RSS

Category Archives: Books/Literary

Οι εκδόσεις Nightread παρουσιάζουν: Το Κλειδί της Εύας – Mike Pougounas 

Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Nightread το πρώτο μέρος μιας τριλογίας που ακόμα δεν έχει όνομα.

O Mike περιπλανιέται σε έναν κόσμο που βρίσκεται μέσα στο μυαλό του. Σε αυτόν τον νέο κόσμο, οι απαντήσεις στα ερωτήματά του καθώς και οι εκπλήξεις που τον περιμένουν σε κάθε του βήμα, παίρνουν μορφή από τις εμπειρίες της ζωής του, τους φόβους και τα τραγούδια του. Σε αυτό το ψυχεδελικό ταξίδι συναντά τους προσωπικούς του ήρωες, και κάποιες ξεπερασμένες αντιλήψεις του μαζί με έναν νέο φίλο, τον Κώστα, που κινδυνεύει να μείνει για πάντα σε αυτό τον φανταστικό κόσμο αν δεν βρουν τον σωστό τρόπο να επιστρέψουν στην πραγματικότητα. Κι ο Κώστας, του αποκαλύπτει ένα μεγάλο μυστικό…

 

Ο Mike Pougounas γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965 και σπούδασε σκηνοθεσία κινηματογράφου.

Ασχολήθηκε με την μουσική από μικρός και έχει κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα 11 στούντιο άλμπουμ με τα συγκροτήματα Flowers of Romance, Nexus και New Zero God.

Από το 2012 μέχρι σήμερα, επιμελείται και παρουσιάζει την δίωρη εβδομαδιαία μουσική εκπομπή The Blackout Radio Show with Mike Pougounas, για τον Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό KOWS 92,5FM η οποία αναμεταδίδεται και από ιντερνετικούς σταθμούς στον Καναδά, στην Αγγλία και στην Ελλάδα.

Εκτός απο το Tribe4mian, άρθρα του αναρτώνται συχνά στο Merlin’s Music Box, και κάποια έχουν δημοσιευθεί στο Ελληνικό περιοδικό Planet of Songs και στο ηλεκτρονικό The Revista 13 από την Αργεντινή.

Η πρώτη του ιστορία που εκδόθηκε σε βιβλίο ήταν το “Why Can’t I Be You?” στο βιβλίο «Ο Κήπος των Κρεμασμένων».

Το 2008 βραβεύτηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Πάτρας για την ταινία του “Vlad ο Δαίμων”.

Το Tribe4mian σας παρουσιάζει εδω την αρχή τού βιβλίου για να ψηθείτε και να το απολαύσετε ως το τέλος!

                                            ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΥΑΣ

«Τώρα μιλάς σοβαρά ότι ο Τζάστιν Σάλιβαν έγραψε τραγούδι για ελληνικό βουνό;» ρώτησε και γυρόφερε το κολονάτο ποτήρι στο χέρι του…
«Ναι, ρε συ, την Στρογγούλα στα Τζουμέρκα» απάντησα και τσούγκρισα τα ποτήρια μας με ένα χαμόγελο…
Το τραπέζι ήταν γεμάτο άδεια πιάτα με υπολείμματα φαγητού. Μερικά ψίχουλα βρίσκονταν πάνω στο λευκό τραπεζομάντηλο γύρω από το πιάτο μου και επειδή αυτό ήταν κάτι που μου συνέβαινε συχνά αλλά με ενοχλούσε, σκεφτόμουν ότι μπορεί να έπασχα από κάποια ψυχοσωματική διαταραχή…
Παρόλα αυτά, είχα την αίσθηση ότι ήμουν λίγο ζαλισμένος, a bit lightheaded που λένε οι Αμερικάνοι…
Η σκέψη ότι το είχα μεταφράσει στα αγγλικά με έκανε να τινάξω ελαφρά το κεφάλι μου για να συνέλθω.
Τα μιλούσα σχεδόν όλες τις ώρες στην καθημερινότητά μου, ωστόσο ακόμα με εντυπωσίαζε που έκανα και τις σκέψεις μου σε αυτή την γλώσσα και όχι στα ελληνικά.
Από την πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα ακούστηκαν οι δύο γυναίκες να γελούν μιλώντας ακατάληπτα.
«Χαζογελάς, έτσι;» έκανε ο Βασίλης και ήπιε μια γουλιά από το κόκκινο κρασί που είχε στο ποτήρι του.
Είχε σηκώσει λίγο τα μανίκια του μαύρου πουκαμίσου του αποκαλύπτοντας ένα λεπτό στρώμα από μαύρες τρίχες στα χέρια του.
«Φίλε, σε ευχαριστούμε πολύ για την πρόσκληση» είπα παίζοντας αμήχανα με τον φελλό του μπουκαλιού. Και συμπλήρωσα:
«Έχω να σε δω 15 χρόνια και ερχόμαστε απόψε σε αυτό το υπέροχο σπίτι και… τι να πω; Πραγματικά, το γούστο της Φλώρας στο ντεκόρ είναι τρομερό.»
Πίστεψα ότι θα τον κολάκευα με το ψέμα μου. Τα πάντα ήταν άσπρα, ρε γαμώτο. Οι κουρτίνες, οι τοίχοι, το στρογγυλό ρολόι στον τοίχο με τους δύο λεπτούς μαύρους δείκτες του να δείχνουν ότι σε δύο λεπτά θα ήταν μεσάνυχτα, το ύφασμα στα έπιπλα του σαλονιού. Κι αν ήταν κάτι που δεν άντεχα ήταν το άσπρο.
Όλα άσπρα, εκτός από το πουκάμισο που φορούσε, το γαλαζοπράσινο διαφανές κουτί του πικάπ που ακουμπούσε πάνω στο γυάλινο έπιπλο και που μπορούσες να δεις όλο τον μηχανισμό του, και την μεγάλη βιβλιοθήκη που έστεκε δίπλα του, γεμάτη δίσκους βινυλίου.
Ξεκούμπωσε το άσπρο κουμπί κάτω από τον λαιμό του για να πάρει μια ανάσα και ψιθύρισε σκύβοντας πάνω από το άδειο πιάτο του…
«Μπορείς να μου πεις που βρήκες αυτή την κοκκινομάλλα; Είναι άπαιχτο μωρό…»
«Τη γνώρισα σε μια συναυλία των Cinematic Orchestra. Eίχα πάει να πάρω ένα ποτό από το μπαρ και μέσα στο στριμωξίδι η Μεγκ δεν πρόσεξε, με σκούντηξε και το έχυσε πάνω μου. Οπότε, πιάσαμε την κουβέντα.»
«Πάντως μιλάει πολύ καλά ελληνικά!» είπε ο Βασίλης ανασηκώνοντας τα φρύδια του…
«Είναι εδώ πέντε χρόνια και ήδη είμαστε μαζί τέσσερις μήνες.»
«Σωστόοος…» έκανε ο Βασίλης κλείνοντάς μου το μάτι καθώς σηκώθηκε από το κάθισμά του.
«Πάω να δω τι κάνουν τόση ώρα», είπε και χάθηκε στην διπλανή πόρτα.
«Βρε, κορίτσια! Γιατί δεν το λέγατε; Θα πεταγόμουν εγώ να το πάρω», τον άκουσα να λέει καθώς οι δύο γυναίκες χαχάνισαν με την έκπληξη του.
Γύρισα και κοίταξα έξω από το παράθυρο.
Το πορτοκαλί φως από μια κολόνα στον δρόμο έσπαγε το σκοτάδι της νύχτας.
Κοίταξα το ρολόι στον τοίχο. Είχε πάει 12 ακριβώς.
Μπορεί να μεγαλώσαμε μαζί με τον Βασίλη και μπορεί να είχαμε και οι δύο εθιστεί στην μουσική από μικροί, αλλά οι δρόμοι που ακολουθήσαμε στη ζωή ήταν εντελώς διαφορετικοί. Ο πατέρας του ήταν διευθυντής μιας από τις μεγαλύτερες εταιρίες γαλακτοκομικών της χώρας και το όνειρό του ήταν να πάρει την θέση του, ο γιος του.
Υπήρχαν βράδια που μαζευόμασταν όλη η παρέα στο δώμα στην ταράτσα του σπιτιού ενός φίλου και ακούγαμε το Ummagumma των Pink Floyd. Mια πράσινη και μια κόκκινη λάμπα ήταν οι μόνες πηγές φωτός που, ας πούμε, φώτιζαν το δωμάτιο ώστε να μπαλαμουτιάζει ένα κορίτσι της γειτονιάς πάνω στο διπλό κρεβάτι που είχε χωρέσει με τα χίλια ζόρια και που για μεταφερθεί είχαμε βοηθήσει όλοι. Οι βραδιές ολοκληρώνονταν όταν ο καθένας μας έπαιρνε ένα κομμάτι βαμβάκι ποτισμένο με καθαρή βενζίνη. Ρουφούσες βαθιά και η ζάλη θόλωνε τα πάντα – άλλοτε οι φωνές ακούγονταν βαριές και αργές κι άλλοτε ψιλές και γρήγορες.
Αργότερα ο Βασίλης έφυγε για σπουδές στο ΜΙΤ στην Μασαχουσέτη…
«Ρε μαλάκα, τα κορίτσια πήγαν και αγόρασαν μιλφέιγ!» είπε μπαίνοντας στο δωμάτιο διακόπτοντας τις σκέψεις μου.
«Ωχ! Γαμάτο;» έκανα.
Οι δύο γυναίκες τον ακολούθησαν χαμογελαστές.
«Όχι, ρε συ!» είπε η Φλώρα μπαίνοντας στην τραπεζαρία κρατώντας έναν δίσκο με τέσσερα πιάτα μιλφέιγ…
Πίσω της ερχόταν η Μεγκ με ένα πλατύ χαμόγελο να φωτίζει το γεμάτο φακίδες πρόσωπό της, ενώ προσπαθούσε με τα δυο της χέρια να πιάσει σε κότσο τα μακριά κόκκινα μαλλιά της.
«Η Μεγκ μου έλεγε στην κουζίνα ότι η κάνναβη, η κοκαΐνη, η μεσκαλίνη και η ηρωίνη χρησιμοποιούνταν τον 19ο αιώνα σε μεγάλη κλίμακα για ψυχαγωγία», είπε η Φλώρα. «Δεν ήταν απαγορευμένα».
Ακούμπησε τον δίσκο στο τραπέζι, ενώ ο Βασίλης κάθισε στην θέση του κοιτώντας λαίμαργα το γλυκό.
-«Μωρό μου…», είπε η Φλώρα. «Το δώρο που μας έφεραν τα παιδιά είναι ένα μπουκάλι Λαγκαβούλιν. Και θα το ανοίξουμε μετά από αυτό», είπε δείχνοντας με το δάκτυλό της τα πιάτα.
«Ελάτε ρε παιδιά!!! Δεν ήταν ανάγκη…» είπε ο Βασίλης ανοίγοντας διάπλατα τα χέρια του για να βουτήξει χωρίς καθυστέρηση το πιάτο του.
Γελάσαμε όλοι με την αντίδρασή του.
«Ξέρεις», είπε ο Βασίλης μασώντας την πρώτη μπουκιά και κοιτάζοντας στα μάτια τη Μεγκ, «ο Πάπας Λέων ο δέκατος τρίτος συνήθιζε να πίνει μία μίξη κρασιού με κοκαΐνη, ενώ ο Κάρολος Ντίκενς και ο Κόναν Ντόιλ γούσταραν κι αυτοί να διεγείρονται… πνευματικά». Έκανε μια κίνηση σαν να χτυπούσε ένεση στο μπράτσο του και ξέσπασε σε γέλια μαζί με τη Φλώρα…
«I am missing a few words here», μου είπε μπερδεμένη η Μεγκ κουνώντας τα χέρια της γύρω από το κεφάλι μιας και δεν κατάλαβε όλες τις λέξεις.
Της εξήγησα για τους δύο συγγραφείς κι εκείνη χάρηκε που το αντικείμενο της κουβέντας μας της άρεσε.
«Παιδιά, ακόμα και ο Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον, αυτός που έγραψε το Δόκτωρ Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ γινόταν κόκκαλο με κοκαΐνη», είπε με σπαστά Ελληνικά και όλοι συνέχισαν να γελούν με έναν τρόπο που μου φάνηκε κάπως υπερβολικός. Έκοψα ένα κομμάτι από το γλυκό και το έβαλα στο στόμα μου.
«Εσύ πού τα ξέρεις όλα αυτά, Μεγκ; Μάικ, σοβαρά τώρα, πες μου τι στο διάβολο έχει σπουδάσει αυτή η πανέξυπνη Σκωτσέζα», είπε o Βασίλης.

«…και η πολύ χαριτωμένη Σκωτσέζα», πρόσθεσε πονηρά η Φλώρα.
Η Μεγκ κάθισε στην καρέκλα δίπλα μου και μου έδωσε ένα φιλί ενώ ταυτόχρονα χαμογελούσε, με τα γαλάζια μάτια της καρφωμένα στα δικά μου γεμάτα αγάπη.
Τα μαλλιά της μύριζαν καρότο λόγω μιας ειδικής λακ που χρησιμοποιούσε. Έλεγε ότι έτσι συντηρούσε τα μαλλιά της κόκκινα – καροτί για να είμαι ακριβής – και λαμπερά. Γύρισε μπροστά της, άπλωσε τα χέρια της γύρω από το πιάτο της και έμπλεξε ντροπαλά τα δάκτυλά της.
«Έχω σπουδάσει ψυχολογία κι έχω δουλέψει βοηθώντας άτομα που έχουν πρόβλημα με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά», είπε η Μεγκ.
Τα γέλια σταμάτησαν και πάνω από το τραπέζι απλώθηκε απόλυτη σιωπή.
Ξαφνικά Η Μεγκ κι εγώ δεν μπορέσαμε να συγκρατηθούμε άλλο και ξεσπάσαμε σε τρανταχτά γέλια.
«Μαλάκας είσαι, ρε; Δεν βλέπεις με ποιόν είναι;», φώναξα στον Βασίλη δείχνοντας με το χέρι τον εαυτό μου.
«Εμ βέβαια, εσύ είσαι λίγο τρελούτσικος, σου χρειαζόταν ένα κορίτσι σαν την γιατρίνα μας από εδώ», είπε η Φλώρα και ξέσπασε κι εκείνη σε γέλια.
«Οκέι, οκέι, φέρτε τα πιάτα να τα πάω μέσα και να φέρω κάτι σπέσιαλ», είπε ο Βασίλης και σηκώθηκε όρθιος βαστώντας το άδειο του πιάτο.
«Μωρό μου, πάρε και το δικό μου», είπε η Φλώρα και του έδωσε το πιάτο της.
«Εσείς… πιάτο για τον νεροχύτη;» είπε ο Βασίλης και έδειξε την Μεγκ κι εμένα.
Άδειασα το δικό μου και πρόλαβα να το ακουμπήσω πάνω από το πιάτο της κοκκινομάλλας την ώρα που του το έδινε.
Ο Βασίλης χάθηκε στην κουζίνα αλλά επέστρεψε σχεδόν αμέσως.
«Έχω ένα φοβερό τσάι με γεύση μανταρίνι», είπε. «Γουστάρετε;»
«Ναι, παρακαλώ», είπε η Μεγκ.
«Ευχαρίστως θα έπινα κι εγώ ένα», απάντησα.
«Φέρε για όλους, αγάπη», του είπε η Φλώρα και ο Βασίλης χάθηκε ξανά πίσω από την πόρτα της κουζίνας.
«Πώς είπες, Μεγκ, εκείνα τα μανιτάρια που είναι στα παραμύθια και που είναι παραισθησιογόνα», ρώτησε η Φλώρα τη Μεγκ.
«Αmanita Muscaria. Είναι πολύ τοξικά».
«Δηλαδή, μπορεί να πεθάνεις;»
«Συνήθως όχι, αλλά μπορεί να στείλουν στο νοσοκομείο. Πάντως, υπάρχουν πολλά είδη και κάποια από αυτά είναι θανατηφόρα. Είναι ένα που ονομάζεται Death Cup». Γύρισε και με κοίταξε για βοήθεια στην μετάφραση.
«Εεε… δεν ξέρω αν υπάρχει ονομασία γι’ αυτό το μανιτάρι στα ελληνικά, βρε μωρό μου. Έτσι κι αλλιώς νομίζω πως αυτά τα μανιτάρια φυτρώνουν στη Βόρεια Ευρώπη. Δεν τα έχουμε εδώ.
«Αχά… ναι», είπε η Μεγκ και τα μακριά σπαστά καροτί μαλλιά της σκέπασαν το δεξί της στήθος καθώς γύρισε να μιλήσει στην Φλώρα.
«Συνήθως το Amanita Muscaria το έτρωγαν οι σαμάνοι, οι μάγοι στη Σιβηρία και στην Φινλανδία και στις Σκανδιναβικές χώρες. Αυτοί χρησιμοποιούσαν το σώμα τους για να διυλίσουν το μανιτάρι και μετά κατουρούσαν σε κούπες για να το πιουν οι άνθρωποι της φυλής τους και να τριπάρουν. Να δουν διάφορα.
«Όχιιιι…», είπε η Φλώρα.
Η Μεγκ κούνησε το κεφάλι της καταφατικά κάνοντας «αχά…»
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε ο Βασίλης με το τσάι. Τέσσερα φλιτζάνια που μας τα σερβίρισε ο ίδιος.
«Άκου Βασίλη, η Μεγκ λέει…»
«Άκουγα από μέσα».
«Μπρρρ…», έκανε η Φλώρα με μια έκφραση σιχασιάς.
«Νομίζω ότι η πώληση του Amanita Muscaria απαγορεύτηκε στη Μεγάλη Βρετανία το 2006», είπε η Mεγκ.
Γύρισε και με κοίταξε κι εγώ ανασήκωσα τους ώμους μου κάνοντας έναν μορφασμό σαν να έλεγα, «Που να ξέρω εγώ;»
Ρούφηξα μια γουλιά από το τσάι. Δεν έκαιγε όπως νόμιζα και για να πω την αλήθεια η γεύση του ήταν λίγο ξινή και μύριζε μανταρίνι.
«Ε;», μου είπε ο Βασίλης και με κοίταξε περιμένοντας τη γνώμη μου
«Ωραίο!», του είπα.
«Δεν στο ’πα εγώ;
«Και Η Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων έλεγαν ότι είχε γραφτεί υπό την επήρεια ναρκωτικών», συνέχισε η Φλώρα…
«Ναι, είναι μια θεωρία που εμφανίστηκε στην δεκαετία του εξήντα», απάντησε η Μεγκ, «αλλά για να λέμε την αλήθειά, την εποχή που ο Λιούις Κάρολ έγραψε το βιβλίο γινόταν ευρεία χρήση του οπίου και των ναρκωτικών γενικά…»
Με την άκρη του ματιού μου έπιασα μια κίνηση, σαν κάτι να έτρεξε δεξιά μου πίσω από τον καναπέ. Κοίταξα τον Βασίλη που ήταν προσηλωμένος στην συζήτηση για την Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων.
Ήπια και το υπόλοιπο τσάι. Πράγματι, ήταν πολύ εύγευστο.
Τελικά του είχαν έρθει μια χαρά τα πράγματα του Βασίλη. Κάπου τον ζήλευα. Θαρρείς και η κρίση δεν τον είχε επηρεάσει και…
Κάτι κινήθηκε ξανά κάτω από τον καναπέ. Κάτω από τον μεγάλο άσπρο καναπέ. Μου φάνηκε σαν κάποιο ζώο σε μέγεθος μικρής γάτας αλλά με περίεργο χρώμα.
Κάτι ειπώθηκε και οι άλλοι τρείς άρχισαν να γελάνε. Γέλασα κι εγώ για να μην φανεί ότι δεν πρόσεχα.
«…και έκανε έτσι, με το χέρι στον ώμο του, και έδιωχνε τα ανθρωπάκια», είπε ο Βασίλης και γέλασαν ξανά. Γέλασα κι εγώ και…ωπ!… Νάτο! Γύρισα αργά-αργά το κεφάλι μου και κοίταξα κάτω από τον καναπέ.
Ήταν ένα μικρό κίτρινο ιπποποταμάκι. Ένα τόσο δα ιπποποταμάκι σε μέγεθος μικρής γάτας, με δυο στρογγυλά γλυκά ματάκια που με κοιτούσε έχοντας βγάλει το κεφάλι του κάτω από τον καναπέ. Ξεροκατάπια αλλά δεν είχα σάλιο για να καταπιώ. Η καρδιά μου άρχισε να χτυπά γρήγορα και δυνατά.. Δεν αισθανόμουν καλά. Άρχιζα να πανικοβάλλομαι. Γύρισα και κοίταξα τον Βασίλη που μιλούσε κάνοντας χειρονομίες αλλά δεν τον άκουγα! Οι σκέψεις μου ακούγονταν δυνατά μέσα στο κεφάλι μου, πιο δυνατά κι απ’ τη φωνή του Βασίλη. Γύρισα και ξανακοίταξα κάτω από τον καναπέ. Το ιπποποταμάκι δεν ήταν πια εκεί. Αισθανόμουν μούσκεμα στον ιδρώτα.
Σηκώθηκα όρθιος. Ο Βασίλης σταμάτησε να μιλά και με κοίταξε.
«Είσαι καλά Μάικ;» ρώτησε.
Έγνεψα «ναι» και η Μεγκ μου έπιασε το χέρι.
«Που πας μωρό μου;
«Πάω λίγο στην τουαλέτα», απάντησα, κάνοντας μια άσχετη κυκλική κίνηση με τα δυο μου χέρια, εννοώντας ότι θα επέστρεφα. Καταλάβαινα ότι πρέπει να είχα γουρλώσει τα μάτια μου.
«Είσαι καλά; Φαίνεσαι κάτασπρος. Μήπως θέλεις να έρθω κι εγώ;» ρώτησε.
«Όχι, μωρέ, είμαι εντάξει».
«Ευθεία στον διάδρομο, η πρώτη πόρτα δεξιά, φίλε», φώναξε ο Βασίλης.
Άκουγα τις φωνές τους σαν να μου μιλούσαν από άλλο δωμάτιο. Η καρδιά μου αντηχούσε μέσα στο κεφάλι μου. Άνοιξα την πόρτα του μπάνιου και μπήκα μέσα. Μαύρα πλακάκια, άσπρη λεκάνη, άσπρος νιπτήρας, άσπρο μπάνιο και άσπρες πετσέτες. Σκατά… σκέφτηκα και γέλασα.
«Δεν έχει σκατά πουθενά, αλλά όλα είναι σκατά», μονολόγησα. Δεν είχα όρεξη να γελάσω. Ένιωθα ότι το πρόσωπό μου δεν ήθελε να κάνω κανέναν μορφασμό. Όλοι οι μύες μου είχαν τραβηχτεί προς τα κάτω. Έριξα νερό στο πρόσωπό μου και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη. Άνοιξα ένα από τα διπλανά ντουλαπάκια και κοίταξα τα καλλυντικά. Σαν να είχα ηρεμήσει κάπως.
«Τι σου κάνει ώρες ώρες το μυαλό», σκέφτηκα.
Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες. Ίσως έπρεπε να πάρω τη Μεγκ και να την κάνουμε για το σπίτι. Ναι, αυτό έπρεπε να κάνουμε. Έκλεισα το ντουλαπάκι και πήγα μέχρι την πόρτα…
Οι φωνές τους δεν ακουγόντουσαν τώρα. Ίσως μιλούσαν ψιθυριστά…

 

ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ ΤΗΣ ΕΥΑΣ του Μιχάλη Πούγουνα διατίθεται απο:

Απευθείας από τον Μιχάλη Πούγουνα

AΘΗΝΑ

Ars Nocturna

Το Δισκάδικο

Syd

Ιμάντας

Dirty Noise

Le Disques Noir

Old School Records

Music Works

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Lotus

 
Leave a comment

Posted by on May 26, 2020 in Books/Literary

 

Ο Φόβος και η Οργή του Hunter S. Thompson

Δεν θυμάμαι πότε και πως ανακάλυψα τον Hunter S. Thompson.

Ισως ηταν to 1998 χάριν στην ταινία του Terry Gilliam, “Fear and Loathing in Las Vegas”.

Πραγματικά δεν θυμάμαι, αλλά έβρισκα πολύ έξυπνα και ειλικρινή αυτά που έλεγε αλλά ταυτόχρονα και αστεία.

Για παράδειγμα, αυτό που είχε δηλώσει στις 15 Φεβρουαρίου του 1973, στο περιοδικό Rolling Stone, πως “Αν είχα γράψει την αλήθεια γι αυτά που γνώριζα τα τελευταία δέκα χρόνια, περίπου 600 άνθρωποι – εμού συμπεριλαμβανομένου – θα σάπιζαν σήμερα σε διάφορες φυλακές απο το Rio ως το Seattle. Η απόλυτη αλήθεια είναι ένα πολύ σπάνιο και επικίνδυνο εμπόρευμα οταν μιλάμε για επαγγελματική δημοσιογραφία.

Η αλήθεια είναι πως επρόκειτο για μια αρκετά ιδιαίτερη προσωπικότητα, που τρελαινόταν να ακούει μουσική και ήταν γνωστό πως σε όλη του την ζωή έπινε αλκοόλ, έπαιρνε ναρκωτικά, λάτρευε τα πυροβόλα όπλα, έχοντας μια τεράστια συλλογή περιστρόφων, καραμπινών και διαφόρων αυτόματων και ημι-αυτόματων όπλων, καθώς και αναρίθμητα δακρυγόνα, ενώ περιφρονούσε την εξουσία και τον αυταρχισμό.

Φυσικά, όντας χρήστης ο ίδιος, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της νομιμοποίησης των ναρκωτικών και έμεινε γνωστός για τις λεπτομερείς καταγραφές της χρήσης των δικών του ναρκωτικών.

Σε κάποια συνέντευξή του το 1997 είχε δηλώσει πως «τα ναρκωτικά πρέπει να νομιμοποιηθούν. Μπορεί να φανεί σκληρό στην αρχή σε κάποιους, αλλά νομίζω ότι είναι ο μόνος τρόπος να ασχοληθούμε σοβαρά με τα ναρκωτικά. Πάρτε για παράδειγμα την ποτοαπαγόρευση. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει κάποιους εγκληματίες πλούσιους.»

ΑΓΟΡΑΣΕ ΤΟ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ, ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΒΟΛΤΑ

Οπως λέει ο Nick Nolte στο ντοκυμαντέρ “Buy the Ticket, Take the Ride” «ο Hunter S. Thompson βρέθηκε στο επίκεντρο του λαβυρίνθου στον οποίο μπήκε η Αμερικάνικη κουλτούρα στα ‘60ς και στα ‘70ς.

Για μιά δεκαετία, απο το 1965 ως το 1975, ο Thompson βρέθηκε στην κορυφή, λές και ήταν πλασμένος για τα ‘60ς και τα ‘70ς.

Σύμφωνα με τον ηθοποιό Harry Dean Stanton «ήταν ενας μοναδικός τύπος, ήταν ενας τρελός, ενας θεότρελος ποιητής.»

Η ταινία “Fear and Loathing in Las Vegas” είναι αυτή που έκανε ευρέως γνωστό τον Hunter S. Thompson πέρα απο τα Αμερικάνικα σύνορα και ισως είναι ο λόγος που ήρθα κι εγω για πρώτη φορά σε επαφή με τον έργο του.

Πρόκειται ουσιαστικά για την κινηματογραφική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου που κυκλοφόρησε ο Hunter S. Thompson το 1971, με πλήρη τίτλο “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream”.

Περιγράφει τα δύο ταξίδια που έκανε ο συγγραφέας το 1971 με τον δικηγόρο και ακτιβιστή για τα δικαιώματα των (Chicano) Μεξικάνων, Oscar Zeta Acosta, στο Las Vegas οπου πήγε για να καλύψει κάποιους ποδηλατικούς αγώνες για λογαριασμό του περιοδικού Rolling Stone, αλλά αντί αυτού πέρασαν ολο το ταξίδι λιώμα απο διάφορα ψυχεδελικά ναρκωτικά που έπαιρναν ασταμάτητα…

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκονται, ο δηλωμένος θαυμαστής του Thompson, Johnny Depp και ο Benicio Del Toro.

GONZO – ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Το στυλ της δημοσιογραφίας του Hunter S. Thompson ονομάζεται Gonzo δημοσιογραφία και ουσιαστικά δεν έχει σκοπό της να είναι αντικειμενική.

Συνήθως ο δημοσιογράφος είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας και αφηγήται τις εμπειρίες και τα συναισθήματά του σε πρώτο πρόσωπο, αυτοσαρκαζόμενος, και κάνοντας κοινωνική κριτική, σε αντίθεση με την παραδοσιακή δημοσιογραφία, η οποία κρατά μια απόσταση, ενώ βασίζεται σε γεγονότα και μαρτυρίες οι οποίες μπορούν να εξακριβωθούν από τρίτους.

Η ορος “gonzo” πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1970 από τον εκδότη της The Boston Globe, Bill Cardoso για να περιγράψει το άρθρο του Thompson “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved“, το οποίο γράφτηκε για το περιοδικό Scanlan’s Monthly.

Οταν ρώτησαν τον Cardoso τι σημαίνει η λέξη “gonzo” εκείνος δήλωσε πως στην Ιρλανδική αργκώ της Νότιας Βοστόνης, περιγράφει τον τελευταίο άνδρα που καταφέρνει να στέκεται όρθιος μετά από μια νύχτα μπεκρουλιάσματος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν μια παραφθορά της γαλλο-καναδέζικης λέξης “gonzeaux“, που σημαίνει “λαμπερό μονοπάτι”, αν και αυτό αμφισβητείται…

Μια άλλη εικασία είναι ότι η λέξη μπορεί να έχει προέλθει από ενα τραγούδι του 1960 με τίτλο “Gonzo” του μπλουζ πιανίστα απο την Νέα Ορλεάνη, James Booker. Αυτή η πιθανότητα έχει υποστηριχθεί και απο τον ιδιο τον Thompson σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2007, οπου δήλωνε ότι ο όρος προέρχεται από ένα τραγούδι του Booker, αλλά δεν εξηγεί γιατί ο Thompson ή ο Cardoso επέλεξαν αυτό τον όρο για να περιγράψουν αυτού του είδους την δημοσιογραφία.

Ο Thompson βάσισε το στυλ του στην αντίληψη του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα  William Faulkner πως “η φαντασία είναι συχνά το καλύτερο γεγονός.

Δεν τον ενδιέφερε να πεί τα πράγματα ακριβώς ως είχαν.

Ενώ οσα περιέγραφε βασίζονταν σε πραγματικά γεγονότα, χρησιμοποιούσε σατυρικούς μηχανισμούς ωστε να πετύχει τον στόχο του. Συνήθως έγραφε για τα ψυχεδελικά ναρκωτικά και το αλκοόλ έτσι ωστε να προσθέτει μια υποκειμενική οπτική στα όσα περιέγραφε.

Απεχθάνομαι να υπερασπίζομαι τα ναρκωτικά, το οινόπνευμα, τη βία ή την παραφροσύνη σε οποιονδήποτε, αλλά πάντα δούλευαν για μένα” δήλωνε συχνά.

Το 1998, ο Αμερικάνος, αναλυτής, δημοσιογράφος και συγγραφέας Christopher Locke υποστήριξε οτι τα ηλεκτρονικά περιοδικά, τα webzines, ως είδος, είναι απόγονοι της gonzo δημοσιογραφίας.

HELL’S ANGELS – ΜΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΡΧΗ

Ο Thompson εμφανίστηκε στα γράμματα για πρώτη φορά το 1967, με την έκδοση του βιβλίου του “Hell’s Angels: The Strange and Terrible Saga of the Outlaw Motorcycle Gangs” το οποίο έγραψε ακολουθώντας για ενα χρόνο την συμμορία των Hell’s Angels του San Francisco και του Oakland, ωστε να ζήσει απο πρωτο χέρι την ζωή και τις εμπειρίες των μελών της λέσχης.

Εκείνη την εποχή οι Hell’s Angels κατηγορούνταν για διάφορες εγκληματικές ενέργειες (τέσσερα χρόνια αργότερα θα σκότωναν τον 18άχρονο Meredith Hunter στο φεστιβάλ του Altamont) ενω οι New York Times εγραφαν πως ο Thompson μιλούσε στο βιβλίο του για “έναν κόσμο που οι περισσότεροι από εμάς δεν θα τολμούσαν ποτέ να πλησιάσουν.

Είχε κάνει βέβαια την παράτολμη κίνηση να είναι ειλικρινής απο την αρχή με τον πρόεδρό τους, συγγραφέα, ηθοποιό και καταδικασμένο εγκληματία Ralph “Sonny” Barger (πρωτοεμφανίστηκε σε ταινία το 1968 στο “Angels From Hell”, σε τρία επεισόδια της σειρας “Sons of Anarchy” απο το 2010 ως το 2012 και στην ταινία “Dead in 5 Heartbeats” το 2013) αλλά δεν το έκρυψε ουτε απο τους υπόλοιπους, πως ήταν δημοσιογράφος, πράγμα πολύ επικίνδυνο μιας και οι Hell’s Angels δεν εμπιστεύονταν καθόλου τα Μέσα Ενημέρωσης.

Στις συνεντεύξεις τους στο κασετόφωνο, τα μέλη της λέσχης ήταν ειλικρινή αλλά μετά εξέταζαν για καλό και για κακό τα κείμενα του Thompson ωστε να ελέγχουν αν τα έχει γράψει οπως του τα είπαν.

Μάλιστα, προς μεγάλη απογοήτευση της γυναίκας του και των γειτόνων, κάποτε τον επισκέφτηκαν στο διαμέρισμά του στην 318 Parnassus Avenue στο San Francisco, αλλά εκείνος δεν φάνηκε να έχει πρόβλημα.

Οταν «για πλάκα» τον απείλησαν πως θα τον χτυπήσουν, ξεκρέμασε το δίκαννό του απο τον τοίχο και τους απάντησε κι αυτός «αστειευόμενος» πως εντάξει, αλλά αρχικά θα πυροβολούσε δύο απο αυτούς.

Η σχέση του με την λέσχη τελείωσε όταν είχε ολοκληρωθεί και η δουλειά του.

Πιο συγκεκριμένα, έφαγε πολύ ξύλο απο τα μέλη, οταν είπε πως «μόνο ενας αλήτης χτυπά την συζυγό του» σε εναν απο αυτούς επειδή έδερνε την γυναίκα του.

Αν δεν έδιναν την εντολή οι αρχαιότεροι, να σταματήσει η κλωτσοπατινάδα, θα τον σκότωναν.

Το “Hell’s Angels” ήταν το βιβλίο που εκτόξευσε την καριέρα του Thompson.

A DAY AT THE RACES

Το 1970 o Thompson έβαλε υποψηφιότητα για σερίφης του Pitkin County στο Colorado, αλλά δεν τα κατάφερε και την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε το άρθρο με τίτλο “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved” που ανέφερα πιο πάνω.

Ουσιαστικά, το άρθρο γράφτηκε ως εξής:

Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία για να παραδώσει στους συντάκτες του περιοδικού Scanlan’s Monthly, το κείμενο που υποτίθεται πως θα είχε γράψει σχετικά με τις ιπποδρομίες στο Kentucky, εκείνος, χωρίς να εχει γράψει κάποια συγκεκριμένη ιστορία, άρχισε να σκίζει σελίδες απο το σημειωματάριό του, να τις αριθμεί και να τους τις στέλνει.

Τις συνόδευαν σκίτσα του Ralph Steadman (η πρώτη από τις πολλές συνεργασίες μεταξύ τους), και απο ολα αυτά, προέκυψε μια τρελή ιστορία γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο,  η οποία εγραφε πολύ λίγα για τον αγώνα, μιας και απο εκεί που καθόντουσαν οι δυό τους δεν μπορούσαν να δουν πολλά πράγματα αλλά εστιάζει περισσότερο στο εορταστικό κλίμα της Louisville (που ηταν η πατρίδα του Thompson), τα μεθύσια, την αγριότητα και την διαφθορά τις ημέρες πρίν και μετά τους αγώνες.

Η αφήγηση τελειώνει οπως συνήθιζε στα έργα του ο Thompson, με την γλυκόπικρη συνειδητοποίηση, μετά απο μέρες ακατάπαυστου παρταρίσματος και μεθυσιού, πως οι δυό τους είχαν γίνει ακριβώς το είδος των ανθρώπων που αρχικά σχεδίαζαν να διακωμωδήσουν.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Ιουνίου και θεωρείται, οπως είπα, η αρχή της Gonzo δημοσιογραφίας, εγκαθιστώντας τον ως συγγραφέα με πιστοποιητικά αντικουλτούρας.

GONZO KAI ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το 1971 ακολούθησε το μυθιστόρημα “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream” ξανά σε σκίτσα του Ralph Steadman.

Σχετικά με τον Oscar Zeta Acosta που συνόδευσε τον Thompson στα δύο ταξίδια του “Fear and Loathing in Las Vegas,” να σημειώσω εδω, πως τα ίχνη του χάθηκαν ενω βρισκόταν σε ενα ταξίδι στο Μεξικό, τον Μάϊο του 1974 και το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.

Ο τελευταίος που του μίλησε ήταν ο γιός του τηλεφωνικά.

Ο Thompson γνώρισε τον Acosta το 1967 και η γνωριμία τους αυτή έγινε η αιτία να γράψει ένα άρθρο σχετικά με την καταπίεση που ασκούνταν στους Μεξικάνους (Chicanos) των περιοχών του Μεξικού που κατέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες (Texas, Arizona, New Mexico, και California) στον Μεξικανο-Αμερικάνικο πόλεμο (1846-1848.)

Το άρθρο είχε τίτλο “Strange Rumblings in Aztlan,” εκδόθηκε απο το περιοδικό Rolling Stone στις 29 Απριλίου 1971, και ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα και την ατμόσφαιρα που περιέβαλλαν την αντίδραση της κοινότητας των Chicano στο Λος Άντζελες μετά τη δολοφονία του Rubén Salazar στις 29 Αυγούστου 1970, ημέρα της ιστορικής εθνικής πορείας των Chicano και του αγώνα κατά του πολέμου του Βιετνάμ.

Ο Salazar κάλυπτε τα γεγονότα της ημέρας ως αρθρογράφος για το περιοδικό Los Angeles Times και ήταν διευθυντής ειδήσεων του Ισπανόφωνου KMEX-TV του Λος Άντζελες. Μετά την ολοκλήρωση της πορείας, και καθώς έπινε μια μπύρα στο μπάρ του Silver Dollar Cafe, χτυπήθηκε στο κεφάλι από ένα δακρυγόνο που πυροδότησε ο βοηθός του σερίφη του Los Angeles, Tom Wilson. Και απο εκεί που δεν είχαν συμβεί έκτροπα, η μέρα μετατράπηκε σε ημέρα βίας λόγω και της απόφασης της αστυνομίας να διαλυθεί το πλήθος των 20.000 με 30.000 ανθρώπων που συμμετείχαν στην συγκέντρωση στο Laguna Park (σήμερα λέγεται  Ruben F. Salazar Park.)

Θέλοντας ο Thompson να συζητήσει με τον Acosta σχετικά με αυτά τα γεγονότα, μακρυά απο την πίεση της αστυνομίας του Los Angeles, και χωρίς να έχουν τον φόβο αντιποίνων απο τους Chicano (επειδή ο Acosta θα μιλούσε με κάποιον «καθεστωτικό» δημοσιογράφο) κάνανε τα ταξίδια στο Las Vegas τα οποία έγιναν η βάση για το “Fear and Loathing in Las Vegas”, με τον Acosta να παίζει τον ρόλο του  Dr. Gonzo.

Το 1977, η έρευνα του Thompson σχετικά με την εξαφάνιση του Acosta, με τίτλο “The Banshee Screams For Buffalo Meat,” δημοσιεύθηκε στο Rolling Stone.

Σύμφωνα με τον Thompson, παρότι ο Acosta ήταν κορυφαίος δικηγόρος, υπέφερε από εθισμό στις αμφεταμίνες και είχε αδυναμία στο LSD.

Το άρθρο ήταν η απάντηση του Thompson στις φήμες ότι ο Acosta ζούσε κάπου στο Μαϊάμι.

Εγραψε μάλιστα πως πίστευε ότι ο Acosta είτε δολοφονήθηκε από εμπόρους ναρκωτικών, είτε είχε πέσει θύμα πολιτικής δολοφονίας.

Ο Thompson είχε γνωστοποιήσει την αντιπάθεια που έτρεφε για τον Richard Nixon, για τον οποίο έλεγε πως αντιπροσώπευε “αυτή τη σκοτεινή, ένοπλη και ανυπόστατα βίαιη πλευρά του αμερικανικού χαρακτήρα” και πως ”ήταν το είδος του ανθρώπου που ενω σου έδινε το χέρι του, την ιδια στιγμή σε κάρφωνε στην πλάτη με το άλλο χέρι.

Το  “Fear and Loathing on the Campaign Trail ’72” ήταν μια σειρά άρθρων που έγραψε για το Rolling Stone τα οποία συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν με αυτό τον τίτλο.

Ο Thompson είχε ακολουθήσει όλο το “μονοπάτι της εκστρατείας” του κόμματος των Δημοκρατικών, υποστηρίζοντας απ την αρχή τον Γερουσιαστή George McGovern.

Ο Nixon, ως o επίσημος υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν εκανε μεγάλη εκστρατεία.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ

Η αρχή του τέλους για τον Thompson ήρθε μετά τον αγώνα πυγμαχίας ανάμεσα στον George Foreman και τον Muhammad Ali ο οποίος έμεινε στην ιστορία με το όνομα The Rumble in the Jungle (Βροντή μέσα στη ζούγκλα.)

Τον αγώνα κανόνισε ο πανούργος μάνατζερ Don King (δείτε σχετικά με το ποιόν του εν λόγω ατόμου την ταινία “Don King: Only In America“)και με πρόφαση πως οι δύο πυγμάχοι είναι μαύροι, κανόνισε να γίνει στην Αφρική, στο «Σταδιο της 20ης Μαϊου» της Κινσάσα, στο Ζαϊρ, το σημερινό Κογκό.

Ενα στάδιο στο οποίο ο τότε δικτάτορας εκτελούσε κόσμο και κοσμάκη αλλά βέβαια ούτε οι δύο πυγμάχοι, ούτε οι μουσικοί που έπαιξαν ο γνώριζαν…

Ηταν τόσο μεγάλη η διαφήμιση του αγώνα, στον οποίο ο Ali ήταν το αουτσάϊντερ, που ισως κάποιοι να θυμούνται το τραγούδι “In Zaire” του Αγγλου μουσικού Johnny Wakelin το 1976, αλλά ο ιδιος καλλιτέχνης είχε ηδη κάνει επιτυχία χαριν σε αυτόν τον αγώνα με το single “Black Superman (Muhammad Ali)” το 1974.

Πάντως διοργανώθηκε ενα μουσικό φεστιβάλ τριών βραδιών με τίτλο “Zaire 74”, απο τις 22 ως τις 24 Σεπτεμβρίου με την συμμετοχή των James Brown, Celia Cruz και των Fania All-Stars, B.B. King, Miriam Makeba, The Spinners, Bill Withers, The Crusaders, και Manu Dibango, το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδω, στο ντοκυμαντέρ του 2008 “Soul Power.”

Ο αγώνας προγραμματίστηκε για τις 4 το πρωί τοπική ωρα ωστε να μπορεί να μεταδοθεί ζωντανά στα κλειστά Αμερικάνικα τηλοπτικά κυκλώματα στις 10 το βράδυ, ωρα Ανατολικής ακτής.

Τον αγώνα παρακολούθησαν τηλεοπτικά πάνω απο ενα δισεκατομμύριο άνθρωποι με γύρω στα 50 εκατομμύρια απο αυτούς να τον δούν επι πληρωμή μέσω κλειστών καλωδιακών συνδέσεων κάνοντας τον αγώνα να αποφέρει 100 εκατομμύρια δολλάρια (510 εκ. σημερινά.)

Ο Hunter S. Thompson, ο οποίος είχε πάει στο Ζαϊρ ως απεσταλμένος του Rolling Stone, έχασε τον πυγμαχικό αγώνα γιατί είχε γίνει κόκκαλο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του και δεν έστειλε κανένα ρεπορτάζ στο περιοδικό.

Απο εκεί και πέρα ξεκίνησε η κατρακύλα.

Κάποιες δουλειές ακυρώθηκαν και μετά άρχισαν να κυκλοφορούν βιβλία τα οποία είτε συγκέντρωναν άρθρα πριν την εποχή της Gonzo δημοσιογραφίας είτε οτι είχε γράψει για το Rolling Stone.

Πέρα απο την ταινία με τον Johnny Depp, εκεί στις αρχές του ’80 είχε γυριστεί μια άλλη ταινία, απο τον  Art Linson, με τίτλο “Where the Buffalo Roam” και πρωταγωνιστές τον Bill Murray και τον Peter Boyle βασισμένη σε ιστορίες του Thompson συμπεριλαμβανομένης κι αυτής του “Fear and Loathing in Las Vegas.”

Ο ηθοποιός Bill Murray θυμάται πως στα γυρίσματα ο Thompson τον είχε συμβουλέψει «καλό είναι αρχικά να κάνεις τρελλά πράγματα γιατί οτι κάνεις μετά, θα φανεί νορμάλ…»

Στην δεκαετία του ’90 αναμενόταν να κυκλοφορήσει ενα νέο βιβλίο του αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

Απο το 1984 ως το 2004 το Rolling Stone δημοσίευσε συνολικά 17 ιστορίες του, με τελευταία μία σχετικά με τις προεδρικές περιοδείες των Bush και Gore.

Στις 20 φεβρουαρίου 2005, ο Hunter S. Thompson αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι, ενω μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο με την γυναίκα του.

Η κηδεία του έγινε υπο τους ήχους του “Mr. Tambourine Man” του Bob Dylan και του “Spirit in the Sky” του Norman Greenbaum.

Τα τρία εκατομμύρια που ήταν τα έξοδα της κηδείας, πληρώθηκαν απο τον Johnny Depp ενα τοποθετήθηκε ενα κανόνι σε ύψος 47 μέτρων το οποίο γέμισαν μεταξύ άλλων με τις στάχτες του Thompson και το οποίο όταν εκπυρσοκρότησε, σχηματίστηκε στον ουρανό το σήμα του Gonzo.

 

Tags: , , , , , ,

Anthony Reynolds – Cries and Whispers (Burning Shed 5 April 2019)

Anthony Reynolds to release new Japan book ‘Cries And Whispers 1983-1991’ via Burning Shed

Burning Shed has announced the ‘Cries And Whispers’, the long-awaited follow-up to A Foreign Place’ (2015), the hugely successful biography of iconic British new wave innovators Japan by author Anthony Reynolds.  It is being made available as a limited deluxe hardback first edition from Burning Shed.

Detailing the fascinating musical adventures of David Sylvian, Richard Barbieri, Rob Dean, Steve Jansen and Mick Karn from the time following the band’s split in December 1982 until 1991, the book takes in David Sylvian’s work for his first three solo albums, The Dolphin Brothers, Dali’s Car with Bauhaus vocalist Peter Murphy, the brilliant but ill-feted album they released under the name Rain Tree Crow, and more.

The book also explores David Sylvian’s collaborations with Holger Czukay and Ryuichi Sakamoto, the latter of which resulted in their epic ‘Forbidden Colours’, which  featured on the soundtrack album of the hit film ‘Merry Christmas Mr Lawrence’.

‘A Foreign Place’ was the first serious book on Japan. It was translated into Japanese and published in Japan, where it held at number one on the Japanese Amazon Pop Music Biography chart for four weeks. It has sold over 4000 copies to date, including the Japanese edition, without any external distribution.

Both books include previously unpublished photographs, including many from the private archives of the band members themselves.

‘Cries and Whispers’ also features a cover by renowned graphic designer Carl Glover, plus contributions from Bill Nelson, Johnny Marr, Simon Raymonde (Cocteau Twins/Bella Union), Ivo Watts-Russell (4AD Records), Bill Bruford (King Crimson), Martin Fry (ABC), Paul Morley (NME/ ZTT Records), Thomas Dolby and the late Colin Vearncombe (Black), among others.

Initially a glam rock-inspired band, their sound and stylised visual appearance led to an unintentional association with the early-1980s New Romantic scene. The band split just as they were beginning to experience commercial success in the UK and abroad. They were unquestionably one of the most influential and innovative pop groups of the 1970s and 1980s.

photo by Cathy Boyce

“Is it shameful to be 40 something and still have a ‘favourite band’?  If so, colour me shamed.  Japan are my favourite band and as a fan I wanted to write and publish books on them that would enrapture and delight the fan in me. I hope I’ve done so, matching Style with content and mystery with beauty,” says author Anthony Reynolds.

Apart from ‘A Foreign Place’ and ‘Cries and Whispers’, Anthony Reynolds has published biographies on Leonard Cohen (a bestseller), Scott Walker and The Walker Brothers, and Jeff Buckley. He has also published two collections of poetry. To date, his books have been translated into 12 languages.

In 1993, Reynolds founded the critically acclaimed group Jack, releasing three albums between 1996 and 2002. Since then, Anthony has released 10 other albums under various guises plus innumerable singles and EPs, playing various concerts around the world. He also scored the soundtracks for feature length films ‘Open My Eyes’ and ‘Adrift in Soho’.

Burning Shed is an online record label/store since 2001 specialising in progressive and art rock music. Burning Shed hosts the official online shops for Jansen, Barbieri and Karn, Porcupine Tree and King Crimson, among many others.

In 212 pages, this 210 x 210mm square, hardback book is cloth-bound with a gold and silver foil debos and features approximately 260 pictures. All copies of ‘Cries and Whispers’ come with a postcard signed by the author. Both Japan books are available exclusively through Burning Shed at https://burningshed.com

Japan members:
* David Sylvian – vocals, guitars, keyboards
* Mick Karn – bass guitars, saxophone, backing vocals (died 2011)
* Steve Jansen – drums, percussion, keyboards
* Richard Barbieri – keyboards, synthesisers
* Rob Dean – guitars, backing vocals

Japan’s biggest UK album was ‘Tin Drum’ (1981), which featured hit singles ‘The Art of Parties’, ‘Visions of China’, ‘Ghosts’, and ‘Cantonese Boy’.

The band achieved nine UK Top 40 hits in the early 1980s, most notably the ethereal oddity ‘Ghosts’, which reached No. 5 in 1982, and scoring a UK Top 5 with the 1983 live album ‘Oil on Canvas’.

Keep up with Anthony Reynolds
Website | Blog | Twitter | Facebook | Burning Shed

Keep up with Burning Shed
Website | Facebook | Twitter | Instagram

 
Leave a comment

Posted by on January 31, 2019 in Books/Literary

 

Elvis Presley: The Searcher (HBO 2018)

I generally like documentaries, so last night I had on last year’s “Elvis Presley: The Searcher” directed by Thom Zimmy.

Before I write the following, I’d like to note that although I am not a Presley fan, I know a great number of his songs, since I come from a generation whose parents were playing songs from the Greek islands, Latin music, Greek pop of the ‘60s, rock’n’roll bands from the US and the UK, 60’s mod jazz, etc.

The funny memories of my relatives holding each other to do the yanka dance and then mambo with Greek bouzouki are parts of my childhood.

In any case, throwing two different music styles into a melting pot and mixing them is interesting and still happens today, maybe more than ever before…

I won’t refer to Presley’s political views here, since the documentary only states his strong religious beliefs.

I will try to see the whole thing from a different angle, with good intentions, and with a sociological interest (as much as I can analyze it that is):  A white young man named Elvis Presley was born in the decade of the Great Depression in Tupelo, Mississippi, and relocated to Memphis, Tennessee, with his family when he was 13 years old.

He was born in the two-room shotgun house.

The poorest of the poor lived in those houses.

His twin brother didn’t survive birth, and his father went to prison for a period of six months after he was found guilty of altering a check written by his landowner.

As most of us that live on this side of the pond, have in mind this image of the American South, on which, on one hand, you have the poor African-Americans and on the other hand you have the white supremacists.  I’d like to add a third group of people to the equation: the poor whites who were living under the same conditions as the African-Americans.

All these poor people, regardless of their skin complexion, were living together, working together, being friends with each other, having fun at the same places, and were going to the same churches.

It wasn’t just the poor African-Americans that the white supremacists didn’t like, they didn’t like the poor white people either ’cause they associated with the Afro-Americans.

Interracial marriages were out of the question of course, being banned in some states until the mid-1960s.

Loving” is an interesting movie dealing with this very subject.

Produced in 2016, “Loving” tells the story of Richard and Mildred Loving, a couple whose arrest for interracial marriage in 1960s Virginia began a legal battle that would end with the Supreme Court’s historic 1967 decision.

Living 65 years later in a far away land doesn’t help us to fully realize under which conditions this social class was surviving.

Since we are talking about both colors, I think this is the proper definition, and I really consider it to be the “working class” in these American states. It is actually the poorest level of it.

I find this to be of great interest and that’s why I write this blog, to point out what a white musician, who was acceptable by the wide white audience of his era, due to his color, could succeed by playing African-American music, which would not pass to the wide white audience in any other case.

I saw someone quoting that “rhythm and blues and gospel music had a baby and it was called rock’n’roll” and that sounds right to me.

But if you are interested in the living conditions of those African-Americans, look for the history-making classic “Black Like Me” by John Howard Griffin.

“Griffin was an American journalist and author from Texas who wrote about racial equality.

He is best known for his project to temporarily pass as a black man and journey for six weeks through the segregated Deep South (Louisiana, Mississippi, Alabama, and Georgia) of 1959 to see life and segregation from the other side of the color line.

He first published a series of articles on his experience in Sepia Magazine, which had underwritten the project.

He published a fuller account in the book “Black Like Me” (1961). This was later adapted as a 1964 film of the same name.” – Wikipedia

What happened to John Howard Griffin – from the outside and within himself – as he made his way through the segregated Deep South generated a number of so many threats, that when his book was published, it made him take his family and leave the US.

Back to Elvis Presley.

Through this everyday friction of the white boy with the gospel songs of the church, music went straight to his soul.

There wasn’t much to do in the area apart from music and the church so I can fully understand that these songs, passionately sung by the believers during the Sunday sermons, worked as a way of expression, as a psychological relief, and way to have a good time for those poor people.

By the age of 13 Elvis and his family moved to Memphis and by the age of 17 he would hang out in the Flamingo Room.

Music giants such as BB King, Rufus Thomas, Johnny Ace, and Bobby “Blue” Bland used to play in little neighborhood juke joints, and, like Ike Turner quotes, “Elvis would park his truck in the alley behind the club and he used to come around to the back of this place…” and he would watch them play…

The story of Presley’s evolution is more or less known to most of us but for anyone who wants to spend three and a half hours of his life with country, blues, and rock’n’roll music would enjoy watching “Elvis Presley: The Searcher”.

But, the way I see it, if Elvis Presley did not exist, we probably wouldn’t listen to the music genre that we call “rock music”.

In any possible musical form …

So, how would life be without, The Beatles, The Rolling Stones, Black Sabbath, Sex Pistols, Motorhead, or any other band like these?

Irish writer and musician Larry Kirwan came very close to what I am trying to say here with his book “Liverpool Fantasy” that was published in 2003 (an alternate history where the Beatles split up after recording “Love Me Do“).

To explain myself:
The teen’s opinion regarding the music that would be played in the house was worthless before 1955 as all that mattered on that section was father’s music taste.

The emergence of rock’n’roll created a new consuming power: the teenagers.

Young boys and girls started spending their pocket money buying records and that was great news to the ears of the record companies.

A new target group for the entire music industry.

At the same time, there were other musicians playing rock’n’roll, but they were either black, or white that didn’t have Elvis’s background and were lacking the knowledge of black music that he had acquired.

On the bottom line, maybe they just weren’t lucky enough…

To cut a long story short, there were others out there playing rock’n’roll too but only Elvis was # 1, only he became “Τhe King”.

Yes, he was playing African-American music and as you realize those were difficult times to filter it into the “white” market but there were a number of reasons the people of the industry used in order to work things out and skip any undesired obstacles: he was a “good” hard working, God-fearing Southern boy that loved his mama.

He was probably shaking his hips a little more than what was needed but for every shake of his hips the sweet sound of dollars echoed in the cash desk of the record label/manager/promoter, etc.

The queue of people who made money out of the idea of having a 19 year-old white boy playing black music was endless.

His influence reached the islands across the ocean.

Young English musicians were waiting for night to come to break into the customs office, open the boxes with the rock’n’roll singles that were imported from the States, learn how to play these new songs and perform them live at the local club the following night.

That’s how the Mersey scene was founded and all those music bands that followed and brought this music to me and you, spreading it to the mountains and the deserts.

Songs were penned expressing political opinions, philosophical ideas, religious views or simply erotic confessions in every spoken language of the world.

People conceived babies, becoming parents while listening to this music genre while others heard a song and cried because they had shared it with someone who they were no longer together with anymore …

I hope that now it’s obvious why I wrote this post…

 

Mark Fisher to release XTC book ‘What Do You Call That Noise?’ with support from all XTC members

Mark Fisher to release new XTC book ‘What Do You Call That Noise?’

Quotes from ‘What Do You Call That Noise?’

“The song is a little machine. If you take apart the machine, it’s not a clock any more and you can’t tell the time by it.” – Andy Partridge

“Music… I couldn’t imagine life without it. It’s always there.” – Dave Gregory

“I was always quite envious of XTC because they weren’t put in the same pigeonhole as punk bands. They were regarded as a bit more arty than that. We always had to fight off this flag, being under the banner of punk… XTC never seemed to fall into that trap. They had that freedom.” – Rick Buckler ( The Jam)

“Seeing them on TV was like being in a tribe. Together I thought we might rule the world… Yes, I stole from them. I’m sure I was not the only one. The wit did woo mee. I fell head over heels for the clever word play, the charge of the story and the sentimental Britishness of it all.” – Chris Difford (Squeeze)

“XTC’s music has always been there in my consciousness. I think about it a lot when I’m making records… They come across as an everyday group of people and that’s very much what Barenaked Ladies were about too – living as ordinary a life as you can in a bizarre lifestyle like rock’n’roll.” – Steven Page (Barenaked Ladies)

“I remember when I first heard Making Plans for Nigel on the radio… I absolutely loved the song, especially the drum part… Terry’s drumming was so rhythmic. I was very much influenced by him. In fact, I would drum along to XTC songs to warm up. It was very inspiring to me!” – Debbi Peterson (The Bangles)

From Mark Fisher, the editor of ‘The XTC Bumper Book of Fun for Boys and Girls’comes a new musical exploration of one of the most essential pop groups of the 20th century. ‘What Do You Call That Noise? An XTC Discovery Book‘ is a compelling 228-page book that involves some of the world’s leading musicians and keenest fans of XTC. Here, they come together to discuss what makes this Swindon band so very special and the extent of their impact of their music worldwide.

Every member of XTC also makes an appearance. Andy Partridgespeaks about mixing, Dave Gregory on arranging and Barry Andrewson the piano. The book also features interviews with XTC drummers Pete Phipps, Pat Mastelotto, Ian Gregory, Prairie Prince, Dave Mattacks and Chuck Sabo.

“Every XTC album that got ignored gave the band a real power jolt. It was like being the Duracell bunny and getting a fresh set of batteries in your back. It made us want to strive harder,” says XTC frontman Andy Partridge.

“Weirdly, it does feel like the band is being appreciated now. We’ve become a historical artefact that’s more important than when it was a pot in Cro-Magnon times. As a museum exhibit it’s become priceless, but as a Neanderthal pot nobody wanted to bother pissing in it. It makes me feel valued – as long as I don’t go into national treasure territory!”

Fisher also offers an in-depth review of Colin Moulding and Terry Chambers playing live for the first time in 36 years as TC&I. during their recent Swindon Arts Centre residency, a performance named on BBC Radio 6 Music’s Marc Riley show as one of the gigs of 2018.

Contributing musicians include:
• Rick Buckler: The Jam
• Chris Difford: Squeeze
• Debbi Peterson: The Bangles
• Dennis Locorriere: Dr Hook
• Steve Conte: New York Dolls
• Steven Page: Barenaked Ladies
• Chris Butler: The Waitresses
• Tracey Bryn: Voice of the Beehive
• Jason Falkner: Jellyfish
• Andrew Falkous: Future of the Left
• Peter Gabriel
• Mike Keneally: Frank Zappa

Plus Anton Barbeau, Todd Bernhardt, Chris Braide, Mikey Erg, Anne McCue, Jim Moray, Erich Sellheim, Rosie Vela, Mark Vidler and David Yazbek, as well as members of Fassine, Big Big Train, bis, Cosmic Rough Riders, Odds, Tin Spirits, Palm Ghosts and many more…

2018 marked the 40-year anniversary of XTC’s first studio album ‘White Music’. While XTC was founded in 1972, it wasn’t until 1979 that XTC had their first UK charting single. Colin Moulding and Andy Partridge continued their partnership until the group’s dissolution in 2006.

Lately there has been renewed interest in XTC, in part due to the release of eye-opening XTC documentary ‘This Is Pop’ about the band’s history and legacy, which looks at XTC and their journey from mercurial pop outsiders to full blown national treasures and one of Britain’s most influential yet unsung bands.

‘What Do You Call That Noise?’ will be released on March 4. Anyone ordering ‘What Do You Call That Noise?’ before midnight on Sunday, January 27 will be inducted into the Venerable League of Neon Shufflers and have their name published in the book. The book can be obtained for £17.99 + free UK p&p (from £5 international p&p)

Praise for ‘The XTC Bumper Book of Fun for Boys and Girls’

“A sumptuous compendium… The most comprehensive and incisive book about XTC yet published” – Dom Lawson, Prog Magazine

“Music publication of the year” – Dave Jennings, Louder than War

“Varied, surprising and fun” – Samantha Burke, Cent Magazine

“Dotted throughout those original pages and some relaxed, genuinely insightful interviews. Fans new and old will pore over this” – Jamie Atkins, Record Collector

“A delicious thing to dive in and out of” – Iain Lee, Talk Radio

Keep up with Limelight XTC
Website | Twitter | Facebook page | Facebook group | YouTube | Store

 
Leave a comment

Posted by on January 19, 2019 in Books/Literary

 

The War of the Worlds 80th Anniversary

October 30th, 2018 will mark the 80th anniversary of Orson Welles‘ legendary live radio play broadcast of H.G. Wells’ science fiction masterpiece, The War Of The Worlds.

In honor of that occasion, Stardust Records is reissuing the broadcast as part of a limited edition, 2 CD collection that includes the complete original 1938 broadcast along with a rare February 1955 broadcast and a October 1940 conversation between Orson Welles and H.G. Wells.

This set was produced for release by Athan Maroulis who compiled it and penned the accompanying liner notes.

As a child, Maroulis, known primarily as the vocalist of Spahn Ranch, Black Tape for a Blue Girl, and presently in NOIR, became fascinated by this story after watching a made-for-television film about the panic that ensued after the original 1938 broadcast.

Later, Maroulis began collecting memorabilia relating to both The War of the Worlds and Orson Welles, which he put to use during this project.

Painstakingly remastered, this version of The War of the Worlds sounds even better than it did when it first reverberated out of vacuum tube radios back in 1938.

Stardust Records, a division of Cleopatra Entertainment, will release this pioneering science fiction collection on October 19th, 2018 on compact disc and all digital formats.

You can place your order HERE

 
Leave a comment

Posted by on October 3, 2018 in Books/Literary, Radio

 

Zealot in Wonderland: The Wildhearts: One Love, One Life, One Band by Gary Davidson

Full of laughs, introspection and rock ‘n’ roll antics, Zealot in Wonderland is the story of one man’s unexpected thrust into a powerful obsession with British rock band The Wildhearts. Like every honeymoon period, this one begins with the sun in the sky and the stars to aim for. However, as I get to grips with my own life, relationships, and debilitating depression, what once seemed like a simple journey to my younger self spirals out of control, until my longing for an interview with The Wildhearts’ lead singer, Ginger, causes the honeymoon to turn sour. But through it all, it is ultimately the music which sees me through.

www.goodreads.com

More information about this book, directly from the author at: http://www.wildhearts-book.co.uk/

 
Leave a comment

Posted by on April 24, 2018 in Books/Literary

 

The Incomplete Angler – 10 Years of Fruits De Mer Records – by Dave Thompson

For the first time, the full, unexpurgated story of the world’s most collectible 21st century record label is told, through the words of its founders, associates, friends, collectors and, of course, its musicians.

Featuring over fifty interviews, a full label discography, illustrations and more, The Incomplete Angler is the complete anorak’s guide to the Fruits de Mer, Regal Grabompphone, Strange Fish and Friends of the Fish.

Available now from HERE
and HERE

 
Leave a comment

Posted by on April 11, 2018 in Books/Literary

 

The Mission – At War With The Gods

The Mission - At War With The Gods (Cover)UPDATE:

Author Alex Daniele has announced that his recent release, “THE MISSION – At War With The Gods (26 May 2014) will soon be available for purchase through The Mission’s Official Store.

Distribution will also be made in Greece through Ars Nocturna – Gothic Books.

Supplies should be stocked within the coming two weeks.

This hand-numbered limited-to-1000-copies edition is 350 pages and filled with more than 200 rare and exclusive photographs.  Pre-orders filled quickly and took a good portion of books off the market before it even hit the market.

More:  Original tribe4mian article | 21 May 2014

 

THE MISSION - At War With The Gods - Official Website

 
Leave a comment

Posted by on July 17, 2014 in Books/Literary, Goth, etc., Music

 

THE MISSION – At War With The Gods

The Mission - At War With The Gods (Cover)

RELEASE DATE:  26 MAY 2014

A written documentary of the first 25 years of the English band THE MISSION is about to be released.  Written by Alex Daniele, the book, THE MISSION – At War With The Gods”, chronicles the band’s early footsteps and humble beginnings through their reformation in 2011.

The limited-edition book is a whopping 350 pages packed with over 200 rare and exclusive photographs.

Painstaking attention to detail was made over the course of several years as Daniele compiled information, images, interviews, and tidbits from those who, at one point or another, walked beside The Mission’s members.

Contributors to the book’s contents include Wayne Hussey, Craig Adams, Simon Hinkler, Mike Kelly, manager George Allen, Cinthya Hussey, producer Steve Whitfield, and a who’s who list of other notables.

Included in that list is our very own New Zero God singer, Mike Pougounas, who is credited as “the singer of the Greek band The Flowers Of Romance that was produced by Wayne Hussey”.  Indeed, back in 1995, Hussey and Pougounas teamed up on the 5th studio release by The Flowers Of Romance.  “Brilliant Mistakes” was recorded in The Mission’s Bristol Studio, “Swirlsound“, as well as in the AthenianIn Studio“.  Wayne Hussey not only produced, but also provided backing vocals, loops, and additional guitars for what would become The Flowers Of Romance’s most successful album. Steve Whitfield, the sound engineer for The Cure and The Mission UK, was in charge of mixing the album. [More on The Flowers Of Romance, “Brilliant Mistakes” HERE.]

This limited-to-1000-copies edition will be hand-numbered and pre-orders are filling quickly.  According to my conversation with Daniele, a major chunk of the stock has already been sold and he’s working feverishly as the countdown to release winds down.  For those outside the UK/Euro zone, full information and purchasing details will be made public after the 27th of May, 2014.

To read more or to place a pre-order, click HERE.

Book Credits:

Alex Daniele [Ascension/Italy]

Alex Daniele [Ascension/Italy]

© 2014 Sand Castles Productions.

Written by Ascension Promotions | Edited by Danny Tartaglia and Graham Chisnall | Final editing by Danny Tartaglia | Artwork concept by Alex Daniele

Cover concept by Cinthya Hussey and Candy Rosenbaum | Cover photo: ‘The Mission – Sinners Day’, copyright © Roger op den CampBack cover photo: ‘The Mission in Spring 2013’, copyright © Rhory Danniells