RSS

Οι εκδόσεις Nightread παρουσιάζουν: Το Κλειδί της Εύας – Mike Pougounas 

26 May

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Nightread το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που ακόμα δεν έχει όνομα.

O Mike περιπλανιέται σε έναν κόσμο που βρίσκεται μέσα στο μυαλό του. Σε αυτόν τον νέο κόσμο, οι απαντήσεις στα ερωτήματά του καθώς και οι εκπλήξεις που τον περιμένουν σε κάθε του βήμα, παίρνουν μορφή από τις εμπειρίες της ζωής του, τους φόβους και τα τραγούδια του. Σε αυτό το ψυχεδελικό ταξίδι συναντά τους προσωπικούς του ήρωες, και κάποιες ξεπερασμένες αντιλήψεις του μαζί με έναν νέο φίλο, τον Κώστα, που κινδυνεύει να μείνει για πάντα σε αυτό τον φανταστικό κόσμο αν δεν βρουν τον σωστό τρόπο να επιστρέψουν στην πραγματικότητα. Κι ο Κώστας, του αποκαλύπτει ένα μεγάλο μυστικό…

 

Ο Mike Pougounas γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965 και σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου.

Ασχολήθηκε με την μουσική από μικρός και έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα 11 στούντιο άλμπουμ με τα συγκροτήματα Flowers of Romance, Nexus και New Zero God.

Από το 2012 μέχρι σήμερα, επιμελείται και παρουσιάζει την δίωρη εβδομαδιαία μουσική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas, για τον Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό KOWS 92,5FM η οποία αναμεταδίδεται και από ιντερνετικούς σταθμούς στον Καναδά, στην Αγγλία και στην Ελλάδα.

Εκτός απο το Tribe4mian, άρθρα του αναρτώνται συχνά στο Merlin’s Music Box, και κάποια έχουν δημοσιευθεί στο Ελληνικό περιοδικό Planet of Songs και στο ηλεκτρονικό The Revista 13 από την Αργεντινή.

Η πρώτη του ιστορία που εκδόθηκε σε βιβλίο ήταν το “Why Can’t I Be You?” στο βιβλίο «Ο Κήπος των Κρεμασμένων».

Το 2008 βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας για την ταινία του “Vlad ο Δαίμων”.

Το Tribe4mian σας παρουσιάζει εδω την αρχή τού βιβλίου για να ψηθείτε και να το απολαύσετε ως το τέλος!

                                            ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΥΑΣ

«Τώρα μιλάς σοβαρά ότι ο Τζάστιν Σάλιβαν έγραψε τραγούδι για ελληνικό βουνό;» ρώτησε και γυρόφερε το κολονάτο ποτήρι στο χέρι του…
«Ναι, ρε συ, την Στρογγούλα στα Τζουμέρκα» απάντησα και τσούγκρισα τα ποτήρια μας με ένα χαμόγελο…
Το τραπέζι ήταν γεμάτο άδεια πιάτα με υπολείμματα φαγητού. Μερικά ψίχουλα βρίσκονταν πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο γύρω από το πιάτο μου και επειδή αυτό ήταν κάτι που μου συνέβαινε συχνά αλλά με ενοχλούσε, σκεφτόμουν ότι μπορεί να έπασχα από κάποια ψυχοσωματική διαταραχή…
Παρόλα αυτά, είχα την αίσθηση ότι ήμουν λίγο ζαλισμένος, a bit lightheaded που λένε οι Αμερικάνοι…
Η σκέψη ότι το είχα μεταφράσει στα αγγλικά με έκανε να τινάξω ελαφρά το κεφάλι μου για να συνέλθω.
Τα μιλούσα σχεδόν όλες τις ώρες στην καθημερινότητά μου, ωστόσο ακόμα με εντυπωσίαζε που έκανα και τις σκέψεις μου σε αυτή την γλώσσα και όχι στα ελληνικά.
Από την πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα ακούστηκαν οι δύο γυναίκες να γελούν μιλώντας ακατάληπτα.
«Χαζογελάς, έτσι;» έκανε ο Βασίλης και ήπιε μια γουλιά από το κόκκινο κρασί που είχε στο ποτήρι του.
Είχε σηκώσει λίγο τα μανίκια του μαύρου πουκαμίσου του αποκαλύπτοντας ένα λεπτό στρώμα από μαύρες τρίχες στα χέρια του.
«Φίλε, σε ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση» είπα παίζοντας αμήχανα με τον φελλό του μπουκαλιού. Και συμπλήρωσα:
«Έχω να σε δω 15 χρόνια και ερχόμαστε απόψε σε αυτό το υπέροχο σπίτι και… τι να πω; Πραγματικά, το γούστο της Φλώρας στο ντεκόρ είναι τρομερό.»
Πίστεψα ότι θα τον κολάκευα με το ψέμα μου. Τα πάντα ήταν άσπρα, ρε γαμώτο. Οι κουρτίνες, οι τοίχοι, το στρογγυλό ρολόι στον τοίχο με τους δύο λεπτούς μαύρους δείκτες του να δείχνουν ότι σε δύο λεπτά θα ήταν μεσάνυχτα, το ύφασμα στα έπιπλα του σαλονιού. Κι αν ήταν κάτι που δεν άντεχα ήταν το άσπρο.
Όλα άσπρα, εκτός από το πουκάμισο που φορούσε, το γαλαζοπράσινο διαφανές κουτί του πικάπ που ακουμπούσε πάνω στο γυάλινο έπιπλο και που μπορούσες να δεις όλο τον μηχανισμό του, και την μεγάλη βιβλιοθήκη που έστεκε δίπλα του, γεμάτη δίσκους βινυλίου.
Ξεκούμπωσε το άσπρο κουμπί κάτω από τον λαιμό του για να πάρει μια ανάσα και ψιθύρισε σκύβοντας πάνω από το άδειο πιάτο του…
«Μπορείς να μου πεις που βρήκες αυτή την κοκκινομάλλα; Είναι άπαιχτο μωρό…»
«Τη γνώρισα σε μια συναυλία των Cinematic Orchestra. Eίχα πάει να πάρω ένα ποτό από το μπαρ και μέσα στο στριμωξίδι η Μεγκ δεν πρόσεξε, με σκούντηξε και το έχυσε πάνω μου. Οπότε, πιάσαμε την κουβέντα.»
«Πάντως μιλάει πολύ καλά ελληνικά!» είπε ο Βασίλης ανασηκώνοντας τα φρύδια του…
«Είναι εδώ πέντε χρόνια και ήδη είμαστε μαζί τέσσερις μήνες.»
«Σωστόοος…» έκανε ο Βασίλης κλείνοντάς μου το μάτι καθώς σηκώθηκε από το κάθισμά του.
«Πάω να δω τι κάνουν τόση ώρα», είπε και χάθηκε στην διπλανή πόρτα.
«Βρε, κορίτσια! Γιατί δεν το λέγατε; Θα πεταγόμουν εγώ να το πάρω», τον άκουσα να λέει καθώς οι δύο γυναίκες χαχάνισαν με την έκπληξη του.
Γύρισα και κοίταξα έξω από το παράθυρο.
Το πορτοκαλί φως από μια κολόνα στον δρόμο έσπαγε το σκοτάδι της νύχτας.
Κοίταξα το ρολόι στον τοίχο. Είχε πάει 12 ακριβώς.
Μπορεί να μεγαλώσαμε μαζί με τον Βασίλη και μπορεί να είχαμε και οι δύο εθιστεί στην μουσική από μικροί, αλλά οι δρόμοι που ακολουθήσαμε στη ζωή ήταν εντελώς διαφορετικοί. Ο πατέρας του ήταν διευθυντής μιας από τις μεγαλύτερες εταιρίες γαλακτοκομικών της χώρας και το όνειρό του ήταν να πάρει την θέση του, ο γιος του.
Υπήρχαν βράδια που μαζευόμασταν όλη η παρέα στο δώμα στην ταράτσα του σπιτιού ενός φίλου και ακούγαμε το Ummagumma των Pink Floyd. Mια πράσινη και μια κόκκινη λάμπα ήταν οι μόνες πηγές φωτός που, ας πούμε, φώτιζαν το δωμάτιο ώστε να μπαλαμουτιάζει ένα κορίτσι της γειτονιάς πάνω στο διπλό κρεβάτι που είχε χωρέσει με τα χίλια ζόρια και που για μεταφερθεί είχαμε βοηθήσει όλοι. Οι βραδιές ολοκληρώνονταν όταν ο καθένας μας έπαιρνε ένα κομμάτι βαμβάκι ποτισμένο με καθαρή βενζίνη. Ρουφούσες βαθιά και η ζάλη θόλωνε τα πάντα – άλλοτε οι φωνές ακούγονταν βαριές και αργές κι άλλοτε ψιλές και γρήγορες.
Αργότερα ο Βασίλης έφυγε για σπουδές στο ΜΙΤ στην Μασαχουσέτη…
«Ρε μαλάκα, τα κορίτσια πήγαν και αγόρασαν μιλφέιγ!» είπε μπαίνοντας στο δωμάτιο διακόπτοντας τις σκέψεις μου.
«Ωχ! Γαμάτο;» έκανα.
Οι δύο γυναίκες τον ακολούθησαν χαμογελαστές.
«Όχι, ρε συ!» είπε η Φλώρα μπαίνοντας στην τραπεζαρία κρατώντας έναν δίσκο με τέσσερα πιάτα μιλφέιγ…
Πίσω της ερχόταν η Μεγκ με ένα πλατύ χαμόγελο να φωτίζει το γεμάτο φακίδες πρόσωπό της, ενώ προσπαθούσε με τα δυο της χέρια να πιάσει σε κότσο τα μακριά κόκκινα μαλλιά της.
«Η Μεγκ μου έλεγε στην κουζίνα ότι η κάνναβη, η κοκαΐνη, η μεσκαλίνη και η ηρωίνη χρησιμοποιούνταν τον 19ο αιώνα σε μεγάλη κλίμακα για ψυχαγωγία», είπε η Φλώρα. «Δεν ήταν απαγορευμένα».
Ακούμπησε τον δίσκο στο τραπέζι, ενώ ο Βασίλης κάθισε στην θέση του κοιτώντας λαίμαργα το γλυκό.
-«Μωρό μου…», είπε η Φλώρα. «Το δώρο που μας έφεραν τα παιδιά είναι ένα μπουκάλι Λαγκαβούλιν. Και θα το ανοίξουμε μετά από αυτό», είπε δείχνοντας με το δάκτυλό της τα πιάτα.
«Ελάτε ρε παιδιά!!! Δεν ήταν ανάγκη…» είπε ο Βασίλης ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του για να βουτήξει χωρίς καθυστέρηση το πιάτο του.
Γελάσαμε όλοι με την αντίδρασή του.
«Ξέρεις», είπε ο Βασίλης μασώντας την πρώτη μπουκιά και κοιτάζοντας στα μάτια τη Μεγκ, «ο Πάπας Λέων ο δέκατος τρίτος συνήθιζε να πίνει μία μίξη κρασιού με κοκαΐνη, ενώ ο Κάρολος Ντίκενς και ο Κόναν Ντόιλ γούσταραν κι αυτοί να διεγείρονται… πνευματικά». Έκανε μια κίνηση σαν να χτυπούσε ένεση στο μπράτσο του και ξέσπασε σε γέλια μαζί με τη Φλώρα…
«I am missing a few words here», μου είπε μπερδεμένη η Μεγκ κουνώντας τα χέρια της γύρω από το κεφάλι μιας και δεν κατάλαβε όλες τις λέξεις.
Της εξήγησα για τους δύο συγγραφείς κι εκείνη χάρηκε που το αντικείμενο της κουβέντας μας της άρεσε.
«Παιδιά, ακόμα και ο Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, αυτός που έγραψε το Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ γινόταν κόκκαλο με κοκαΐνη», είπε με σπαστά Ελληνικά και όλοι συνέχισαν να γελούν με έναν τρόπο που μου φάνηκε κάπως υπερβολικός. Έκοψα ένα κομμάτι από το γλυκό και το έβαλα στο στόμα μου.
«Εσύ πού τα ξέρεις όλα αυτά, Μεγκ; Μάικ, σοβαρά τώρα, πες μου τι στο διάβολο έχει σπουδάσει αυτή η πανέξυπνη Σκωτσέζα», είπε o Βασίλης.

«…και η πολύ χαριτωμένη Σκωτσέζα», πρόσθεσε πονηρά η Φλώρα.
Η Μεγκ κάθισε στην καρέκλα δίπλα μου και μου έδωσε ένα φιλί ενώ ταυτόχρονα χαμογελούσε, με τα γαλάζια μάτια της καρφωμένα στα δικά μου γεμάτα αγάπη.
Τα μαλλιά της μύριζαν καρότο λόγω μιας ειδικής λακ που χρησιμοποιούσε. Έλεγε ότι έτσι συντηρούσε τα μαλλιά της κόκκινα – καροτί για να είμαι ακριβής – και λαμπερά. Γύρισε μπροστά της, άπλωσε τα χέρια της γύρω από το πιάτο της και έμπλεξε ντροπαλά τα δάκτυλά της.
«Έχω σπουδάσει ψυχολογία κι έχω δουλέψει βοηθώντας άτομα που έχουν πρόβλημα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά», είπε η Μεγκ.
Τα γέλια σταμάτησαν και πάνω από το τραπέζι απλώθηκε απόλυτη σιωπή.
Ξαφνικά Η Μεγκ κι εγώ δεν μπορέσαμε να συγκρατηθούμε άλλο και ξεσπάσαμε σε τρανταχτά γέλια.
«Μαλάκας είσαι, ρε; Δεν βλέπεις με ποιόν είναι;», φώναξα στον Βασίλη δείχνοντας με το χέρι τον εαυτό μου.
«Εμ βέβαια, εσύ είσαι λίγο τρελούτσικος, σου χρειαζόταν ένα κορίτσι σαν την γιατρίνα μας από εδώ», είπε η Φλώρα και ξέσπασε κι εκείνη σε γέλια.
«Οκέι, οκέι, φέρτε τα πιάτα να τα πάω μέσα και να φέρω κάτι σπέσιαλ», είπε ο Βασίλης και σηκώθηκε όρθιος βαστώντας το άδειο του πιάτο.
«Μωρό μου, πάρε και το δικό μου», είπε η Φλώρα και του έδωσε το πιάτο της.
«Εσείς… πιάτο για τον νεροχύτη;» είπε ο Βασίλης και έδειξε την Μεγκ κι εμένα.
Άδειασα το δικό μου και πρόλαβα να το ακουμπήσω πάνω από το πιάτο της κοκκινομάλλας την ώρα που του το έδινε.
Ο Βασίλης χάθηκε στην κουζίνα αλλά επέστρεψε σχεδόν αμέσως.
«Έχω ένα φοβερό τσάι με γεύση μανταρίνι», είπε. «Γουστάρετε;»
«Ναι, παρακαλώ», είπε η Μεγκ.
«Ευχαρίστως θα έπινα κι εγώ ένα», απάντησα.
«Φέρε για όλους, αγάπη», του είπε η Φλώρα και ο Βασίλης χάθηκε ξανά πίσω από την πόρτα της κουζίνας.
«Πώς είπες, Μεγκ, εκείνα τα μανιτάρια που είναι στα παραμύθια και που είναι παραισθησιογόνα», ρώτησε η Φλώρα τη Μεγκ.
«Αmanita Muscaria. Είναι πολύ τοξικά».
«Δηλαδή, μπορεί να πεθάνεις;»
«Συνήθως όχι, αλλά μπορεί να στείλουν στο νοσοκομείο. Πάντως, υπάρχουν πολλά είδη και κάποια από αυτά είναι θανατηφόρα. Είναι ένα που ονομάζεται Death Cup». Γύρισε και με κοίταξε για βοήθεια στην μετάφραση.
«Εεε… δεν ξέρω αν υπάρχει ονομασία γι’ αυτό το μανιτάρι στα ελληνικά, βρε μωρό μου. Έτσι κι αλλιώς νομίζω πως αυτά τα μανιτάρια φυτρώνουν στη Βόρεια Ευρώπη. Δεν τα έχουμε εδώ.
«Αχά… ναι», είπε η Μεγκ και τα μακριά σπαστά καροτί μαλλιά της σκέπασαν το δεξί της στήθος καθώς γύρισε να μιλήσει στην Φλώρα.
«Συνήθως το Amanita Muscaria το έτρωγαν οι σαμάνοι, οι μάγοι στη Σιβηρία και στην Φινλανδία και στις Σκανδιναβικές χώρες. Αυτοί χρησιμοποιούσαν το σώμα τους για να διυλίσουν το μανιτάρι και μετά κατουρούσαν σε κούπες για να το πιουν οι άνθρωποι της φυλής τους και να τριπάρουν. Να δουν διάφορα.
«Όχιιιι…», είπε η Φλώρα.
Η Μεγκ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά κάνοντας «αχά…»
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Βασίλης με το τσάι. Τέσσερα φλιτζάνια που μας τα σερβίρισε ο ίδιος.
«Άκου Βασίλη, η Μεγκ λέει…»
«Άκουγα από μέσα».
«Μπρρρ…», έκανε η Φλώρα με μια έκφραση σιχασιάς.
«Νομίζω ότι η πώληση του Amanita Muscaria απαγορεύτηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 2006», είπε η Mεγκ.
Γύρισε και με κοίταξε κι εγώ ανασήκωσα τους ώμους μου κάνοντας έναν μορφασμό σαν να έλεγα, «Που να ξέρω εγώ;»
Ρούφηξα μια γουλιά από το τσάι. Δεν έκαιγε όπως νόμιζα και για να πω την αλήθεια η γεύση του ήταν λίγο ξινή και μύριζε μανταρίνι.
«Ε;», μου είπε ο Βασίλης και με κοίταξε περιμένοντας τη γνώμη μου
«Ωραίο!», του είπα.
«Δεν στο ’πα εγώ;
«Και Η Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων έλεγαν ότι είχε γραφτεί υπό την επήρεια ναρκωτικών», συνέχισε η Φλώρα…
«Ναι, είναι μια θεωρία που εμφανίστηκε στην δεκαετία του εξήντα», απάντησε η Μεγκ, «αλλά για να λέμε την αλήθειά, την εποχή που ο Λιούις Κάρολ έγραψε το βιβλίο γινόταν ευρεία χρήση του οπίου και των ναρκωτικών γενικά…»
Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια κίνηση, σαν κάτι να έτρεξε δεξιά μου πίσω από τον καναπέ. Κοίταξα τον Βασίλη που ήταν προσηλωμένος στην συζήτηση για την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.
Ήπια και το υπόλοιπο τσάι. Πράγματι, ήταν πολύ εύγευστο.
Τελικά του είχαν έρθει μια χαρά τα πράγματα του Βασίλη. Κάπου τον ζήλευα. Θαρρείς και η κρίση δεν τον είχε επηρεάσει και…
Κάτι κινήθηκε ξανά κάτω από τον καναπέ. Κάτω από τον μεγάλο άσπρο καναπέ. Μου φάνηκε σαν κάποιο ζώο σε μέγεθος μικρής γάτας αλλά με περίεργο χρώμα.
Κάτι ειπώθηκε και οι άλλοι τρείς άρχισαν να γελάνε. Γέλασα κι εγώ για να μην φανεί ότι δεν πρόσεχα.
«…και έκανε έτσι, με το χέρι στον ώμο του, και έδιωχνε τα ανθρωπάκια», είπε ο Βασίλης και γέλασαν ξανά. Γέλασα κι εγώ και…ωπ!… Νάτο! Γύρισα αργά-αργά το κεφάλι μου και κοίταξα κάτω από τον καναπέ.
Ήταν ένα μικρό κίτρινο ιπποποταμάκι. Ένα τόσο δα ιπποποταμάκι σε μέγεθος μικρής γάτας, με δυο στρογγυλά γλυκά ματάκια που με κοιτούσε έχοντας βγάλει το κεφάλι του κάτω από τον καναπέ. Ξεροκατάπια αλλά δεν είχα σάλιο για να καταπιώ. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρήγορα και δυνατά.. Δεν αισθανόμουν καλά. Άρχιζα να πανικοβάλλομαι. Γύρισα και κοίταξα τον Βασίλη που μιλούσε κάνοντας χειρονομίες αλλά δεν τον άκουγα! Οι σκέψεις μου ακούγονταν δυνατά μέσα στο κεφάλι μου, πιο δυνατά κι απ’ τη φωνή του Βασίλη. Γύρισα και ξανακοίταξα κάτω από τον καναπέ. Το ιπποποταμάκι δεν ήταν πια εκεί. Αισθανόμουν μούσκεμα στον ιδρώτα.
Σηκώθηκα όρθιος. Ο Βασίλης σταμάτησε να μιλά και με κοίταξε.
«Είσαι καλά Μάικ;» ρώτησε.
Έγνεψα «ναι» και η Μεγκ μου έπιασε το χέρι.
«Που πας μωρό μου;
«Πάω λίγο στην τουαλέτα», απάντησα, κάνοντας μια άσχετη κυκλική κίνηση με τα δυο μου χέρια, εννοώντας ότι θα επέστρεφα. Καταλάβαινα ότι πρέπει να είχα γουρλώσει τα μάτια μου.
«Είσαι καλά; Φαίνεσαι κάτασπρος. Μήπως θέλεις να έρθω κι εγώ;» ρώτησε.
«Όχι, μωρέ, είμαι εντάξει».
«Ευθεία στον διάδρομο, η πρώτη πόρτα δεξιά, φίλε», φώναξε ο Βασίλης.
Άκουγα τις φωνές τους σαν να μου μιλούσαν από άλλο δωμάτιο. Η καρδιά μου αντηχούσε μέσα στο κεφάλι μου. Άνοιξα την πόρτα του μπάνιου και μπήκα μέσα. Μαύρα πλακάκια, άσπρη λεκάνη, άσπρος νιπτήρας, άσπρο μπάνιο και άσπρες πετσέτες. Σκατά… σκέφτηκα και γέλασα.
«Δεν έχει σκατά πουθενά, αλλά όλα είναι σκατά», μονολόγησα. Δεν είχα όρεξη να γελάσω. Ένιωθα ότι το πρόσωπό μου δεν ήθελε να κάνω κανέναν μορφασμό. Όλοι οι μύες μου είχαν τραβηχτεί προς τα κάτω. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Άνοιξα ένα από τα διπλανά ντουλαπάκια και κοίταξα τα καλλυντικά. Σαν να είχα ηρεμήσει κάπως.
«Τι σου κάνει ώρες ώρες το μυαλό», σκέφτηκα.
Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες. Ίσως έπρεπε να πάρω τη Μεγκ και να την κάνουμε για το σπίτι. Ναι, αυτό έπρεπε να κάνουμε. Έκλεισα το ντουλαπάκι και πήγα μέχρι την πόρτα…
Οι φωνές τους δεν ακουγόντουσαν τώρα. Ίσως μιλούσαν ψιθυριστά…

 

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΥΑΣ του Μιχάλη Πούγουνα διατίθεται απο:

Απευθείας από τον Μιχάλη Πούγουνα

AΘΗΝΑ

Ars Nocturna

Το Δισκάδικο

Syd

Ιμάντας

Dirty Noise

Le Disques Noir

Old School Records

Music Works

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Lotus

 
Leave a comment

Posted by on May 26, 2020 in Books/Literary

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

 
%d bloggers like this: