, όλοι τους ταξίδεψαν μέχρι την Ταγγέρη στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Πολλοί απο αυτούς πήγαν να συναντήσουν εκεί τον Αμερικανό συγγραφέα και μουσικό Paul Bowles, ο οποίος έζησε στην πόλη αυτή για 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.

Ο πρώτος που μετακόμισε εκεί ηταν ο Burroughs ο οποίος νοίκιασε ενα δωμάτιο, επηρεασμένος απο τον Bowles. Τον Νοέμβριο του 1954, επέστρεψε στην Ταγγέρη, μετά απο ενα τραγικό ατύχημα κατα το οποίο πυροβόλησε και σκότωσε κατα λάθος την γυναίκα του στο Μεξικό, καθώς παίζανε μεθυσμένοι κάποιο παιχνίδι.

Στην Ταγγέρη δούλεψε για τέσσερα χρόνια το βιβλίο του «Γυμνό Γεύμα» και το 1957 κατέφθασε και ο Kerouac με σκοπό να τον βοηθήσει να γράψει κάποια χειρόγραφα αλλά αυτός έμεινε μόνο για εναν μήνα.

Στις 22 Μαρτίου του 1957, τους ακολούθησαν και ο Αμερικάνος ποιητής και ηθοποιός Peter Orlovsky, παρέα με τον Irwin Allen Ginsberg, και ο Burroughs με τον Kerouac τους περίμεναν στο λιμάνι.

Η φήμη της Ταγγέρης ως πόλη-έμπνευσης έφτασε και σε άλλους καλλιτέχνες όπως ο Brion Gysin, ένας Βρετανός ζωγράφος, συγγραφέας, ποιητής και ερμηνευτής που μετακόμισε στην εκεί το 1950 για να ανοίξει με τον Mohamed Hamri ένα εστιατόριο που ονομαζοταν «Οι Χίλιες και μία νύχτες» οπου έπαιζαν μουσική οι Βερβέροι Σούφι, Master Musicians of Jajouka από το χωριό Jajouka. Με αυτούς έπαιξε αργότερα και ο Brian Jones των Rolling Stones στο άλμπουμ “Brian Jones Plays With The Pipes Of Pan At Joujouka” το 1971.

Ο Geoff Dyer είναι ο συγγραφέας του ταξιδιωτικού βιβλίου “Yoga for People Who can’t be Bothered to Do It” και το 1983 είχε ενα ατυχές συμβάν με κάποιες παράνομες ναρκωτικές ουσίες στο Μαρόκο.

25 χρόνια αργότερα επέστρεψε για να βρεί τί ειχε απομείνει απο τους χίππηδες στην χώρα, να αντιμετωπίσει εκείνη την κακή εμπειρία του και να περιγράψει στην εφημερίδα Guardian τι είχε βρεί…

«Ως επιμελής ρεπόρτερ εψάχνα για σημάδια εναπομείναντως χιππισμού. Δεν υπήρχαν. Ή τουλάχιστον υπήρχαν κάτι λίγα, όπως ο τύπος με το σακίδιο στην πλάτη, στο Cafe des Epices στο Place Rahba Qedima, που διάβαζε το “Hideous Kinky” (μια αυτοβιογραφική νουβέλα της Esther Freud, δισέγγονης του Sigmund Freud και κόρης του Βρετανού ζωγράφου Lucian Freud). Υπήρχαν επίσης λεπτομέρειες που είχαν γίνει μέρος της καθημερινής ζωής παντού: κεριά, θυμιάματα, κοσμήματα, χάντρες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Στην Ινδία, ειδικά στη Goa, μπορεί κάποιος ακόμα να συναντήσει πενηντάρηδες και εξηντάρηδες που πήγαν εκει στην δεκαετία του ’70 και έμειναν, κάνοντας γιόγκα, διαλογισμό και άλλα τέτοια, αόριστα ανατολικά. (Εγιναν οι παπούδες της psy-trance σκηνής των 90ς). Αυτά τα άτομα απουσίαζαν απο το Μαρακές. Για να καταλάβουμε τι απέγινε η μαγεία στο Μαρόκο, έπρεπε να επιστρέψουμε και πάλι, στους νονούς της hippy σκηνής, στους Ginsberg, Burroughs και Kerouac, τους Beats, που ήρθαν εδώ στα τέλη της δεκαετίας του 1950

Στη δεκαετία του ’60, καθώς οι beatniks έδωσαν τη θέση τους στους hippies, η αυξανόμενη δημοτικότητα του Βουδισμού και του Ινδουισμού έστρεψε το μονοπάτι προς τα ανατολικά. Το πιο διάσημο παράδειγμα ήταν, το επιβλητικό ταξίδι των Beatles για να δούν τον Maharishi Mahesh Yogi στην Ινδία.

Ο Christian Caryl στο άρθρο του «Οταν το Αφγανιστάν ήταν απλά μια στάση στο Χίππικο μονοπάτι» αναφέρει…

«Στις αρχές του 21ου αιώνα, έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε το Αφγανιστάν ως τόπο καταραμένο από εναν αιώνιο πόλεμο, μια ατέρμονα αιμορραγική πληγή στο παγκόσμιο πολιτικό σώμα. Αυτό που παραβλέπουμε είναι ότι αυτή η εικόνα της χώρας είναι μια πρόσφατη εφεύρεση, η οποία εχει να κάνει με το πρόσφατο παρελθόν της. Στη δεκαετία του 1970, πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος, η κοινή άποψη για το Αφγανιστάν ήταν απόλυτα διαφορετική – ήταν περισσότερο κάτι σαν το Μπαλί ή το Μπουτάν, από οτι ενα γεωπολιτικό πρόβλημα. Αυτά ήταν τα χρόνια του «Χίππικου Μονοπατιού», όταν οι αυτοαποκαλούμενοι “ταξιδιώτες του κόσμου” συσσωρεύονταν σε μεταχειρισμένα βανάκια Volkswagen και ξεκινούσαν για ένα μονοπάτι εσωτερικής ανακάλυψης που οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη στο Κατμαντού.

Το Αφγανιστάν δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού, αλλά ήταν σίγουρα ψηλά στις προτιμήσεις. “Η Herat [στα σύνορα με το Ιράν] ήταν ο πρώτος πραγματικός προορισμός στο Χίππικο Μονοπάτι”, θυμάται ένας ταξιδιώτης. “Η παρανοία του καταπιεστικού ελέγχου στην Τουρκία και στο Ιράν έμενε πίσω για μια πιο άγρια αλλά φιλόξενη κατάσταση αναρχίας.” Οι Αφγανοί φαίνονταν να αγαπούν τους ξένους. Μπορούσες πάντα να βρεις κάποιον που θα σου διέθετε κάμποσο απο τον χρόνο του για μια φιλική συνομιλία – ή για μια κοινή δειγματοληψία από το πολύ καλό τοπικό χασίς. Όλοι φαίνονταν να το καπνίζουν. Και οι τιμές ήταν τόσο χαμηλές που δεν παλεύονταν. Ναι, φυσικά, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της τοπικής κοινωνικής εξαθλίωσης. Αλλά σίγουρα η καλύτερη θεραπεία για αυτούς τους ανθρώπους ήταν να ξοδέψετε με κάποιον τρόπο τα χρήματα σας στον τόπο τους.

Στην Καμπούλ θα μπορούσατε να μείνετε στο Sigi’s Hotel, ένα ορόσημο στο μονοπάτι. Δεδομένου ότι το δολάριο ή το Γερμανικό μάρκο διένυαν μια τόσο μεγάλη απόσταση στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του 1970, θα μπορούσατε εύκολα να μείνετε εκεί για εβδομάδες, μαστουρώνοντας, να γευτείτε φθηνά κεμπάπ ή να βγείτε έξω στους φανταστικούς αρχαιολογικούς χώρους που ήταν σπαρμένοι στην πόλη και τα περίχωρα της. (Οι πραγματικοί χίππηδες απολάμβαναν ιδιαίτερα την επικοινωνία με τους γιγαντιαίους Βούδες που είχαν χαραχθεί σε μια βουνοπλαγιά στο Bamiyan, μια μέρα περίπου απόσταση από την πρωτεύουσα.) Στη συνέχεια, όταν θα έφτανε η ωρα, θα μπορούσατε να συνεχίσετε το ταξίδι σας μέχρι το Νεπάλ, το El Dorado για τους χρήστες παραισθησιογόνων ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, οι συχνοί επισκέπτες του μονοπατιού θυμούνται την παραμονή τους στο Αφγανιστάν – στο εύθραυστο Αφγανιστάν – με ιδιαίτερη αγάπη.

Αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Οι Δυτικοί που ζούσαν στην πραγματικότητα στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’70, στις περιηγήσεις τους οταν κάνανε την θητεία τους με το Ειρηνευτικό Σώμα ή με τα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα, αγάπησαν τον τόπο για τον χαλαρό εξωτισμό του. Εάν χρειαζόσουν μια κομψή πολυτέλεια, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να πας σε ένα από τα κλαμπ για αλλοδαπούς που προσέφεραν όλες τις ανέσεις ή να επισκεφτείς το Hotel Intercontinental για μια βουτιά στην υπέροχη πισίνα του. Ηταν μια μικρή αμαρτία. Ένας Αμερικανός φοιτητής γυμνασίου, ο πατέρας του οποίου είχε κάποια δουλειά να κάνει στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, δεν φοβόταν εκείνη την εποχή να πάρει το λεωφορείο για το Πεσαβάρ, πέρα από τα σύνορα στο Πακιστάν, και να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο.

Τέτοιες απόψεις δεν ήταν εντελώς απατηλές. Στην αρχή της δεκαετίας του 1970, το Αφγανιστάν ήταν αναμφισβήτητα φτωχό και υποβαθμισμένο, αλλά φάνηκε να σημειώνει αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθειά του να αγκαλιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην έκδοση του οδηγού που έγραψε για την Καμπούλ, το 1971, η Αμερικανίδα συγγραφέας Nancy Hatch Dupree στεναχωριόταν επειδή δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τα αξιοθέατα μιας πόλης στην οποία η “αλλαγή είναι αχαλίνωτη”. Αλλά ήταν αποφασισμένη να καταγράψει τις υπόλοιπες ομορφιές που παρέμειναν – όπως το εστιατόριο Khyber στον πρώτο όροφο του υπουργείου Οικονομικών στην πλατεία Pushtunistan: “Είναι ένα δημοφιλές σημείο συνάντησης στην Καμπούλ, ειδικά το καλοκαίρι, όταν τραπέζια πεζοδρομίων που βρίσκονται κάτω από χαρωπές ομπρέλες φιλοξενούν κουρασμένους περιηγητές. Ο Κινηματογράφος Ariana δίπλα στο εστιατόριο προβάλει ξένες ταινίες σε πολλές διαφορετικές γλώσσες.“»

Η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση έφτιαξαν από κοινού μια καταπληκτική, απίστευτα ομαλή εθνική οδό που διέρχεται από το κεντρικό Αφγανιστάν. Κάποτε στην Καμπούλ, υπήρχαν ομοϊδεάτες χίπηδες παντού, ειδικά γύρω από την οδό Chicken Street και την οδό Green Doors. Μερικοί απο αυτούς έστησαν αξιοπρεπείς επιχειρήσεις εισαγωγής-εξαγωγής  χειροποίητων αφγανικών γαμήλιων παλτών, τα οποία ήταν της μόδας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’60».

Αυτή η εισροή νεαρών μακρυμάλληδων απο την δύση προξενούσε περιέργεια στους ντόπιους, οι οποίοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήταν συνηθισμένοι σε τουρίστες κάθε είδους τότε. Αλλά ήταν γενικά φιλόξενοι και πολλοί βρήκαν καλοσυνάτους τρόπους για να αντλήσουν επιπλέον έσοδα. Την εμπειρία αυτή διακωμωδεί το 1971 η Ινδική κινηματογραφική ταινία “Hare Rama Hare Krishna”, σε μια σκηνή της οποίας εμφανίζονται μερικοί hippies να καπνίζουν χασίσι με τα πιπάκια τους ενω ακουγεται το εξαιρετικά δημοφιλές την εποχή εκείνη, τραγούδι “Dum Maro Dum” της Asha Bosle.

Οι hippies ξόδευαν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας με τον ντόπιο πληθυσμό από οτι οι παραδοσιακοί τουρίστες και δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για πολυτελή καταλύματα, ακόμα κι αν μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά (κάτι που λίγοι απο αυτούς μπορούσαν) ενω μερικοί την έβρισκαν με την φύση. Φυσικά, ήταν ακόμα πραγματικοί τουρίστες, αν και διαφορετικού είδους, και ο ηδονισμός ήταν ο πρωταρχικός τους στόχος.

Ένα ινδικό hotspot που ονομαζόταν Crank’s Ridge προσέλκυσε ακόμα περισσότερες διασημότητες, έχοντας κερδίσει μια ενδιαφέρουσα φήμη ως “κέντρο θετικής ενέργειας”. Ολοι, από τον Timothy Leary ως τον Cat Stevens το επισκέφθηκαν, ενω ενας ντόπιος ακόμα θυμάται εκείνον τον ξένο “που τραγουδούσε πολύ μαζί με τον φίλο του και περιπλανιόταν στην γύρω περιοχή με την κιθάρα του.” Αυτός ήταν ο Bob Dylan.

Δεν είχαν όλοι οι ταξιδιώτες μακριά μαλλιά και δεν άκουγαν ολοι rock’n’roll. Ουτε είχαν διαβάσει όλοι την Ωδή του Allen Ginsburg που είχε γράψει στο περιοδικό The Atlantic για το νόμιμο κάπνισμα της μαριχουάνας στην Ινδία. Και δεν έκαναν ολοι αυτοί ναρκωτικά. Αλλά σε γενικές γραμμές – και λόγω του εύρους του μονοπατιού, θα πρέπει να γενικεύσουμε και να πούμε πως το έκαναν.

ΥΠΗΡΧΑΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Κατά κάποιο τρόπο, η αναζήτηση ναρκωτικών δεν φαινόταν να παρεμποδίζει την εμπειρία, αλλά να διευκολύνει πραγματικά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτισμών. Να το εξηγήσουμε αυτό:

Σε μία από τις λίγες απόπειρες μιας ολοκληρωμένης καταγραφής της ιστορίας του «Χίππικου Μονοπατιού» από τους συγγραφείς Sharif Gemie και Brian Ireland, μπορείτε να βρείτε μια έκθεση της Daily Express του 1967, που εκτιμά ότι το ένα τέταρτο αυτών των προσκυνητών ήταν εθισμένοι στα ναρκωτικά. Ο Observer με τη σειρά του το περιέγραψε ως “μια ετήσια πλημμύρα δεκάδων χιλιάδων νέων που αναζητούν αφγανικό όπιο και ηρωίνη“.

Οι συγγραφείς ονομάζουν αυτές τις αναφορές “ευαισθητοποιημένες” και είναι δύσκολο να μην καταλάβουμε την επιθυμία των εφημερίδων να παρουσιάσουν τους χίπις σαν τους κακούς που έχουν βγεί για να καταστρέψουν την αξιοπρεπή κοινωνία μας. Παρόλα αυτά, τα ναρκωτικά έπαιξαν κάποιο ρόλο στο μονοπάτι και μπορούσες εύκολα να τα βρείς σε κάποιες συγκεκριμένες τοποθεσίες. Όπως σημειώνουν ο Gemie και ο Ireland, ένας ταξιδιώτης θυμήθηκε ότι «υπήρχαν πολλοί … που είχαν το Αφγανιστάν για τελικό τους προορισμό λόγω της αφθονίας και της χαμηλής τιμής της μαριχουάνας».

Μερικοί τρομοκρατήθηκαν αρκετά από τη στάση ορισμένων κυβερνήσεων σχετικά με την πορεία προς τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, το οποίο παρουσίαζε σε κοινή θέα κάποιες αποτυχημένες συσκευές λαθρεμπορίου στα σύνορά του με το Αφγανιστάν. Και αν έχετε δει το Midnight Express, θα είστε εξοικειωμένοι με την πολιτική της Τουρκίας για την μηδενική ανοχή στα ναρκωτικά.

«Κάποιοι προσελκύονταν από άφθονα φάρμακα όπως το χασίς και το όπιο. Ένας τρόπος που περνούσαν λαθραία τα ναρκωτικά μέσα απο το Ιράν και την Τουρκία ήταν να τα σφραγίσουν σε βαζάκια μαρμελάδας με το αστείο όνομα «Μαρμελάδα Kandahar

«Πολλοί ταξιδιώτες αισθάνθηκαν εκφοβισμένοι από το νέο περίεργο περιβάλλον τους» γράφουν ο Gemie και ο Ireland, και συνεπώς έμεναν προσκολλημένοι στο λεωφορείο, στην ομάδα τους ή στα καφέ και τα ξενοδοχεία οπου σύχναζαν οι λευκοί πελάτες. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τους καπνιστές που πήγαιναν σε αυτα τα μέρη συχνότερα, παίρνοντας πρωτοβουλίες, έμαθαν βασικές φράσεις σε ξένες γλώσσες, συναντήθηκαν με τους ντόπιους και στη συνέχεια τους ακολούθησαν μέσα σε σκοτεινά σοκάκια».

Έπρεπε να μάθεις λίγο απο την γλώσσα, να πάρεις μερικά ρίσκα, και να πετύχεις κάποιους τοπικούς αξιοθαύμαστους στόχους που δεν ήταν για να διαφημίζονται. Για τους πιο ατρόμητους, αν ήσουν ρεαλιστής, οσο δηλαδή ηταν αυτό δυνατό, ολη αυτή η ιστορία ήταν κάτι σαν διαγωνισμός.

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Το 1957, η Indiaman Bus Company πιθανότατα έγινε η πρώτη επιχείρηση που έκανε το ταξίδι από το Λονδίνο ως την Βομβάη, και η επιτυχία ήταν τέτοια που δημιουργήθηκαν αντίγραφά της όπως η εταιρία Swagman Tours και το γνωστό Magic Bus που ανέφερα αρχικά, τα οποία μετέφεραν hippies αλλά και οποιονδήποτε άλλον ήθελε, προς και από τα διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής.

Το ταξίδι με το λεωφορείο, ήταν σχεδόν σαν να βλέπουμε τηλεόραση“, έγραψε ο συγγραφέας John Worrall, στο “Μονοπάτι προς το Κατμαντού” το ’72.

Αλλοι τολμηροί εξερευνητές οδήγησαν τα αυτοκίνητά τους οι ίδιοι, ή πήραν τρένα, και άφθονοι έκαναν ωτοστόπ. Ο απώτερος στόχος τους ήταν να είναι “ταξιδιώτες” και όχι “τουρίστες”. Ήταν φυσικό να μην τους αρέσει το λεωφορείο, ακόμα κι αν οι ξεναγήσεις με αυτό, συχνά λειτουργούσαν ως σημείο εκκίνησης για να αποκτήσει ο ταξιδιώτης αυτοπεποίθησή και να βγεί εξω για να κάνει το υπόλοιπο ταξίδι απο μόνος του.

Rory-MacLean

Αλλά χωρίς λεωφορεία και καθώς μέχρι τη δεκαετία του ’70, δεν υπήρχαν τουριστικοί οδηγοί, πώς θα μπορούσες να μάθεις από πού να ξεκινήσεις; Πώς θα μπορούσες να γνωρίζεις ποιους  κινδύνους να αποφύγεις; Με τόσους πολλούς ανθρώπους στο μονοπάτι, οι ταξιδιώτες πληροφορούνταν από στόμα σε στόμα όταν βρισκόντουσαν σε κοινές στάσεις –  καταλύματα, κάμπινγκ, καφετέριες,και σύνορα – για πληροφορίες. Ετσι δημιουργήθηκε μια κοινότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούσε πλέον να καταστρέψει το ίδιο πράγμα που δήλωνε ότι λατρεύει.

Στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, οι επισκέψεις ολων εκείνων των Beat συγγραφέων πιθανόν να έφεραν τους hippies στην πόλη, πιθανόν να της έκαναν κακό κιόλας. Ο φίλος του Paul Bowles, Mohammed Mrabet θρήνησε την έλξη που ασκούσαν τα γραπτά του Kerouac και του Burroughs πάνω στους ανθρώπους. Σε συνέντευξή του στην Ουάσιγκτον Ποστ, τους κατηγόρησε οτι με τα συγγράμματά τους προσέλκυσαν «τρελούς ανθρώπους» και «χρήστες ναρκωτικών».

Ο ίδιος ο Burroughs στο «Γυμνό Γεύμα» περιγράφει μια σκηνή από την Ταγγέρη που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον λόγο αυτής της περιφρόνησης απο τον Mrabet:

Μέσα από ανοιχτές πόρτες, τραπέζια και καμπίνες και μπαράκια, κουζίνες και λουτρά, γαμιούνται ζευγάρια πάνω σε σειρές από χάλκινα κρεβάτια, ζευγαράκια διασταυρώνονται χιλιάδες αιώρες, πρεζάκια προσπαθούν να «σουτάρουν», καπνιστές οπίου, καπνιστές χασίς, άνθρωποι τρώνε καθώς κάνουν μπάνιο μέσα σε μια ομίχλη καπνού και ατμού.

Ως πρόγονος του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα μιας πόλης λόγω του τουρισμού, οι χίπηδες μάλλον έκαναν ενα κακό προηγούμενο. Ακόμα κι έτσι όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε παρα να θαυμάσουμε σχετικά με την ζωή τους στο μονοπάτι. Στην μεγάλη τους προσπάθεια να πετύχουν κάτι, έγιναν μια κοινότητα εξερευνητών, που εμπνέονταν ο ένας απο τις ιστορίες του άλλου, προσπαθώντας να έχουν τις πιο αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, εκείνες που θα τους άλλαζαν την ζωή. Είναι κάτι που όλοι μπορούμε να επιδιώξουμε ακόμα και σήμερα.

ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ

Το Αφγανιστάν περιγράφεται συνεχώς ως ένα από τα πιο χαλαρά σημεία του «χίππικου μονοπατιού». Ήταν τόσο ελκυστικό που το 1973, οι συγγραφείς που ξεκίνησαν τον ταξιδιωτικό οδηγό Lonely Planet, έγραψαν ότι η Καμπούλ έχασε τον χαρακτήρα της, κινδυνεύοντας να γίνει μια «παγίδα τουριστών».

Η σοβιετική εισβολή το 1979 τα τελείωσε όλα αυτά και ο φίλος μου που έπαιρνε κάποτε το Magic Bus για να ερθει απο την Αγγλία, βρέθηκε το  1982 στην μέση αυτού του πολέμου για να κάνει δύο ντοκιμαντέρ σχετικά με την κατάσταση στο Αφγανιστάν: το “Warriors of God” και το “Victims of the Bear” (το δεύτερο το βάζω εδω για όποιον θέλει να το δεί και θα βρεί ευκολα και το άλλο…)

Επίσης, η αγωνία στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή αυξήθηκε περισσότερο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η επανάσταση στο Ιράν σήμαινε ότι τα σύνορά της ήταν μόνιμα κλειστά για τους δυτικούς ταξιδιώτες. Ένας συγγραφέας έθεσε καλύτερα τις πολιτιστικές αλλαγές, εξηγώντας ότι “οι ραδιοφωνικοί σταθμοί άλλαξαν το Blue Oyster Cult για ομιλίες του Αγιατολάχ Χομεϊνί“.

Αλλού, ένας εμφύλιος πόλεμος έπληξε τον Λίβανο. Το Κασμίρ γινόταν πιο επικίνδυνο. Το τοπίο άλλαζε. Το 2001, οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τους Βούδες του Bamiyan.

Οι χίππηδες που ηταν κατά του πολέμου, τον είδαν να καταστρέφει το μονοπάτι τους.

 
Leave a comment

Posted by on August 28, 2019 in Politics, Publications, Reflections

 

Οι Ash Code ξεκινούν την πρώτη τους Αμερικάνικη περιοδεία

Η εκρηκτική Ιταλική post-punk μπάντα Ash Code, πρόκειται να δώσει μια σειρά συναυλιών στις ΗΠΑ.

Έχοντας ήδη περιοδεύσει εκτενώς όλη την Ευρώπη, αυτή θα είναι η πρώτη τους αμερικανική περιοδεία.

Οι Ash Code δημιουργήθηκαν το 2014 στη Νάπολι από τον τραγουδιστή Alessandro Belluccio, την κημπορντήστρια Claudia Nottebella και τον μπασίστα Adriano Belluccio.

Η μουσική τους καλύπτει ένα ευρύ φάσμα όπως το post-punk, την Synthpop και το EBM.

Οι Ash Code κυκλοφόρησαν το ντεμπούτο άλμπουμ τους “Oblivion” το 2014 και το “Posthuman“, το 2016, ακολουθούμενο από την εκπληκτική κυκλοφορία του 2018 με τίτλο “Perspektive“.

Και τα τρία άλμπουμ διατίθενται απο την Metropolis Records.

Η ΠΕΡΙΟΔΕΊΑ:

Wednesday August 28th Tampa, FL @ Crowbar

Thursday August 29th Atlanta, GA @ The Drunken Unicorn

Friday August 30th Baltimore, MD @ Metro Gallery

Sunday September 1st Brooklyn, NY @ Brooklyn Bazaar

Thursday September 5th Portland, OR @ Holocene

Friday September 6th San Francisco, CA @ The Uptown

Saturday September 7th San Diego, CA @ Space

Sunday September 8th Los Angeles, CA @ The Echoplex

 
Leave a comment

Posted by on August 26, 2019 in Post Punk

 

Οι Goodbye Mr MacKenzie, η πρώτη μπάντα της Shirley Manson, ανακοίνωσαν την επανακυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ

Ένα από τα πιο γνωστά ροκ συγκροτήματα της Σκωτίας, οι Goodbye Mr MacKenzie θα επανακυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ “Good Deeds and Dirty Rags”. Ορμώμενοι από τη μεγάλη επιτυχία της περιοδείας τους για την επέτειο των 30 χρόνων τους, κάνουν μια επανέκδοση σε βινύλιο και CD το άλμπουμ απο το οποίο ξεκίνησαν όλα. Ο ήχος εχει ξαναμαστεραριστεί και για τα δύο format στα οποία θα κυκλοφορήσει. Η CD έκδοση θα περιλαμβάνει 3 επιπλέον κομμάτια από αυτά τα πρώτα χρόνια, τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική κυκλοφορία.

Στην σύνθεση της μπάντας ήταν ο Martin Metcalfe στα φωνητικά, ο John Duncan στην κιθάρα (έπαιζε στην πρώτη σύνθεση των Exploited απο το 1979 ως το 1984, ως “Big John”), ο Fin Wilson στο μπάσο, η Shirley Manson και η Rona Scobie στα πλήκτρα και στα φωνητικά ενω ο Derek Kelly ήταν στα τύμπανα.

“Αυτή η επανέκδοση του Good Deeds ήταν τόσο μεγάλη έκπληξη για εμάς όσο και για ολους τους άλλους. Πήραμε μια γρήγορη απόφαση να επανασυνδεθούμε τον Ιανουάριο και απο τότε βρισκόμαστε σε περιοδεία. Μας πήρε χρόνο να αποκτήσουμε τα δικαιώματα της επανέκδοσης, αλλά τώρα που τα πήραμε είμαστε πραγματικά ευχαριστημένοι. Στις συναυλίες οι οπαδοί μας φέρνουν τα πάνω – κάτω, τραγουδώντας μαζί μας κάθε λέξη », λέει ο Martin Metcalfe.

Goodbye Mr MacKenzie (1989) – photo by Simon Fowler

Τριάντα χρόνια είναι μισή ζωή πίσω, αλλά αισθανόμαστε πως οι στίχοι μας εξακολουθουν να έχουν σημασία. Δύο τραγούδια, το “Good Deeds” και το “Goodwill City” τελειώνουν με στίχους σχετικά με την ψεύτικη γνώση που μας δίνουν στην εποχή μας και είναι πολύ σχετικά με τα σύγχρονα “fake news”. Αλλα τραγούδια μας, εξετάζουν το φαινόμενο της τότε ανόδου της χριστιανικής δεξιάς στις ΗΠΑ και τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ πληρώνουν τους λογαριασμούς τους εκμεταλλευόμενοι τις τραγωδίες… Όλα αυτά συμβαίνουν και τώρα. Ζούμε σε τρομακτικές εποχές και το αποκαλυπτικό τοπίο του LP φαίνεται να το αντικατοπτρίζει αυτό.”

Το “Good Deeds and Dirty Rags” ήταν το πρώτο album των Goodbye Mr MacKenzi, το οποίο κυκλοφόρησε το 1989. Έφτασε στο νούμερο 16στα chart της Μεγάλης Βρετανίας και η μπάντα γρήγορα προσέλκυσε ενα μεγάλο πιστό ακροατήριο οπαδών βόρεια των Αγγλικών συνόρων. Απίστευτες ζωντανές εμφανίσεις και singles όπως το ‘The Rattler‘ που μπήκε κι αυτο στα 50 πρώτα, στερέωσαν περισσότερο το συγκρότημα στις καρδιές πολλών.

Μια πολύχρωμη και ποικίλη σταδιοδρομία ακολούθησε με την κυκλοφορία άλλων 2 άλμπουμ μέσω μεγάλων εταιριών, μπήκαν κι άλλα singles τους στα Βρετανικά chart, συνεργάστηκαν και ηχογράφησαν με μέλη των Talking Heads και περιόδευσαν κάνοντας συναυλίες με συγκροτήματα όπως οι Blondie, οι Ramones, οι BAD, οι Afghan Whigs, οι Aztec Κάμερα και άλλοι.

Goodbye Mr MacKenzie – photo by Andrew Barr

Όπως αναφέρει η λίστα με τα 50 μεγαλύτερα σκωτσέζικα συγκροτήματα, “Οι MacKenzies άφησαν πίσω από το πιο περίπλοκο και συναρπαστικό αποτύπωμα απο οποιαδήποτε άλλη σκωτσέζικη μπάντα. Στα live ήταν εκπληκτικοί. Ο ηγέτης τους. Ο τραγουδιστής Martin Metcalfe έμοιαζε με MC κάποιου ιδιαίτερα εξωφρενικού θιάσου. Ενώ οι Σκωτσέζοι ομολόγοι τους εμπνέονταν απο την soul και τους Steely Dan, οι MacKenzies έπαιρναν την έμπνευσή τους απο τους Pixies και τους Birthday Party ».

Σχηματισμένοι στο Bathgate, κοντά στο Εδιμβούργο, οι Goodbye Mr MacKenzie εμφανίστηκαν στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και υπέγραψαν με την Capitol Records μετά την κυκλοφορία των δύο πρώτων τους singles σε ανεξάρτητες εταιρίες. Αεικίνητοι, κυκλοφόρησαν συνολικά 6 άλμπουμ πριν τελικά μεταμορφωθούν σε Angelfish στις ΗΠΑ με τη σύνθεση των Manson, Metcalfe, Wilson και Kelly και με την  Manson να αναλαμβάνει τα φωνητικά.

Οι Goodbye Mr MacKenzie έδωσαν την τελευταία ζωντανή τους συναυλία στα τέλη του 1995 και η Shirley Manson έφυγε για να κάνει τεράστια επιτυχία με τους Garbage, ενώ οι Martin Metcalfe, Derek Kelly και Fin Wilson επέστρεψαν στη Σκωτία για να σχηματίσουν τους Isa and The Filthy Tongues. Τώρα λέγονται απλά The Filthy Tongues, ένα τρίο που εξακολουθεί ακόμα να ευδοκιμεί. Ο Big John Duncan έγινε τεχνικός των Nirvana και έπαξε κιθάρα μαζί τους στην συναυλία που έδωσαν το 1993 στο Roseland Ballroom, της Νέας Υόρκης, και συνεργάστηκε ακόμα με τους Twisted Sister, τους Foo Fighters και τους Ministry.

Το “Good Deeds and Dirty Rags” θα κυκλοφορήσει μέσω της Neon Tetra Records την 1η Νοεμβρίου. Ενώ μερικά από τα κομμάτια από την αρχική έκδοση κυκλοφορούν στο Spotify, η νέα εκτεταμένη και remastered έκδοση διατίθεται αποκλειστικά από το κατάστημα της μπάντας.

Μετά από μια σειρά από sold-out πρόσφατες εμφανίσεις, οι Goodbye κ. MacKenzie θα κάνουν περισσότερες συναυλίες αργότερα φέτος στη Σκωτία και την Αγγλία. Μέχρι τότε, οι Filthy Tongues φαίνεται επίσης να έχουν μια σειρά από εμφανίσεις τον Σεπτέμβριο.

TRACKLIST
01  Open Your Arms
02  Wake It Up
03  His Masters Voice
04  Goodwill City
05  Candlestick Park
06  Goodbye Mr Mackenzie
07  The Rattler
08  Dust
09  You Generous Thing
10  Good Deeds
11  Open Your Arms (1987 Demo) – bonus track
12  Diamonds (1987 Demo) – bonus track
13  You Generous Thing (1987 Demo) – bonus track

CREDITS
All tracks produced by Mack, except ‘Wake It Up’ produced by Terry Adams
‘Goodwill City’ and ‘Good Deeds’ initial production by Terry Adams, additional production and mixing by Mack
‘Goodbye Mr Mackenzie’ initial production by Kevin Maloney, overdubs by Terry Adams
and additional production and mixing by Mack
‘The Rattler’ production by the Mackenzies, extra production and mixing by Mack
Recorded in Munich , West Germany and Edinburgh, Scotland
Neon Tetra Records. Licensed from Capitol Records/UMusic 2019

Photography by The Douglas Brothers
Sleeve design by Goodbye Mr Mackenzie/Peter Barrett & Andrew Biscomb
2019 Art Refresh by David Wells

Martin Metcalfe – vocals
John Duncan – guitar
Fin Wilson – bass guitar
Shirley Manson – keyboards and backing vocals
Rona Scobie – keyboards and backing vocals
Derek Kelly – drums
Demos produced by Terry Adams 1987
Guitars on demos by Jimmy Anderson
Additional bass on demos by Neil Baldwyn

TOUR DATES 
Sept 12  Aberdeen, Scotland – The Tunnels (as The Filthy Tongues)
Sept 13  Edinburgh, Scotland – The Voodoo Rooms (as The Filthy Tongues)
Sept 15  Dundee, Scotland – Church (as The Filthy Tongues)
Sept 19  Dunfermline, Scotland – PJ Malloys (as The Filthy Tongues)
Sept 20  Glasgow, Scotland – Oran Mor (as The Filthy Tongues)
Nov. 02  Middlesbrough, England – Westgarth
Nov. 08  London, England – Dingwalls (with The Cesarians, Seil Lein)
Nov. 09  Corby, Northamptonshire, England – The Raven
Dec. 20  Glasgow, Scotland – Barrowlands  SOLD OUT

PHOTO CREDITS
New photos by Karen Lamond
Album photo by The Douglas Brothers
Brandenburg Gate promo photos by Martin Becker
Old black and white photo by Andrew Barr
Old colour photo by Simon Fowler
Capitol Records photo by Kate Garner

Keep up with Goodbye Mr Mackenzie
Website | Shop | Facebook | Twitter | Soundcloud | Instagram | YouTube | Apple | Spotify | Press contact

 
 

Tags: , ,

Νικώντας τον θάνατο με την κιθάρα του Wilco Johnson

Στο ντοκιμαντέρ του Julien TempleThe Ecstasy of Wilco Johnson” για το BBC, ο Wilco εξομολογείται πως οταν έμαθε οτι πάσχει απο καρκίνο στο πάγκρεας, ένιωσε μια απελευθέρωση, σχεδόν μια ευφορία, γιατί η απειλή του θανάτου σε κάνει να εκτιμάς την ομορφιά της ζωής.

Γνώριζα για την περιπέτειά του, αλλά στο ντοκιμαντέρ αυτό, αναπτύσσεται όλη η φιλοσοφία του, δοσμένη καταπληκτικά μέσα απο Σαίξπηρικούς μονολόγους και φλερτάροντας με την «Έβδομη Σφραγίδα» του Ingmar Bergman, σε μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι με τον θάνατο.

Ο Wilco Johnson γεννήθηκε το 1947, ως John Peter Wilkinson στο Canvey Island, ενα μικρό νησί 38.000 κατοίκων, περίπου μιά ωρα Ανατολικά απο το Λονδίνο, στην εκβολή του Τάμεση στο Essex.

«Εμαθα κιθάρα προσπαθώντας απεγνωσμένα να αντιγράψω τον Mick Green» τον κιθαρίστα των Johnny Kidd and The Pirates.

Το στύλ παιξίματος του Green ήταν να παίζει ταυτόχρονα ρυθμική αλλά και lead κιθάρα, πράγμα που το ξεσήκωσε και ο Wilkinson.

«Εκείνη την εποχή στα ‘60ς δεν είχα την δυνατότητα να τον δω να παίζει ζωντανά, οπότε προσπαθούσα να μάθω κιθάρα μόνο ακούγοντάς τον. Φαντάζομαι πως αυτό θα πρέπει να κάνει ο καθένας: να προσπαθήσει να αντιγράψει τον τρόπο που παίζει το ίνδαλμα του, να τα παίξει όλα λάθος κι ετσι να δημιουργήσει ενα δικό του στυλ…»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο Wilkinson άλλαξε το όνομά του σε Wilco Johnson και άρχισε να παίζει με μια beat μπάντα που λεγόταν Roomers.

Μετά το σχολείο μπήκε στο πανεπιστήμιο οπου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία με ειδίκευση στα Αρχαία Αγγλικά και τα Αρχαία Ισλανδικά (όπου γράφω «αρχαία» εννοώ Old αλλά δεν μου κολάει να τις λέω «παλιές» τις γλώσσες…).

Οταν τέλειωσε με τις σπουδές του, έφυγε για την Goa της Ινδίας οπου έκατσε για ενα-δύο χρόνια και επέστρεψε οταν αρρώστησε απο ηπατίτιδα.

Γυρίζοντας στην Αγγλία, δούλεψε για λίγο ως δάσκαλος σε σχολεία.

«Υπάρχει ενα σημείο στο ντοκιμαντέρ “Oil City Confidential” στο οποίο είμαι με μακρυά μαλλιά και είναι ακριβώς η εποχή που είχα παραιτηθεί απο το σχολείο και διαδηλώναμε γιατι έχτιζαν νέα διυλιστήρια πετρελαίου στο Canvey Island. Αυτό ηταν το στυλάκι μου ως δάσκαλος. Ο μακρυμάλλης χίππυ δάσκαλος…» λέει ο ίδιος γελώντας.

Το “Oil City Confidential” είναι ενα ντοκιμαντερ που γύρισε ο Julien Temple το 2009 για να αφηγηθεί την ιστορία των Dr Feelgood, του συγκροτήματος με το οποίο έπαιξε κιθάρα ο Wilco οταν παράτησε το δασκαλίκι.

Ο Wilco είχε συναντήσει τον Lee Brilleaux το 1972 κι με την πρόσθεση των John B Sparks στο μπάσο και John “The Big Figure” Martin με τον οποίο ο Wilco έπαιζε στους Roomers, δημιουργήθηκαν οι  Dr. Feelgood και άρχισαν να παίζουν στα μαγαζιά του Canvey Island.

O μανατζερ τους, Chris White, κατάφερε να τους κλείσει μερικές εμφανίσεις στην Ολλανδία οπου είχε πάει για εναν γάμο.

Την εποχή εκείνη, δούλευε σε μια τοπική εφημερίδα ο Heinz Burt των Tornadoes.

To 1963 είχε μια δική του επιτυχία, το “Just Like Eddie” το οποίο είχε γράψει για τον Eddie Cochran. Αυτό που είναι “ιδιαίτερο” σε αυτό τραγούδι είναι οτι την κιθάρα είχε ηχογραφήσει ο Ritchie Blackmore που αργότερα έφτιαξε τους Deep Purple

O Heinz λοιπόν ζήτησε απο τους Dr. Feelgood να γίνουν η μπάντα του για μερικές συναυλίες που είχε να κάνει και έτσι το συγκρότημα βρέθηκε το 1972 να παίζει στο γήπεδο του Wembley με τον Bo Diddley, τον Jerry Lee Lewis, τον Little Richard, τον Chuch Berry και τον Bill Haley σε ενα φεστιβάλ που λεγόταν London Rock and Roll Show και στο οποίο συμμετείχαν και οι MC5.

ΕΝΑ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΥΣΙΚΟ

Το pub rock ξεκίνησε οταν τον Μάη του 1971 το τριμελές Καλιφορνέζικο συγκρότημα Eggs over Easy, ζήτησαν να παίξουν στην pub Tally Ho! στο Kentish Town.

Ο ιδιοκτήτης τους είπε πως το μαγαζί παίζει jazz κι εκείνοι του πρότειναν να τους δώσει την ευκαιρία να δοκιμάσουν τα rhythm n blues, rock και pop τραγούδια τους την ωρα του φαγητού και βλέποντας και κάνοντας…

Οι Αγγλοι ενθουσιάστηκαν επειδή «ηταν αυθεντικοί Αμερικάνοι με ενα τεράστιο ρεπερτόριο λες και ήταν ζωντανό juke box» θυμάται ο διοργανωτής των συναυλιών για το Ziggy Stardust του David Bowie, Dai Davis στο ντοκιμαντέρ Punk Britannia, ενω ο μουσικός Nick Lowe (λίγο αργότερα θα έκανε παραγωγές για την Stiff Records με πρώτο και καλύτερο, το ντεμπούτο άλμπουμ των Damned) θυμάται όλο τον κόσμο να χορεύει ασταμάτητα…

Ηταν μια στιγμή επιφοίτησης και ολοι οι μανατζερς και οι μουσικοί πήγαν να δούν τι συμβαίνει με την Αμερικάνικη αυτή μπάντα…

Αυτό έδωσε δουλειές σε ανθρώπους, έστειλε τους μανατζαρέους να ψάχνουν στις παμπ αν υπάρχει κάποιο μεγάλο δωμάτιο για να στήσουν συναυλίες και απο εκεί που ηταν το καταφύγιο κάποιων που το έσκαγαν απο τις γυναίκες τους για να πιουν καμιά μπύρα, τώρα έγινε το μέρος που συχνάζανε όλοι οι πιτσιρικάδες για να πιουν και να χορέψουν.

Τα συγκροτήματα έπαιζαν rock, funk rhythm and blues, οπότε ο όρος pub rock δεν σημαίνει μουσικό είδος αλλά συναυλιακούς χώρους…

Μετά το Tally Ho!, σειρά πήρε το Hope & Anchor το 1972, ακολούθησε το Red Cow στο Hammersmith, το Nashvile και έγινε ο κυριότερος τρόπος για εναν νεο καλλιτέχνη να παρουσιάσει την δουλειά δημόσια.

Ο Wilco θυμάται: «Παίζαμε σε τοπικά μαγαζιά μέχρι που κάποιος μας είπε πως υπήρχαν ενα σωρό pub στο Λονδίνο που είχαν γίνει λαιβάδικα και όλοι οι σοβαροί μουσικοί πήγαιναν εκεί και έπαιζαν. Είχε στηθεί ολόκληρη μουσική σκηνή με τους Kilburn And the High Roads (το πρώτο συγκρότημα του Ian Dury) τους Ace (o Paul Carrack απο αυτούς αργότερα έπαιξε με τους Mike + The Mechanics), τους Ducks Deluxe, κι εμεις στο Canvey Island δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Είχαν ανοίξει τον δρόμο αλλά κι εμείς, αν και ηρθαμε αργότερα, εντελώς άγνωστοι, αρχίσαμε να παίζουμε και γρήγορα γίναμε γνωστοί.»

Το pub rock έβαλε τα θεμέλια για το punk rock που θα ερχόταν σε λίγο.

Μεγάλο μέρος του κοινού αποτελούνταν απο νεαρά άτομα που τις επόμενες χρονιές θα έφτιαχναν punk συγκροτήματα, επηρεασμένοι σε μεγάλο ποσοστό απο την απλότητα και την δύναμη των Dr. Feelgood και το duck walk του Wilco.

Εκεί ειναι που τους βρήκε και ο ραδιοφωνικός παραγωγός Bob Harris και τους προσκάλεσε να πάνε στην εκπομπή του για να παίξουν.

Επειδή μέχρι εκείνη την στιγμή το συγκρότημα έπαιζε μόνο διασκευές, ο Wilco σκέφτηκε να γράψουν και δικό τους υλικό, οπότε έγραψε το “She Does it Right” το οποίο έπαιξαν στο ραδιόφωνο την επόμενη βραδιά.

Φτάνοντας τις 200 ζωντανές εμφανίσεις τον χρόνο, υπέγραψαν με την United Artists και το πρώτο τους άλμπουμ κυκλοφόρησε μονοφωνικό τον Γενάρη του 1975 με τιτλο “Down At The Jetty”.

Ανάμεσα σε αυτούς που τους γούσταραν πολύ ήταν και ο Robert Plant.

Ο Chris White πήγε στην Αμερική για να τους βρεί εταιρία αλλά οι απαντήσεις που πήρε ηταν αρνητικές. Οταν ομως οι Led Zeppelin έκλεισαν μερικές εμφανίσεις στο Earl’s Court, ο Plant κάλεσε τους Dr. Feelgood για να παίξουν την βραδιά που οι Zeppelin θα διοργάνωναν ενα after show πάρτυ.

Εκεί βρέθηκαν ολοι οσοι δούλευαν στην Atlantic Records και το συγκρότημα βρήκε την εταιρία που ήθελε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Οι τέσσερις άντρες που φορούσαν φτηνά κουστούμια και είχαν βγεί απο το Canvey Island στις αρχές των ’70s, γεφύρωναν πλέον το pub rock με το punk rock.

Στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ τους “Malpractice”, η φωτογραφία του Keith Morris δείχνει τέσσερις τύπους που θα μπορούσαν να είναι οι κακοποιοί κάποιας τηλεοπτικής σειράς.

Ο Keith Morris εκτός απο τους Dr. Feelgood, είχε βγάλει μερικές απο τις πιό γνωστές φωτογραφίες του Marc Bolan καί έμεινε γνωστός για τις τελευταίες φωτογραφίες που εβγαλε τον Nick Drake λίγο πριν τον θάνατό του.

Στην καριέρα του φωτογράφησε τους Led Zeppelin, Van der Graaf Generator, Janis Joplin, Fairport Convention, Richard Thompson, The Albion Band, B. B. King, Jimi Hendrix, John Cale, Fred Astaire, The Damned, Elvis Costello and the Attractions, Nick Lowe, The Kursaal Flyers και έκανε το εξώφυλλο του “Pictures at an Exhibition” των ELP.

To 1976, το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ των Dr. Feelgood “Stupidity” πήγε στο νούμερο 1 του Αγγλικού chart. Η πρώτη πλευρά είναι ηχογραφημένη τον Νοέμβριο του ’75 στο Kursaal του Southend και η δεύτερη τον Μάη του ιδιου χρόνου στο Sheffield.

Οι συνεχείς συγκρούσεις όμως ανάμεσα στον Wilco και τον Lee Brilleaux με τους υπόλοιπους, είχαν σαν αποτέλεσμα να απολυθεί απο το συγκρότημα τον Σεπτέμβριο του 1977 ο πρώτος, αμέσως μετά την κυκλοφορία του single “Sneakin’ Suspicion” το οποίο μπήκε κι αυτό στo chart.

Αμέσως σχημάτισε τους Solid Senders, με τον πληκτρά John Potter, τον μπασίστα Steve Lewins, και τον ντράμμερ Alan Platt για να κυκλοφορήσουν το 1978 το μοναδικό ομώνυμο άλμπουμ τους.

Στην συνέχεια έκανε τους Wilko Johnson Band με τους οποίους έπαιξε στο Hope and Anchor, παίρνοντας μέρος σε ενα punk φεστιβαλ που κράτησε τρεις εβδομάδες και λεγόταν ‘Front Row Festival‘.

Δύο απο τα τραγούδια που έπαιξε με τους Wilko Johnson Band (το “Dr. Feelgood” και το “Twenty Yards Behind“) συμπεριλήφθηκαν σε ενα διπλό άλμπουμ με ηχογραφήσεις απο αυτο το φεστιβάλ, το οποίο έφτασε ως το νούμερο 28 στο chart.

Υστερα άρχισε να σκέφτεται σκέφτεται σοβαρά να τα παρατήσει όλα και να επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο για το διδακτορικό του στην Αγγλοσαξωνική ποίηση ωστε να γίνει κάποια μέρα καθηγητής πανεπιστημίου.

Οταν όμως ο πληκτράς του Ian Dury, Chaz Jankel, εγκατέλειψε τους Blockheads, ο Dury, που γνώριζε τον Wilco απο την εποχή του pub rock, πήγε μαζί με τον σαξοφωνίστα του, Davey Payne και έπεισαν τον Wilco να προσχωρήσει στο συγκρότημα.

Ετσι, το 1980, μόλις ο πληκτράς Mick Gallagher επέστρεψε απο την Αμερικάνικη περιοδεία των Clash, ξεκίνησαν οι πρόβες για το Laughter, το τρίτο αλμπουμ των Ian Dury & The Blockheads.

Ηταν το τελευταίο που έκανε το συγκρότημα για την Stiff Records και θα περνούσαν αρκετά χρόνια μέχρι ο Dury να ξανακάνει άλμπουμ με τους Blockheads.

«Ηταν το 1979 με 1980 οταν κάναμε περιοδεία στην Αυστραλία με τον Ian Dury και τους Blockheads. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο και βουηζαν τα κεφάλια ολων μας απο το jet lag. To ξενοδοχείο είχε πισίνα και άραξα και κοιτούσα τα αστέρια. Πολλά αστέρια με πολλά χρώματα. Υστερα κατάλαβα πως ηταν πυγολαμπίδες και συνειδητοποίησα πως δεν έχω ιδέα απο αστρονομία. Τωρα πιά, έχω ενα τηλεσκόπιο στην ταράτσα μου…»

O Wilco θα γνωριστεί και θα γίνει φίλος με τον μπασίστα του συγκροτήματος, Norman Watt-Roy.

To 1983 έκανε ενα νέο συγκρότημα με τον αρμονικίστα Lew Lewis, κυκλοφόρησαν ενα σιγκλάκι και οταν έμαθε πως οι Clash εδιωξαν τον Topper Headon, τον πήρε στο σχήμα και βγήκαν για live στο Marquee, στο Reading Festival και σε μερικές ακόμα εμφανίσεις.

Το 1984 ξανασχημάτισε τους Wilko Johnson Band και έβγαλε μια σειρά απο άλμπουμς.

Συμμετείχε ακόμα και στο “Que Sera Sera” το άλμπουμ που έβγαλε το 1985 ο Johnny Thunders.

Την δεκαετία του ’80, του ’90 και μέσα στη νέα χιλιετία, συνέχισε να εμφανίζεται ζωντανά στην Βρετανία, την Ευρώπη και την Ιαπωνία οπου έπαιξε πέντε φορές.

Το βραβευμένο ντοκυμαντέρ που έκανε ο Julien Temple το 2009 με τίτλο “Oil City Confidential” επανέφερε στην επικαιρότητα τόσο τους Dr. Feelgood οσο και τον Wilco Johnson..

Η καριέρα του πήρε μια διαφορετική πορεία οταν το 2010 του έδωσαν τον ρόλο του μουγκού εκτελεστή Ilyn Payne στην τηλεοπτική σειρά Game of Thrones. Επαιξε σε τέσσερα επεισόδια τα οποία προβλήθηκαν το 2011 και το 2012.

Την ιδια χρονιά ο Wilko και η βιογράφος του Zoë Howe εξέδωσαν το βιβλίο ‘Wilko Johnson: Looking Back At Me’.

To 2012 διαγνώσθηκε σε τελικό στάδιο παγκρεατικού καρκίνου αλλά παρά τις προβλέψεις των γιατρών, μετά απο μια εγχείρηση, το 2013, αποδείχθηκε πως γλύτωσε.

Το 2014 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Going Back Home“, σε συνεργασία με τον Roger Daltrey των Who το οποίο έφτασε στο νούμερο 3 των Βρετανικών charts. Οι δυό τους αποφάσισαν να δουλέψουν μαζί στο άλμπουμ όχι μόνο επειδή και οι δύο είναι φανατικοί θαυμαστές των Johnny Kidd and The Pirates, αλλά καθώς όλοι πίστευαν ότι ο Wilko θα πεθάνει από τον καρκίνο, σκέφτηκαν πως καλό θα ήταν να βιαστούν να το ηχογραφήσουν γιατί ολο έλεγαν να το κάνουν και δεν το είχαν κάνει ποτέ… Επίσης στο άλμπουμ παίζουν ο Norman Watt-Roy και ο Dylan Howe οι οποίοι είναι τα δύο μέλη των Wilko Johnson Band , o  αρμονικίστας Steve ‘West’ Weston και ο χαμοντίστας Mick Talbot των Style Council.

Το 2016 εκδόθηκε μια δεύτερη βιογραφία του με τίτλο ‘Don’t You Leave Me Here’, ενω πέρσι οι Wilco Johnson Band κυκλοφόρησαν το άλμπουμ “Blow Your Mind”.

Εδω μπορείτε να δείτε “Την Εκσταση του Wilco Johnson” σε σκηνοθεσία Julien Temple…

 

.

 
Leave a comment

Posted by on August 23, 2019 in Rock

 

Tags: , , , , , , ,

Νέες κυκλοφορίες

Η post-punk μπάντα A Projection απο την Στοκχόλμη, ανακοίνωσε επίσημα πως υπέγραψε με την Metropolis Records. Πολλοί περιγράφουν τον ήχο των A Projection ως ένα χορευτικό μείγμα post-punk, indie pop και electronica. Το πρώτο τους άλμπουμ, Exit, κυκλοφόρησε το 2015, για να το ακολουθήσει το Framework του 2017.

Το νέο τους άλμπουμ λέγεται “Section” και η Metropolis θα το κυκλοφορήσει στις 25 Οκτωβρίου.

Μια από τις πιο ταλαντούχες μπάντες στον χώρο του electro-industrial wave απο τα τέλη της δεκαετίας του ’80 και του ’90, οι Numb, επιστρέφουν σήμερα, 23 Αυγούστου, με το νέο τους άλμπουμ Mortal Geometry. Ο Don Gordon των Numb είναι από καιρό γνωστός για το μοναδικό του ταλέντο στην ενορχήστρωση και το sound design.

Στο Mortal Geometry αναμιγνύονται πολλά trance στοιχεία, δυνατές δόσεις απο ambient, και σκοτεινό EBM. Ένα αριστοτεχνικό μείγμα ατμόσφαιρας, ηλεκτρονικού ήχου και αγωνίας…

 
Leave a comment

Posted by on August 23, 2019 in Electronic, Goth, Post Punk

 

Desenterrando Sad Hill: Ενα διαφορετικό ντοκυμαντέρ (2017)

Το 2016 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια απο την ημερομηνία της πρώτης προβολής της ταινίας του Sergio Leone, «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος».

Στα γυρίσματα της, 20 μίλια νοτιοανατολικά απο το Burgos της Βόρειας Ισπανίας, συνέβαλε ακόμα και ο Ισπανικός στρατός.

Οι στρατιώτες έλαβαν μέρος ως κομπάρσοι, κατασκεύασαν μια γέφυρα και δημιούργησαν στο Sad Hill, υπο την καθοδήγηση του Carlo Simi, ενα κυκλικό νεκροταφείο με 5000 τάφους για τις ανάγκες των γυρισμάτων της ιστορικής μονομαχίας ανάμεσα στους χαρακτήρες που υποδύονται οι Clint Eastwood, Eli Wallach και Lee Van Cleef.

Μετά το τέλος των γυρισμάτων το μέρος εγκαταλείφθηκε και η φύση ανέλαβε το έργο της.

Το 2015 μια ομάδα φανατικών οπαδών της ταινίας, ανέλαβε να ξαναδημιουργήσει στην ίδια τοποθεσία, να ξεθάψει αν θέλετε, το νεκροταφείο του Sad Hill.

Για να φέρουν σε πέρας το εργο, ζήτησαν την χορηγία οσων αγάπησαν την ταινία και πρωτοτύπησαν βάζοντας τα ονόματα των χορηγών αυτών στους σταυρούς των τάφων του νεκροταφείου που ξαναδημιούργησαν αφού πρώτα αφαίρεσαν απο την περιοχή, και μετά απο μήνες δουλειάς, ενα στρώμα επτάμιση πόντων χώματος μέχρι να αποκαλυφθεί το επίπεδο στο οποίο είχαν γίνει τα γυρίσματα…

Αυτη η πράξη αγάπης κάποιων ανθρώπων για ενα εργο τέχνης, είναι το θέμα του όμορφου ντοκiμαντέρ “Desenterrando Sad Hill” του Guillermo de Oliveira.

Με συντελεστές της ταινίας οπως ο Clint Eastwood, ο Ennio Morricone και ο οπερατερ του Sergio Salvati να λένε παραλειπόμενα απο τα γυρίσματα και με καλεσμένους τον James Hetfield των Metallica και τον σκηνοθέτη Joe Dante, το αποτέλεσμα είναι συγκινητικό και κορυφώνεται με τους 4000 επισκέπτες του νεκροταφείου να απολαμβάνουν μια τελευταία προβολή της ταινίας κάτω απο τα άστρα…

 
Leave a comment

Posted by on August 22, 2019 in Documentaries

 

Η σκοτεινή εικόνα του σήμερα, μέσα απο τα σκίτσα του Gunduz Agayev

Ο Gunduz Agayev, είναι ενας εικονογράφος από το Αζερμπαϊτζάν, ο οποίος χρησιμοποιεί την τέχνη του για να επικρίνει τα σημερινά προβλήματα του κόσμου μας.

Αυτή τη φορά επικεντρώνεται στην κοινωνία, τη μισαλλοδοξία της μάζας, την εξαφάνιση της ατομικότητας και τον καταναλωτισμό.

Αυτό το σκίτσο έχει τίτλο “H Τελευταία Οαση” οπότε, αν βρίσκετε κι εσείς την δουλειά του ενδιαφέρουσα, δείτε περισσότερα ΕΔΩ

 
Leave a comment

Posted by on August 21, 2019 in Politics