Category Archives: Documentaries

You can watch here the documentary “Italian Punk Hardcore 1980-1989: The movie”

Italian Punk Hardcore 1980-1989: The movie” is a 2015 documentary directed by Angelo Bitonto, Giorgio S. Senesi and Roberto Sivilia.

Featuring – 5° Braccio, Bedboys, Bloody Riot, Blue Vomit, Chain Reaction, Cheetah Chrome Motherfuckers, Chelsea Hotel, Contr-Azione, Crash Box, Declino, Dioxina, Espansione Urbana, Fall Out*, Hydra, I Refuse It!, Impact, Indigesti, Infezione, Irha, Kina, Kollettivo, Lager, Loggia P2, Nabat, Negazione, Peggio Punx, Putrid Fever, R.A.F. Punk, Rappresaglia, Raw Power, Reig, Rough , Stato Di Polizia, Stigma, Stigmathe, Stinky Rats, Tanx, Tiratura Limitata, Toxical, Traumatic, UDS , Uart Punk, Underage, Upset Noise, Wardogs, Warfare?, Wretched

Click CC for English Subtitles!

Leave a comment

Posted by on April 8, 2020 in Documentaries, punk rock


You can watch here the documentary “Punk in Africa”

Today’s documentary is the story of the multiracial punk movement within the recent political and social upheavals experienced in three Southern African countries: South Africa, Mozambique and Zimbabwe.

Directed by Keith Jones (he directed in 2016 the documentary “Vinyl Generation”) and Deon Maas.


You can watch here the documentary about Klaus Nomi, “The Nomi Song”

I discovered today a link for “The Nomi Song” the only Klaus Nomi documentary available out there.


The documentary is directed by Andrew Horn.

Andrew Horn was born on September 16, 1952. He is known for his work on The Nomi Song (2004), Doomed Love (1984) and We Are Twisted Fucking Sister! (2014). He died on August 24, 2019 in Berlin, Germany.

Among the people that speak about Klaus Nomi is American singer, songwriter, musician, poet and artist Kristian Hoffman from NY, member of Mumps, The Swinging Madisons and Bleaker Street Incident bands that were active in late ’70s and through the ’80s.

Also Ann Magnuson, a performance artist and one-half of the founding members of the former psychedelic rock group Bongwater. The characters she has played before-the-camera include, David Bowie’s victim in the vampire film in “The Hunger” (1983), a cigarette girl in Susan Seidelman‘s independent film “Desperately Seeking Susan” (1985), Mel Gibson‘s greedy, money-driven ex-wife in “Tequila Sunrise”, a madam in “Tank Girl” and a real-estate agent in “Panic Room” (2002).

Storyline taken from IMDB – Written by George Darley

Having failed to break into professional opera in his native Germany (where, as an usher in West Berlin’s Deutsche Opera, he would serenade the staff after the ‘real’ performances were over) the diminutive Klaus Nomi headed for NYC in 1972. The vibrant New Wave/avant-garde gestalt of the mid/late ’70’s East Village proved to be fertile ground for the development of his unique talents. Working by day as a high-end pastry chef, Nomi began to stage his outlandish performances, first launching himself upon an unsuspecting public at the New Wave Vaudeville in 1978. The hip and cynical young audience was stunned by this weird combination of falsetto arias, booming classical orchestration, Kraftwerk-style electronica, futuristic costumes and outer space imagery. An odd assortment of artists, choreographers, designers, songwriters and musicians jumped on to the Nomi bandwagon and the phenomenon began to take off – first attracting thousands to South Manhattan events (including performances at the legendary Max’s Kansas City) and culminating in a recording contract with the French division of RCA. With the release ‘Klaus Nomi’ in 1981 and ‘Simple Man’ in 1982, it looked as if Nomi was on the verge of superstardom. Having established himself in Europe, he made a triumphant return to New York City. But Nomi’s moment of glory proved to be his swansong. Within only a few months Nomi had succumbed to the ravages of AIDS. One of the first celebrities to be killed by this mysterious new disease, Nomi died a lonely death, largely abandoned by those who had seen him as a passport to their own success. Today, the otherworldliness of ‘The Cold Song’ and ‘Dido’s Lament’ is like an ethereal voice calling from beyond the grave.

Enjoy the documentary here


O Elvis Presley και η εποχή του

Γενικά μου αρέσουν  τα ντοκιμαντέρ, και  κάποια μέρα έκατσα και είδα το περσινό “Elvis Presley – The Searcher” σε παραγωγή της Sony.

Πριν να γράψω τα παρακάτω, να σημειώσω ότι παρόλο που δεν είμαι οπαδός του Presley, γνωρίζω (εξ ακοής) έναν μεγάλο αριθμό τραγουδιών που έχει πει, μιας και ανήκω σε μία γενιά της οποίας οι γονείς άκουγαν ανάκατα νησιώτικα, λάτιν, λαϊκά, rock’n’roll, mod jazz κλπ…

Η εικόνα των πάρτι όπου οι νεαροί τότε συγγενείς μου πιάνονταν «τραινάκι» για να χορέψουν yanka και μετά mambo με τραγούδια του Χιώτη είναι μέρος των παιδικών μου χρόνων.

Ετσι κι αλλιώς, το πάντρεμα στην μουσική είναι κάτι που γίνεται πάντα…

Δεν θα αναφερθώ εδώ στις πολιτικές απόψεις του Presley μιας και το ντοκιμαντέρ αναφέρει μόνο τις θρησκευτικές του απόψεις, που καλά έκανε ο άνθρωπος και τις είχε, εμένα πάντως δεν με αφορούν.

Θα προσπαθήσω να το κοιτάξω απο μια άλλη άποψη, με μια καθαρά συμπαθητική ματιά, γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο να το δω κάπως κοινωνιολογικά (οσο μπορεί το φτωχό μυαλό μου να το αναλύσει):

Ενας λευκός νεαρός γεννιέται μέσα στην δεκαετία του ’30 και του μεγάλου οικονομικού κραχ σε μια πολιτεία του Αμερικάνικου Νότου.

Η οικογένειά του είναι φτωχή και ο πατέρας του πάει για λίγο φυλακή κιόλας, για μια μικρο απάτη που έκανε για να εξασφαλίσει το φαϊ της οικογένειάς του.

Σημαντικό ρόλο, στην υπόλοιπη ζωή του Elvis, θα παίξει ακόμα ο θάνατος του αδερφού του, Jesse Garon Presley, ο οποίος γεννήθηκε νεκρός 35 λεπτά πριν τον Elvis.

Επειδή σήμερα έχουμε στο μυαλό μας μια εικόνα για τον Αμερικάνικο Νότο στην οποία υπάρχουν απο την μία οι φτωχοί Αφρο-Αμερικάνοι κι απ την άλλη οι ρατσιστές λευκοί, να προσθέσω εδω και μια τρίτη ομάδα ανθρώπων, τους φτωχούς λευκούς, οι οποίοι είναι στο ιδιο οικονομικό επίπεδο με τους Αφρο-Αμερικάνους.

Ολοι αυτοί οι φτωχοί, ανεξάρτητα απο χρώμα, συναναστρέφονται ο ενας τον άλλον, είναι φίλοι μεταξύ τους, διασκεδάζουν στα ιδια μέρη και πάνε στις ιδιες εκκλησίες.

Οι λευκοί ρατσιστές όμως, όπως δεν γουστάρουν τους φτωχούς Αφρο-Αμερικάνους, ετσι  δεν γουστάρουν και τους λευκούς που κάνουν παρέα μαζί τους.

Μάλιστα οι διαφυλετικοί γάμοι απαγορεύονταν δια νόμου σε κάποιες πολιτείες του Νότου, μέχρι που καταργήθηκαν το 1967.

Οποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να δεί την ταινία “Loving” του 2016 η οποία αναφέρεται στο τι τράβηξε το ζεύγος Richard Loving (λευκός) και Mildred Jeter (Αφρο-Αμερικανή) απο το 1958 που παντρεύτηκαν κρυφά, ως το 1967 οπότε και αναγνώρισε τον γάμο τους το Ανώτατο Δικαστήριο και κατάργησε την απαγόρευση των διαφυλετικών γάμων στην πολιτεία της Βιρτζίνια.

Επειδή ζούμε σε μια άλλη χώρα και σε μια άλλη εποχή, μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τις συνθήκες ζωής αυτές της κοινωνικής τάξης – μιας και μιλάμε για ανθρώπους και των δύο φυλών, νομίζω πως αυτός είναι ο σωστός ορισμός:  «τάξη» και πραγματικά αυτήν θεωρώ εργατική τάξη σε αυτές τις Αμερικάνικες πολιτείες. Το φτωχότερο μάλιστα επίπεδό της.

Επειδή το ζήτημα με ενδιαφέρει, γι αυτό γράφω και αυτο το κείμενο, για να δείξω τι απέφερε το μουσικό συνταίριασμα Αφρο-Αμερικάνικης μουσικής (που το σύστημα είδε έντρομο να προσελκύει το νεανικό κοινό των λευκών) και ενός λευκού μουσικού (ο οποίος ηταν αποδεκτός λόγω χρώματος και προωθήθηκε ωστε να γίνει οικονομική πηγή ενα πρωτοεμφανιζόμενο αγοραστικό κοινό, οι έφηβοι).

Για να διευκρινίσω λίγο την κατάσταση: πριν την εμφάνιση του rock’n’roll η πλειοψηφία των λευκών αγοριών και κοριτσιών, άκουγε μέσα στο σπίτι την μουσική που ήταν στα γούστα του πατέρα τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και στις αρχές της δεκαετίας του ’50 σημειώθηκαν αξιοσημείωτες εξελίξεις στην δισκογραφία, και κυρίως η εμφάνιση, το 1948, των δίσκων βινυλίου 33 1 / 3 στροφών, που αντικατέστησαν κείνους των 78 στροφών.

Το rock’n’roll στα μέσα της δεκαετίας του ’50 πλασαρίστηκε (και ήταν) ως νεανική μουσική.

Απευθυνόταν στους teenagers και έτσι έκανε την νέα γενιά να πάρει το χαρτζιλίκι της και να αρχίσει να το ξοδεύει σε δίσκους της δικής της, πλέον, μουσικής, ανοίγοντας έτσι μια νέα αγορά και ενδυναμώνοντας την μέχρι τότε μουσική βιομηχανία.

Οταν μιλάμε για μουσική βιομηχανία, σε εκείνα τα χρόνια, θα πρέπει να βάλουμε στο μυαλό μας οτι μιλάμε για αχαρτογράφητα νερά, και πως ακόμα και τα συμβόλαια εκείνης της εποχής, ήταν σε πολύ πρωταρχικό στάδιο, αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς οτι αν και οι Rolling Stones σχηματίστηκαν το 1962, πληρώθηκαν τα πρώτα 2000 δολάρια απο τις πωλήσεις των δίσκων τους, μόλις το 1965, χρονιά δηλαδή, που έβγαλαν το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο άλμπουμ τους.

Το rock’n’roll όμως ήταν η εξέλιξη του blues των μαύρων, η πρόσμιξη τoυ με την country-western, με κάποια στοιχεία απο την jazz κλπ κλπ.

Η υποτυπώδης (σε σχέση με το τι έγινε στο μέλλον) μουσική βιομηχανία όμως, είδε με τρόμο του λευκούς νέους έφηβους να ακούν την μουσική των μαύρων και προσπάθησε με διάφορους τρόπους να στρέψει τα παιδιά προς λευκούς καλλιτέχνες.

Δεν ήταν μόνο το οτι οι λευκοί ιδιοκτήτες των εταιριών αυτών έχαναν λεφτά, ήταν και ρατσιστικό το ζήτημα…

Το έργο αυτό ανέλαβε κυρίως το Αμερικάνικο παράρτημα της δισκογραφικής εταιρίας Decca Records, η οποία ξεκίνησε απο το Λονδίνο αλλά οι ιδιοκτήτες της προτίμησαν να ξεφορτωθούν τις μετοχές τους βλέποντας πως έρχεται ο πόλεμος και να επιστρέψουν στην Αγγλία.

Το 1939, η πρόσφατα ανεξάρτητη αμερικανική Decca αντιπροσώπευε πάνω από το ένα τρίτο των πωλήσεων των δίσκων στις ΗΠΑ και έφτασε να κόβει περίπου 135.000 αντίτυπα δίσκων την ημέρα.   Με καλλιτέχνες όπως οι The Sisters Andrews, Bing Crosby και Billie Holliday, η Αμερικανική Decca βγήκε απο τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως μια εξαιρετικά επιτυχημένη και εδραιωμένη εταιρεία. Το 1952 έγινε μέρος της Universal-International, που  το 1962 έγινε μέλος της MCA και ολα αυτά κατέληξαν στο Universal Music Group.

Το 1954 η Decca άρχισε να υπογράφει λευκούς καλλιτέχνες οπως ο Bill Haley & His Comets, ενα hillbilly συγκρότημα, με σκοπό να τραβήξει το κοινό των νεαρών λευκών απο την μαύρη μοσυική…

(Oι Rolling Stones ανήκαν στο δυναμικό της Decca απο το 1964 μέχρι το 1970 και το Sticky Fingers ήταν το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην δική τους εταιρία, το 1971.)

   Τώρα, εαν ενδιαφέρεστε να μάθετε τις συνθήκες ζωής εκείνων των Αφρο-Αμερικανών του Νότου, στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’50 οπότε και εμφανίζεται ο νεαρός Elvis Presley,  αναζητήστε ενα μικρό βιβλίο, γραμμένο απο τον Αμερικάνο δημοσιογράφο John Howard Griffin με τίτλο “Black Like Me”.

Ο Griffin, όντας λευκός, τόλμησε στην δεκαετία του ’50 να μεταμορφωθεί με διάφορα τεχνάσματα σε μαύρο και να ζήσει για ενα χρονικό διάστημα, περίπου έξι μηνών, στις πολιτείες του βαθύ Αμερικάνικου νότου (Louisiana, Mississippi, Alabama και Georgia) με σκοπό να καταγράψει την καθημερινότητα και να κατανοήσει την ψυχολογία ενός άνεργου μαύρου άντρα.

Ηταν μια εμπειρία που άλλαξε και τον ιδιο μέσα του και που οταν εκδόθηκε το βιβλίο του δέχθηκε τόσες απειλές που πήρε την οικογένειά του και εγκατέλειψε τις ΗΠΑ.

Και επιστρέφω στον Presley.

Μέσα απο την καθημερινή τριβή του λευκού αγοριού με τα gospel τραγούδια της εκκλησίας (οσο και αν δεν υποστηρίζω την θρησκεία μπορώ να κατανοήσω πως τα τραγούδια που με πάθος έλεγαν τις Κυριακές οι πιστοί σε αυτές τις λειτουργίες ήταν ένας έντονος τρόπος έκφρασης/ψυχικού ξεφορτώματος ακόμα και διασκέδασης για τους φτωχούς) μπήκαν βαθειά στην ψυχή του.

Τα βράδια ο νεαρός Presley πήγαινε πίσω απο τα μπαρ που διασκέδαζαν οι μαύροι, οπως το μπάρ Flamingo Room, οπου άκουγε και μελετούσε την ζωντανή μουσική πού έπαιζαν εκεί, μουσικοί όπως οι BB King, Rufus Thomas, Johnny Ace, Bobby “Blue” Bland

Η ιστορία της εξέλιξής τού Presley είναι γνωστή και για όποιον θέλει να περάσει ευχάριστα 2+1= τρεις και κάτι ωρίτσες απο την ζωή του με country, blues και rock’n’roll μπορεί να δει το “Elvis Presley – The Searcher”.

Βλέποντάς το όμως, μέσα απο την δική μου σκοπιά, σκεφτόμουν πως αν δεν υπήρχε ο Presley, μάλλον δεν θα ακούγαμε ροκ όσοι απο εμας ακούνε.

Σε καμμιά μορφή της…

Πως θα ηταν λοιπόν μια ζωή χωρις, Beatles, Rolling Stones, Black Sabbath, Sex Pistols, Motorhead και όλους αυτους?

(Παρεμπιπτόντως υπάρχει ενα ωραίο μυθιστόρημα με τίτλο “Liverpool Fantasy” το οποίο μιλά για έναν κόσμο δίχως τους Beatles…)

Υπήρχαν και άλλοι που έπαιζαν rock’n’roll την εποχή που εμφανίστηκε ο Presley, αλλά είτε δεν ήταν λευκοί είτε ήταν, αλλά δεν είχαν όλο αυτό το background. αυτές τις γνώσεις σχετικά με τη μαύρη μουσική που είχε αποκτήσει ο Presley λόγω της τριβής του με τους φτωχούς Αφρο-Αμερικάνους.

Ίσως δεν ήταν τόσο τυχεροί όσο ο Elvis…

Elvis & Brook Benton

Στην τελική, υπήρξαν κι άλλοι που έπαιξαν rock’n’roll, αλλά μόνο ο Presley είχε τις διαστάσεις του # 1, του “βασιλιά”.

Ναι, έπαιξε μαύρη μουσική, αλλά υπήρχαν διάφοροι τρόποι για να τον προωθήσουν οι εταιρίες στην αγορά και να τον δεχτούν οι οικογένειες των λευκών: ήταν ένα «καλό» παιδί απο τον Νότο, που αγαπούσε τη μητέρα του και ήταν επίσης θρησκευόμενος.

Ναι, ίσως να κουνούσε τους γοφούς του λίγο παραπάνω, αλλά με κάθε κούνημα της λεκάνης του Presley, εγραφε εισπράξεις το ταμείο της εταιρείας του μανατζερ, του συναυλιακού χώρου… ολοι έβγαζαν λεφτά.

Η ουρά ολων αυτων που έβγαζαν λεφτά απο ενα 19χρονο λευκό αγόρι που έπαιζε μαύρη μουσική ήταν ατελείωτη.

Η επιρροή του πέρασε τον ωκεανό και χτύπησε το νησί απέναντι κάνοντας τους νεαρούς Αγγλους μουσικούς να μπαίνουν κρυφά στο τελωνείο τα βράδια.

Εκεί άνοιγαν τις κούτες με τους εισαγόμενους rock’n’roll δίσκους απ την Αμερική, μάθαιναν να παίζουν τα νέα τραγούδια και τα παρουσίαζαν σαν δικά τους την επόμενη βραδιά στο κλάμπ. (Το ίδιο, περίπου, έκαναν χρόνια αργότερα και οι Metallica)

Ετσι ξεκίνησε το Mersey Beat στο Λίβερπουλ, οι Beatles, οι Rolling Stones και έφτασε αυτή η μουσική σε εμένα και σε εσένα, πέρα απο βουνά και ερήμους.

Αυτή η μουσική έγινε η βάση για να γραφτούν στίχοι πολιτικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί ή απλά ερωτικές εξομολογήσεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κάποιοι έγιναν γονείς με αυτή την μουσική ενω άλλοι την ακούνε και κλαίνε γιατι την μοιράζονταν με κάποιον που δεν είναι πλέον μαζί.

Ισως τώρα να είναι προφανής η οπτική μέσα απο την οποία είδα αυτό το ντοκιμαντέρ, και ο τρόπος με τον οποίο βλέπω κάθε ντοκιμαντέρ…

Leave a comment

Posted by on September 9, 2019 in Documentaries, Rock


Tags: , , , , ,

The Public Image is Rotten (Film)

Μετά την διάλυση των Sex Pistols, ο John Lydon ξεπέρασε τις προσδοκίες δημιουργώντας άλλο ενα πρωτοποριακό συγκρότημα που ταρακούνησε τα πάντα και πάλι.

Οι Public Image Ltd (PIL) αντίθετα απο τους Sex Pistols, επέζησαν για δεκαετίες, παρόλες τις αλλαγές στην σύνθεση και το μουσικό τους ύφος, επαναπροσδιορίζοντας το punk με και πιο καλλιτεχνική άποψη και οδηγώντας το post-punk.

Το “The Public Image is Rotten” διαθέτει αρχειακό υλικό αλλά και συνεντεύξεις με τους Flea, Thurston Moore και τον Ad-Rock των Beastie Boys αλλά και με τον John Lydon και τα μέλη της μπάντας.

Μια ματιά απο μέσα απο μια ξεχωριστή μπάντα και ενα επιδραστικό μουσικό…

Leave a comment

Posted by on September 7, 2019 in Documentaries, punk rock


Desenterrando Sad Hill: Ενα διαφορετικό ντοκυμαντέρ (2017)

Το 2016 συμπληρώθηκαν 50 χρόνια απο την ημερομηνία της πρώτης προβολής της ταινίας του Sergio Leone, «Ο καλός, ο κακός και ο άσχημος».

Στα γυρίσματα της, 20 μίλια νοτιοανατολικά απο το Burgos της Βόρειας Ισπανίας, συνέβαλε ακόμα και ο Ισπανικός στρατός.

Οι στρατιώτες έλαβαν μέρος ως κομπάρσοι, κατασκεύασαν μια γέφυρα και δημιούργησαν στο Sad Hill, υπο την καθοδήγηση του Carlo Simi, ενα κυκλικό νεκροταφείο με 5000 τάφους για τις ανάγκες των γυρισμάτων της ιστορικής μονομαχίας ανάμεσα στους χαρακτήρες που υποδύονται οι Clint Eastwood, Eli Wallach και Lee Van Cleef.

Μετά το τέλος των γυρισμάτων το μέρος εγκαταλείφθηκε και η φύση ανέλαβε το έργο της.

Το 2015 μια ομάδα φανατικών οπαδών της ταινίας, ανέλαβε να ξαναδημιουργήσει στην ίδια τοποθεσία, να ξεθάψει αν θέλετε, το νεκροταφείο του Sad Hill.

Για να φέρουν σε πέρας το εργο, ζήτησαν την χορηγία οσων αγάπησαν την ταινία και πρωτοτύπησαν βάζοντας τα ονόματα των χορηγών αυτών στους σταυρούς των τάφων του νεκροταφείου που ξαναδημιούργησαν αφού πρώτα αφαίρεσαν απο την περιοχή, και μετά απο μήνες δουλειάς, ενα στρώμα επτάμιση πόντων χώματος μέχρι να αποκαλυφθεί το επίπεδο στο οποίο είχαν γίνει τα γυρίσματα…

Αυτη η πράξη αγάπης κάποιων ανθρώπων για ενα εργο τέχνης, είναι το θέμα του όμορφου ντοκiμαντέρ “Desenterrando Sad Hill” του Guillermo de Oliveira.

Με συντελεστές της ταινίας οπως ο Clint Eastwood, ο Ennio Morricone και ο οπερατερ του Sergio Salvati να λένε παραλειπόμενα απο τα γυρίσματα και με καλεσμένους τον James Hetfield των Metallica και τον σκηνοθέτη Joe Dante, το αποτέλεσμα είναι συγκινητικό και κορυφώνεται με τους 4000 επισκέπτες του νεκροταφείου να απολαμβάνουν μια τελευταία προβολή της ταινίας κάτω απο τα άστρα…

Leave a comment

Posted by on August 22, 2019 in Documentaries


Πως γυρίστηκε το Easy Rider

Τον θάνατο του ηθοποιού, συγγραφέα και σκηνοθέτη Peter Fonda, σε ηλικία 79 ετών ανακοίνωσε χτές στους New York Times ο manager του, Alan Somers.

Σκέφτηκα να βάλω εδω ως φόρο τιμής στον Fonda, ενα ντοκιμαντέρ σχετικά με το πως φτιάχτηκε το Easy Rider, την ταινία με την οποία θα μείνει στην μνήμη ολων εκείνων που δεν τον γνώρισαν απο κοντά…

Ο Fonda ήταν ο γιος του ηθοποιού Henry Fonda και ο μικρότερος αδερφός της ηθοποιού και ακτιβίστριας Jane Fonda. Η κόρη του, Bridget Fonda, έχει επίσης πρωταγωνιστήσει σε αρκετές ταινίες. Ο πρώτος ρόλος του Peter Fonda ήταν αυτός του Dr. Mark Cheswick στην κωμωδία του Harry KellerTammy and the Doctor” του 1963. Εκανε δεκάδες ταινίες.

Το “Easy Rider”, το οποίο συνέγραψε με τον Dennis Hopper και τον Terry Southern ακολουθεί τους τσοπεράδες Wyatt (Fonda) και Billy (Hopper) καθώς ταξιδεύουν από το Λος Άντζελες στη Νέα Ορλεάνη, γνωρίζοντας στην πορεία τους ασυνήθιστους χαρακτήρες στην πορεία.

Leave a comment

Posted by on August 17, 2019 in Documentaries, Rock


Δεύτερες φωνές που θα μπορούσαν να είναι πρώτες…

Οταν είδα το ντοκυμαντέρ 20 feet from Stardom, είδα μια σκηνή στην οποία σοκαρίστικα.

Το ντοκιμαντέρ αυτό έχει να κάνει με τους ανθρώπους που κάνουν δεύτερα φωνητικά, και έχουν πάρει χαρακτηριστικά εκείνους που τραγουδούν πίσω απο τους Rolling Stones, τον Bruce Springsteen και τους Police: Darlene Love, Merry Clayton, Lisa Fischer, Patti Austin και άλλοι.

Οι άνθρωποι που κάνουν τα δεύτερα φωνητικά, δεν είναι κάποιας κατώτερης ποιότητας απο εκείνους που κάνουν τα πρώτα. Ισα-ίσα, τις περισσότερες φορές έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες, αλλά έτυχε να πρέπει να βρεθούν στην πίσω σειρά, 20 πόδια απο την διασημότητα όπως λέει ο τίτλος του πολύ καλού αυτού ντοκυμαντερ το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα, γιατί οπως λέει και ο Sprinsteen, “το να έρθεις μπροστά, είναι κάπως περίπλοκο…”

Μάλιστα, η περιγραφή της βραδιάς που η Merry Clayton έκανε τα φωνητικά στο “Gimme Shelter” των Rolling Stones είναι μοναδική, αστεία και ιστορική μιας και ολοι οσοι εχουν ακούσει το τραγούδι θα κουνήσουν το κεφάλι τους χαμογελώντας.

Οι μουσικοί αυτοί, δεν παρέμειναν στα δεύτερα φωνητικά. Κυκλοφόρησαν και δικές τους δουλειές οι οποίες ηταν εξίσου αξιόλογες.

Για παράδειγμα, η Darlene Love είχε ήδη ενα δικό της νούμερο ενα με το “He’s A Rebel” το 1962, δουλεύοντας παράλληλα για τον παραγωγό Phil Spector. Αυτή η Κυρία τραγούδησε πίσω απο θρυλικές μορφές των δεκαετιών του ’50 και του ΄60 οπως οι Sam Cooke, Dionne Warwick, Bill Medley, the Beach Boys, Elvis Presley, Tom Jones και οι Sonny and Cher.

Απλά οι μουσικοί αυτοί κάνουν και τα δεύτερα φωνητικά για να εξασφαλίζουν το ψωμάκι τους, γνωρίζουν ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά και στην περίπτωση της Love, ο Lou Adler, o παραγωγός του Rocky Horror Show, ήταν αυτος που την έπεισε να πάρει μέρος στο 20 feet from Stardom.

Η στιγμή που με σοκάρισε στο ντοκιμαντέρ αυτό ήταν εκεί που η Lisa Fischer, επίσης στα δεύτερα φωνητικά των Stones, του Sting, του Luther Vandross και της Tina Turner, αλλά κατά 18 χρόνια νεώτερη της Darlene Love, σε ενα δικό της τραγούδι, το “How Can I Ease The Pain” ανεβάζει την φωνή της τόσο ψηλά που γίνεται σφύριγμα.

Εκεί πετάχτηκα πάνω απο το κάθισμα και αναρωτήθηκα τι στο διάολο κάνει…

Εψαξα να βρω δουλειές της και απο τότε την παρακολουθώ.

Επέλεξα να ανεβάσω εδω ενα βίντεο του 2014 οπου το τραγουδά στα 56 της και οχι στην ηλικία των 30, για να δείξω οτι η Κυρία είναι φωνάρα…


Ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο όμως δεν είναι καμία απο τις δύο Κυρίες, ούτε το 20 feet from stardom.

Σήμερα άκουγα το “Black Napkins” του Frank Zappa ηχογραφημένο ζωντανά το 1976 στην Φιλαδέλφεια.

Οπως ισως ξέρετε, ο Zappa έπαιρνε τους καλύτερους μουσικούς που υπήρχαν στο επάγγελμα.

Κάποια στιγμή λοιπόν, άκουσα μια γυναικεία φωνή να κάνει κάποια εξίσου άπιαστα φωνητικά και τσέκαρα να δω ποιά είναι.

Είναι η Bianca Thornton η οποία έπαιζε σε εκείνη την περιοδεία τα πλήκτρα και έκανε και φωνητικά.

Ξεκινά απο το 2 λεπτό και 20 δευτερόλεπτο και στο 3.43 ξεφεύγει απο τα πλαίσια της ανθρώπινης φωνής… για να το ξανακάνει στο 4.13 και πάλι…

Ανέτρεξα στην Wikipedia να δώ περι τίνος πρόκειται και μεταφράζω εδω εν συντομία το βιογραφικό της:

Γεννήθηκε το 1953, ξεκίνησε απο gospel, σπούδασε μουσική στο San Francisco και έγινε γνωστή ως Lady Bianca.

Το 1972, έπαιξε το ρόλο της Billie Holiday στην θεατρική παραγωγή σκηνής ‘Evolution of the Blues’ και αργότερα μπήκε στους Sly and the Family Stone για να κάνει τα δεύτερα φωνητικά και να παίζει πλήκτρα στο άλμπουμ του 1976, Heard Ya Missed Me, Well I’m Back.

Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς ξεκίνησε περιοδεία ενός μηνός με τον Frank Zappa (απ’όπου και το εν λόγω τραγούδι) στη Βόρεια Αμερική και ηχογράφησε μαζί του το τραγούδι “Wind Up Workin’ in a Gas Station” για να τσακωθεί μαζί του τον Νοέμβριο και να αποχωρήσει…

Εκανε δεύτερα φωνητικά σε δουλειές του Taj Mahal, ενω απο το 1981 ως το 1986 περιόδευσε και ηχογράφησε με τον  Van Morrison, στα Beautiful Vision (1982), Inarticulate Speech of the Heart (1983), Live at the Grand Opera House Belfast (1984), A Sense of Wonder (1985), και No Guru, No Method, No Teacher (1986).

Η Lady Bianca δούλεψε ακόμα με τον John Lee Hooker και τον Willie Dixon.

Το πρώτο της σόλο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1995 με τίτλο Best Kept Secret και ακολούθησαν άλλα πέντε, τέσσερα απο τα οποία κυκλοφόρησε με την δική της δισκογραφική εταιρία Magic-O.

Τρία απο τα άλμπουμ της έχουν προταθεί για Grammy ενω αυτη την εποχή δουλεύει το εβδομο.

Δεν έχει σταματήσει να κάνει δεύτερα φωνητικά σε άλλους καλλιτέχνες.





Tags: , , , , , ,

Blaxploitation – οι ταινίες και η μουσική τους

(το κείμενο δημοσιεύεται και στο Merlin’s Music Box)

Γράφει ο Μιχάλης Πούγουνας

Επιμέλεια κειμένου: Γιάννης Καστανάρας

Πριν κάμποσα χρόνια με είχε πιάσει μια μανία με soundtracks Blaxploitation ταινιών και πάντα μου έκανε εντύπωση πώς γράφονταν τόσο καλές μουσικές για τόσο φτηνές παραγωγές…

Η αρχή του νέου αυτού κινηματογραφικού είδους έγινε τον Απρίλιο του 1971 με την ταινία Sweet Sweetback’s Baadasssss Song με σεναριογράφο, σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον Melvin Van Peebles ο οποίος έβαλε και τα λεφτά της παραγωγής. Ο ίδιος είχε γράψει τη μουσική της ταινίας, ενώ εκτελεστές ήταν οι Earth, Wind and Fire, σε μια εποχή που η soul-funk βρισκόταν στο απόγειό της.

Τρεις μήνες μετά την κυκλοφορία του Sweetback, το Blaxploitation πέρασε στην mainstream αγορά χάρη στο Shaft με πρωταγωνιστή τον  Richard Roundtree, το οποίο σε αντίθεση με το Sweetback χρηματοδοτήθηκε από την MGM για να βρεθεί στις κινηματογραφικές οθόνες τον Ιούλιο και να γίνει αναμφισβήτητα η καθοριστική στιγμή της ιστορίας του Blaxploitation. Με ένα εκπληκτικό οικονομικό άνοιγμα (με budget 1,125 εκ. δολάρια έκανε εισπράξεις 12 εκ. μέχρι τον Δεκέμβριο), η ταινία συμπεριλαμβάνει όλα τα βασικά συστατικά του είδους (έγκλημα, sex, και τις πολιτικές απόψεις των Μαύρων Πανθήρων), ακόμα και αναφορές στον James Brown.

Τρία χρόνια αργότερα, ο Isaac Hayes θα γράψει την μουσική και θα πρωταγωνιστήσει στο Truck Tunerγια να γίνει ο μοναδικός διάσημος μουσικός που θα αναλάβειτόσο σημαντικό ρόλο σε Blaxploitation ταινία).

Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά στις θεμελιώδεις ταινίες, στη μουσική τους και στις μορφές του είδους, καθώς και στην επανεμφάνιση του είδους στον σύγχρονο κινηματογράφο… (Όπως το φετινό Shaft με πρωταγωνιστή τον Samuel L. Jackson, πιο χιουμοριστικό και «family friendly» από το πρώτο του 1971 και με τον  Richard Roundtree στον ρόλο του John Shaft, ή από εκείνο του 2000 στο οποίο επίσης πρωταγωνιστούσε ο Jackson, το Black Panther του 2018 και άλλα. )


Ως κινηματογραφικό είδος το Βlaxploitation είναι ένα είδος εμπορικού κινηματογράφου που ουσιαστικά συγκροτείται από ανεξάρτητες παραγωγές χαμηλού προϋπολογισμού. Αυτές οι ταινίες περιστρέφονται γύρω από τη βία ή ασχολούνται με ορισμένα θέματα–ταμπού, ενώ χρησιμοποιούν τον αισθησιασμό και τις συγκρούσεις για να προσελκύουν το κοινό.

Οι ταινίες Blaxploitation είχαν μαύρους ηθοποιούς σε πρωταγωνιστικούς ρόλους και επικεντρώνονταν συνήθως σε χαρακτήρες Αφροαμερικανών που υπερνικούσαν τις καταπιεστικές και ανταγωνιστικές μορφές εξουσίας των λευκών, τους οποίους αναφέρουν ως “The Man”. (σημ. Ο λευκός που ανήκει στην εργατική τάξη, όταν λέει The Man, εννοεί το αφεντικό, το κατεστημένο, το σύστημα κλπ.)

Πολύ συχνά, οι πρωταγωνιστές των ταινιών αυτών υποδύονταν στερεότυπα όπως νταβατζήδες, πρεζέμποροι, πόρνες, ή κυνηγοί επικηρυγμένων. Κατά βάθος όμως, το μήνυμα που προωθούσαν ήταν αυτό της Μαύρης ταξικής συνειδητοποίησης και δύναμης.

Ο όρος “blaxploitation” επινοήθηκε στις αρχές τη δεκαετίας του ’70 από τον Junius Griffin, τον τότε πρόεδρο της Εθνικής Ένωσης για την Πρόοδο των Έγχρωμων Ανθρώπων (ΝAACP) του Λος Άντζελες,  εν είδη μομφής για την αρνητική εικόνα των Αφροαμερικανών που προέβαλε το συγκεκριμένο κινηματογραφικό είδος, κάτι που αργότερα θα συνέβαλε στην εξαφάνισή του. Ωστόσο, δεν συμφωνούσαν όλοι στη μαύρη κοινότητα με την αξιολόγηση της NAACP.

Παρότι το Blaxploitation προέβαλε αρνητικά στερεότυπα, μια μεγάλη πλειοψηφία της μαύρης κοινότητας θεωρούσε ότι αυτό το είδος ήταν ένδειξη προόδου. Πριν από τη εμφάνιση του είδους το  1971, οι ρόλοι που συνήθως υποδυόταν ο Αφροαμερικανός ηθοποιός στις ταινίες και στην τηλεόραση ήταν του υπηρέτη, του παραπαιδιού ή του θύματος.  Με αυτή την νέα αρχή όμως γινόταν μια προσπάθεια να μπει ένα τέλος σε αυτή την υποτιμητική αντίληψη.


Στη διάρκεια της δεκαετίας του 1960, το ζήτημα των φυλετικών διακρίσεων συντάραξε ολόκληρη την Αμερική και, ασφαλώς, το Χόλιγουντ. Με την εξέλιξη της τηλεόρασης και την ταχεία υποβάθμιση του ενδιαφέροντος για τα μιούζικαλ, η κινηματογραφική βιομηχανία αιμορραγούσε και άγγιζε τα όρια της  πτώχευσης.

Με διακηρύξεις για την περηφάνια των μαύρων, ή ιδέα της “Μαύρης Δύναμης” διαδόθηκε σιγά σιγά σε όλη την Αμερική, σε βαθμό που το Χόλιγουντ δεν μπορούσε πλέον  να αγνοεί την Αφροαμερικανική κοινότητα, επιτρέποντας την ευκολότερη πρόσβαση μαύρων κινηματογραφιστών και ηθοποιών στο σύστημα.

Ο πρώτος αυτής της νέας γενιάς κινηματογραφιστών, όπως έγραψα πιο πάνω, ήταν ο Melvin Van Peebles με το Sweet Sweetback’s Baadasssss Song, το οποίο κατέπληξε  τους θεατές που έβλεπαν για πρώτη φορά μαύρο πρωταγωνιστή να αγωνίζεται προκαλώντας το σύστημα και να το κερδίζει.

Πριν από το Sweetback, ουδέποτε είχε υπάρξει ταινία όπου ένας μαύρος ηθοποιός το σκάει από την αστυνομία και τελικά τα καταφέρνει. Έτσι, η ταινία γνώρισε δικαιολογημένα επιτυχία ανάμεσα στην αφροαμερικανική κοινότητα. Κατάφερε να κάνει τζίρο 15 εκατομμυρίων δολαρίων, παρόλο που χαρακτηρίστηκε ακατάλληλη για ανηλίκους λόγω των σεξουαλικών σκηνών, κάτι που ο Van Peebles χρησιμοποίησε ως διαφήμιση λέγοντας ότι “έτσι το χαρακτήρισε μια κριτική επιτροπή από λευκούς”.

Με το Sweetback, ο Van Peebles έβαλε λοιπόν τα θεμέλια του blaxploitation, δίνοντας στο Χόλιγουντ τη λύση που θα το έσωνε από την οικονομική καταστροφή.

Αν όμως ο Van Peebles ήταν το σπίρτο που πυροδότησε την ανάφλεξη του blaxploitation ως κινηματογραφικό είδος, τότε το Shaft του Gordon Parks ήταν το φιτίλι που πυροδότησε τον δυναμίτη. Όταν η ταινία βγήκε στις αίθουσες, το κοινό είδε κάτι εντελώς διαφορετικό από το στούντιο που είχε δώσει τον Μάγο του Οζ και το Όσα Παίρνει ο Άνεμος.

Το αρχικό σενάριο περιελάμβανε μια λευκή εκδοχή του Shaft, ωστόσο, ο Gordon Parks αποφάσισε να προσλάβει στο καστ τον Richard Roundtree στον πρωταγωνιστικό ρόλο, μια κίνηση η οποία άλλαξε για πάντα τη μοίρα της ταινίας.

Το Shaft θα μπορούσε να γίνει το τελευταίο καρφί στο φέρετρο για την MGM, αλλά η ταινία από μόνη της έσωσε το στούντιο από την επικείμενη απειλή της πλήρους χρεοκοπίας. Ακόμη, το μουσικό θέμα της ταινίας απέφερε στον Isaac Hayes ένα Όσκαρ και το όνομα “Shaft” έγραψε ιστορία.

H ταινία έδωσε στους θεατές μια πιο εμπορικά προσιτή πλευρά του blaxploitation, η οποία είχε πιασάρικο soundtrack, δυναμικό πρωταγωνιστή και μια απεικόνιση μιας αστικής ζωής που μέχρι τότε παρέμενε αθέατη στις προηγούμενες ταινίες του Χόλιγουντ. Επίσης, απέδειξε στο Χόλιγουντ ότι οι μαύροι σκηνοθέτες μπορούν να είναι εξίσου επιτυχημένοι στο πλαίσιο του συστήματος που το Χόλιγουντ είχε δημιουργήσει.

Τόσο το Shaft όσο και το Sweetback έγιναν ορόσημα για τις ταινίες του είδους και  δημιούργησαν μια ζήτηση που το Χόλιγουντ δεν είχε φανταστεί ότι θα υπήρχε.

Ενώ αρχικά οι κακοί, και οι bigger than life χαρακτήρες είχαν σαν target group τους μαύρους θεατές, τα πράγματα δεν έμειναν έτσι για πολύ καιρό. Το είδος διεύρυνε τα όριά  του, μπήκε στο μυαλό του Χόλιγουντ και έγινε mainstream.


Το 1972 άνοιξε ο δρόμος για τον πολλαπλασιασμό των ταινιών του είδους, το οποίο θα ευημερούσε καθ’ όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του ’70, μέχρι να αρχίσει να φθείρεται σιγά–σιγά, καθώς έμπαινε η δεκαετία του ’80.

Μετά την κυκλοφορία του Sweeetback και του Shaft, μια άλλη ταινία θα έρθει στην επιφάνεια για να μοιραστεί τα μεγαλεία των προκατόχων της. Είναι η ανεξάρτητη παραγωγή Super Fly, με ένα θαυμάσιο soul soundtrack από τον Curtis Mayfield, μια ταινία που περιέγραφε την αστική ζωή στα άκρα, με τον πρωταγωνιστή, έναν έμπορο κοκαΐνης, να προσπαθεί να κλείσει μια τελευταία μεγάλη συμφωνία πριν αποσυρθεί από τη παρανομία. Η ταινία προβλημάτισε περισσότερο ακόμα το NAACP καθώς ο ήρωάς της ήταν ο πλουσιότερος, ο πιο αξιοσέβαστος και πιο επιφανής άνθρωπος της γειτονιάς του.

Την ίδια χρονιά ωστόσο, ο Marvin Gaye, προχώρησε άλλο ένα βήμα μπροστά για τα μουσικά δεδομένα της εποχής, κυκλοφορώντας το soundtrack της ταινίας Trouble Man, με πιο χαλαρή και jazz διάθεση. Αν και εντάσσεται ανάμεσα στα κλασικά άλμπουμ του Gaye, What’s Going On και Let’s Get It On, το άλμπουμ αγνοήθηκε και μόνο το ομώνυμο τραγούδι κατάφερε να φτάσει στην 7η θέση των charts.

Δεδομένης της πολιτιστικής σημασίας του Blaxploitation, είναι περίεργο ότι άργησε τόσο πολύ ο Soul Brother Number One να πάρει μέρος – αλλά όταν ο James Brown το έκανε για την ταινία Black Ceasar του 1973, ήταν αμείλικτος και το έκανε χωρίς να έχει δει ποτέ την ταινία.

Δύο μήνες αργότερα, τον Απρίλιο του 1973, το Slaughter’s Big Rip-Off (συνέχεια του Slaughter, της ταινίας που είχε προβληθεί την προηγούμενη χρονιά με πρωταγωνιστή τον αστέρα του αμερικανικού ποδοσφαίρου Jim Brown), το soundtrack ήταν επίσης γραμμένο από τον James Brown.

Κι ενώ το “Sexy Sexy Sexy” έφτασε στο Νούμερο 6 των charts, αλλού αναμασά τραγούδια του 1970 όπως το “Brother Rapp.” Η ειρωνεία της μοίρας είναι ότι το τρίτο soundtrack που έγραψε εκείνη την χρονιά για τη συνέχεια του Black Ceasar με τίτλο Hell Up In Harlem, απορρίφθηκε κι έτσι ο Brown το κυκλοφόρησε με τον τίτλο  The Payback για να γίνει το μοναδικό χρυσό του άλμπουμ.

Την μουσική του Hell Up In Harlem ανέλαβε να συνθέσει ο Edwin Starr και τις χρονιές 1973-74 παρουσιάστηκαν ισχυροί διεκδικητές για την πρώτη θέση του είδους (ανάμεσά τους το Coffy και το Foxy Brown, με πρωταγωνίστρια την Pam Grier και με συνθέσεις όπως το ”Coffy Is The Color” του Roy Ayers, το μουσικό θέμα του “Foxy Brown» γραμμένο από τον Willie Hutch, ή το “Cleopatra Jones” με το βασικό θέμα γραμμένο από τον Joe Simon). 

Μέχρι το 1976, είχαν γυριστεί σχεδόν 200 blaxploitation ταινίες που κάλυπταν ένα φάσμα από ανεξάρτητες μέχρι ακριβές παραγωγές με χρηματοδότηση από το Χόλιγουντ. Ανεξάρτητα πάντως από το budget της κάθε ταινίας, η δράση, το αδικαιολόγητο σεξ και η βία, καθώς και ο φυλετικός διαχωρισμός, παρέμειναν τα καθοριστικά στοιχεία του είδους.

Μυστικό συστατικό του blaxploitation παρέμειναν οι μουσικές επενδύσεις του, οι οποίες προσέθεταν βάθος και εκλεπτυσμένο ύφος στις ταινίες.

Με το πέρασμα των ετών πάντως, κατάφερε ως είδος να δημιουργήσει, εκτός από την Pam Grier, και άλλα δικά του αστέρια, όπως η Tamara Dobson, ο Rudy Ray Moore και ο Fred “The Hammer” Williamson.

Ωστόσο, όσο περνούσαν τα χρόνια, το είδος άρχισε να στερεύει από νέες ιδέες και να δανείζεται από κάθε διαθέσιμο είδος προκειμένου να διατηρηθεί στη ζωή.

Αυτό κατ’ επέκταση έδωσε ταινίες τρόμου, όπως το Blacula ή το Blackenstein, ή γκανγκστερικές παραλλαγές, όπως το Black Ceasar, γουέστερν με μαύρους πρωταγωνιστές και, μεταξύ άλλων, ταινίες kung-fu.

Όλο αυτό το διάστημα, το είδος συνέχισε να δέχεται αντιδράσεις, οι οποίες κορυφώθηκαν από τα μέσα μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του ’70.

Η NAACP συνέχισε να επικρίνει τα στούντιο για τα αρνητικά στερεότυπα που προέβαλε το είδος και για την τάση του να ενισχύει με αυτόν τον τρόπο την αρνητική εντύπωση που είχαν οι λευκοί σχετικά με την  κουλτούρα των μαύρων.

Ταυτόχρονα, οι φτηνές παραγωγές και η επανάληψη της συνταγής “εγκληματικότητα και θρίλερ του γκέτο”, άρχισαν να κουράζουν τους θεατές με αποτέλεσμα, όταν έφτασε πλέον η δεκαετία του ’80, οι παραγωγές Blaxploitation ταινιών να έχουν σταματήσει. Αυτό δυστυχώς έριξε στην ανεργία πολλούς από τους ηθοποιούς, τους σκηνοθέτες, τους καλλιτέχνες και τους τεχνικούς που είχαν παλέψει τόσο σκληρά για να ενταχθούν στην κινηματογραφική βιομηχανία.

Αλλά, όπως όλα τα πράγματα κάνουν κύκλους, έτσι κι αυτό το είδος δεν έμεινε νεκρό για πάντα.


Το blaxploitation ως είδος μπορεί να τα είχε δώσει όλα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας  του ’80, αλλά η τελευταία εντύπωση που άφησε στους νέους κινηματογραφιστές θα προκαλέσει μια αναβίωση ορατή μέχρι σήμερα.

Οι κινηματογραφικές ταινίες, όπως το Do The Right Thing του Spike Lee και το Boyz n the Hood του Jonathan Singleton, επικεντρώθηκαν επίσης στην αστική ζωή των νεαρών μαύρων Αμερικανών. Ωστόσο, αυτό ήταν ένα νέο κύμα μαύρης κινηματογραφίας και όχι μια απλή ανατροπή της κινηματογραφικής γραφής του blaxploitation.

Αυτές οι ταινίες που εμφανίστηκαν στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και στις αρχές της δεκαετίας του ’90, θα ενσωμάτωναν στοιχεία του blaxploitation, ενώ ταυτόχρονα  θα κατέκριναν σιωπηρά την ανάδειξη του στερεότυπου του «εγκληματικού» χαρακτήρα.

Ο μεγαλύτερος πάντως παράγοντας, ο οποίος συνεισέφερε στην αναβίωση του είδους θα προερχόταν από τις ταινίες του Quentin Tarantino, και πιo συγκεκριμένα από την ταινία Jackie Brown η οποία επανέφερε στη μόδα το τραγούδι “Across 110th Street”, μια σύνθεση του Bobby Womack για την ομώνυμη ταινία του Paul Benjamin το 1972. Για παράδειγμα, μπορεί κανείς να διαπιστώσει στοιχεία Blaxploitation ταινιών σχεδόν σε όλες τις ταινίες του Tarantino (φτάνει να δείτε τον Jules στο Pulp Fiction). Το Jackie Brown όχι μόνο προκάλεσε τους θεατές να δώσουν άλλη μια ευκαιρία στο μέχρι τότε ξεχασμένο κινηματογραφικό είδος, αλλά πυροδότησε την καριέρα της Pam Grier δίνοντάς της την ευκαιρία για έναν δεύτερο γύρο.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000 εμφανίστηκαν μερικές ακόμα ταινίες blaxploitation με τη μορφή παρωδίας, όπως οι κωμωδίες δράσης Pootie Tang, το Undercover Brother, το Black Dynamite ή το remake του Shaft του 2000.

Το Blaxploitation επηρέασε σημαντικά την αμερικανική μουσική τόσο κατά τη διάρκεια της ακμής του όσο και μετά από αυτήν. Επηρέασε επίσης με τον τρόπο του το hip-hop, ενώ ο Tupac ανέφερε τις ταινίες blaxploitation της δεκαετίας του ’70 ως σημαντική επιρροή στη ζωή και στη μουσική του.

Είναι ένα είδος που συνεχίζει να πηγαίνει καλά σήμερα και πιθανότατα θα συνεχίσει να είναι ισχυρό, λαμβάνοντας υπόψη τη δημοτικότητα του Luke Cage και της οικονομικής επιτυχίας που γνώρισε το Black Panther της Marvel (2018) και το BlacKkKlansman του Spike Lee…

Δεδομένης της τρέχουσας πολιτικής κατάστασης στην Αμερική, η στιγμή είναι κατάλληλη για την επιστροφή του είδους.

Θα κλείσω το κείμενο, προσθέτοντας ολόκληρο το ντοκιμαντέρ για το φεστιβάλ Wattstax, το οποίο θεωρείται από πολλούς ως «το Woodstock των μαύρων» και πραγματοποιήθηκε στις 20 Αυγούστου 1972 στο Los Angeles Memorial Coliseum με αφορμή την έβδομη επέτειο από τις ταραχές του 1965 στην συνοικία Watts στο Νότιο Los Angeles.

Στο γήπεδο συγκεντρώθηκαν 112.000 θεατές, ενώ στο φεστιβάλ, το οποίο έγινε την ημέρα των γενεθλίων του Isaac Hayes, έλαβαν μέρος τα μεγαλύτερα ονόματα της δισκογραφικής εταιρίας Stax. Tο σκηνοθέτησε ο Mel Stuart και κέρδισε χρυσή σφαίρα και βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ 1974.

Αυτό το κείμενο δεν θα μπορούσε να γραφτεί χωρίς τα κείμενα του Aaron Haughton για το online περιοδικό Viddy Well και του Jason Draper για το online περιοδικό Discover Music.


Ο Φόβος και η Οργή του Hunter S. Thompson

Δεν θυμάμαι πότε και πως ανακάλυψα τον Hunter S. Thompson.

Ισως ηταν to 1998 χάριν στην ταινία του Terry Gilliam, “Fear and Loathing in Las Vegas”.

Πραγματικά δεν θυμάμαι, αλλά έβρισκα πολύ έξυπνα και ειλικρινή αυτά που έλεγε αλλά ταυτόχρονα και αστεία.

Για παράδειγμα, αυτό που είχε δηλώσει στις 15 Φεβρουαρίου του 1973, στο περιοδικό Rolling Stone, πως “Αν είχα γράψει την αλήθεια γι αυτά που γνώριζα τα τελευταία δέκα χρόνια, περίπου 600 άνθρωποι – εμού συμπεριλαμβανομένου – θα σάπιζαν σήμερα σε διάφορες φυλακές απο το Rio ως το Seattle. Η απόλυτη αλήθεια είναι ένα πολύ σπάνιο και επικίνδυνο εμπόρευμα οταν μιλάμε για επαγγελματική δημοσιογραφία.

Η αλήθεια είναι πως επρόκειτο για μια αρκετά ιδιαίτερη προσωπικότητα, που τρελαινόταν να ακούει μουσική και ήταν γνωστό πως σε όλη του την ζωή έπινε αλκοόλ, έπαιρνε ναρκωτικά, λάτρευε τα πυροβόλα όπλα, έχοντας μια τεράστια συλλογή περιστρόφων, καραμπινών και διαφόρων αυτόματων και ημι-αυτόματων όπλων, καθώς και αναρίθμητα δακρυγόνα, ενώ περιφρονούσε την εξουσία και τον αυταρχισμό.

Φυσικά, όντας χρήστης ο ίδιος, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της νομιμοποίησης των ναρκωτικών και έμεινε γνωστός για τις λεπτομερείς καταγραφές της χρήσης των δικών του ναρκωτικών.

Σε κάποια συνέντευξή του το 1997 είχε δηλώσει πως «τα ναρκωτικά πρέπει να νομιμοποιηθούν. Μπορεί να φανεί σκληρό στην αρχή σε κάποιους, αλλά νομίζω ότι είναι ο μόνος τρόπος να ασχοληθούμε σοβαρά με τα ναρκωτικά. Πάρτε για παράδειγμα την ποτοαπαγόρευση. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει κάποιους εγκληματίες πλούσιους.»


Οπως λέει ο Nick Nolte στο ντοκυμαντέρ “Buy the Ticket, Take the Ride” «ο Hunter S. Thompson βρέθηκε στο επίκεντρο του λαβυρίνθου στον οποίο μπήκε η Αμερικάνικη κουλτούρα στα ‘60ς και στα ‘70ς.

Για μιά δεκαετία, απο το 1965 ως το 1975, ο Thompson βρέθηκε στην κορυφή, λές και ήταν πλασμένος για τα ‘60ς και τα ‘70ς.

Σύμφωνα με τον ηθοποιό Harry Dean Stanton «ήταν ενας μοναδικός τύπος, ήταν ενας τρελός, ενας θεότρελος ποιητής.»

Η ταινία “Fear and Loathing in Las Vegas” είναι αυτή που έκανε ευρέως γνωστό τον Hunter S. Thompson πέρα απο τα Αμερικάνικα σύνορα και ισως είναι ο λόγος που ήρθα κι εγω για πρώτη φορά σε επαφή με τον έργο του.

Πρόκειται ουσιαστικά για την κινηματογραφική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου που κυκλοφόρησε ο Hunter S. Thompson το 1971, με πλήρη τίτλο “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream”.

Περιγράφει τα δύο ταξίδια που έκανε ο συγγραφέας το 1971 με τον δικηγόρο και ακτιβιστή για τα δικαιώματα των (Chicano) Μεξικάνων, Oscar Zeta Acosta, στο Las Vegas οπου πήγε για να καλύψει κάποιους ποδηλατικούς αγώνες για λογαριασμό του περιοδικού Rolling Stone, αλλά αντί αυτού πέρασαν ολο το ταξίδι λιώμα απο διάφορα ψυχεδελικά ναρκωτικά που έπαιρναν ασταμάτητα…

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκονται, ο δηλωμένος θαυμαστής του Thompson, Johnny Depp και ο Benicio Del Toro.


Το στυλ της δημοσιογραφίας του Hunter S. Thompson ονομάζεται Gonzo δημοσιογραφία και ουσιαστικά δεν έχει σκοπό της να είναι αντικειμενική.

Συνήθως ο δημοσιογράφος είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας και αφηγήται τις εμπειρίες και τα συναισθήματά του σε πρώτο πρόσωπο, αυτοσαρκαζόμενος, και κάνοντας κοινωνική κριτική, σε αντίθεση με την παραδοσιακή δημοσιογραφία, η οποία κρατά μια απόσταση, ενώ βασίζεται σε γεγονότα και μαρτυρίες οι οποίες μπορούν να εξακριβωθούν από τρίτους.

Η ορος “gonzo” πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1970 από τον εκδότη της The Boston Globe, Bill Cardoso για να περιγράψει το άρθρο του Thompson “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved“, το οποίο γράφτηκε για το περιοδικό Scanlan’s Monthly.

Οταν ρώτησαν τον Cardoso τι σημαίνει η λέξη “gonzo” εκείνος δήλωσε πως στην Ιρλανδική αργκώ της Νότιας Βοστόνης, περιγράφει τον τελευταίο άνδρα που καταφέρνει να στέκεται όρθιος μετά από μια νύχτα μπεκρουλιάσματος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν μια παραφθορά της γαλλο-καναδέζικης λέξης “gonzeaux“, που σημαίνει “λαμπερό μονοπάτι”, αν και αυτό αμφισβητείται…

Μια άλλη εικασία είναι ότι η λέξη μπορεί να έχει προέλθει από ενα τραγούδι του 1960 με τίτλο “Gonzo” του μπλουζ πιανίστα απο την Νέα Ορλεάνη, James Booker. Αυτή η πιθανότητα έχει υποστηριχθεί και απο τον ιδιο τον Thompson σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2007, οπου δήλωνε ότι ο όρος προέρχεται από ένα τραγούδι του Booker, αλλά δεν εξηγεί γιατί ο Thompson ή ο Cardoso επέλεξαν αυτό τον όρο για να περιγράψουν αυτού του είδους την δημοσιογραφία.

Ο Thompson βάσισε το στυλ του στην αντίληψη του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα  William Faulkner πως “η φαντασία είναι συχνά το καλύτερο γεγονός.

Δεν τον ενδιέφερε να πεί τα πράγματα ακριβώς ως είχαν.

Ενώ οσα περιέγραφε βασίζονταν σε πραγματικά γεγονότα, χρησιμοποιούσε σατυρικούς μηχανισμούς ωστε να πετύχει τον στόχο του. Συνήθως έγραφε για τα ψυχεδελικά ναρκωτικά και το αλκοόλ έτσι ωστε να προσθέτει μια υποκειμενική οπτική στα όσα περιέγραφε.

Απεχθάνομαι να υπερασπίζομαι τα ναρκωτικά, το οινόπνευμα, τη βία ή την παραφροσύνη σε οποιονδήποτε, αλλά πάντα δούλευαν για μένα” δήλωνε συχνά.

Το 1998, ο Αμερικάνος, αναλυτής, δημοσιογράφος και συγγραφέας Christopher Locke υποστήριξε οτι τα ηλεκτρονικά περιοδικά, τα webzines, ως είδος, είναι απόγονοι της gonzo δημοσιογραφίας.


Ο Thompson εμφανίστηκε στα γράμματα για πρώτη φορά το 1967, με την έκδοση του βιβλίου του “Hell’s Angels: The Strange and Terrible Saga of the Outlaw Motorcycle Gangs” το οποίο έγραψε ακολουθώντας για ενα χρόνο την συμμορία των Hell’s Angels του San Francisco και του Oakland, ωστε να ζήσει απο πρωτο χέρι την ζωή και τις εμπειρίες των μελών της λέσχης.

Εκείνη την εποχή οι Hell’s Angels κατηγορούνταν για διάφορες εγκληματικές ενέργειες (τέσσερα χρόνια αργότερα θα σκότωναν τον 18άχρονο Meredith Hunter στο φεστιβάλ του Altamont) ενω οι New York Times εγραφαν πως ο Thompson μιλούσε στο βιβλίο του για “έναν κόσμο που οι περισσότεροι από εμάς δεν θα τολμούσαν ποτέ να πλησιάσουν.

Είχε κάνει βέβαια την παράτολμη κίνηση να είναι ειλικρινής απο την αρχή με τον πρόεδρό τους, συγγραφέα, ηθοποιό και καταδικασμένο εγκληματία Ralph “Sonny” Barger (πρωτοεμφανίστηκε σε ταινία το 1968 στο “Angels From Hell”, σε τρία επεισόδια της σειρας “Sons of Anarchy” απο το 2010 ως το 2012 και στην ταινία “Dead in 5 Heartbeats” το 2013) αλλά δεν το έκρυψε ουτε απο τους υπόλοιπους, πως ήταν δημοσιογράφος, πράγμα πολύ επικίνδυνο μιας και οι Hell’s Angels δεν εμπιστεύονταν καθόλου τα Μέσα Ενημέρωσης.

Στις συνεντεύξεις τους στο κασετόφωνο, τα μέλη της λέσχης ήταν ειλικρινή αλλά μετά εξέταζαν για καλό και για κακό τα κείμενα του Thompson ωστε να ελέγχουν αν τα έχει γράψει οπως του τα είπαν.

Μάλιστα, προς μεγάλη απογοήτευση της γυναίκας του και των γειτόνων, κάποτε τον επισκέφτηκαν στο διαμέρισμά του στην 318 Parnassus Avenue στο San Francisco, αλλά εκείνος δεν φάνηκε να έχει πρόβλημα.

Οταν «για πλάκα» τον απείλησαν πως θα τον χτυπήσουν, ξεκρέμασε το δίκαννό του απο τον τοίχο και τους απάντησε κι αυτός «αστειευόμενος» πως εντάξει, αλλά αρχικά θα πυροβολούσε δύο απο αυτούς.

Η σχέση του με την λέσχη τελείωσε όταν είχε ολοκληρωθεί και η δουλειά του.

Πιο συγκεκριμένα, έφαγε πολύ ξύλο απο τα μέλη, οταν είπε πως «μόνο ενας αλήτης χτυπά την συζυγό του» σε εναν απο αυτούς επειδή έδερνε την γυναίκα του.

Αν δεν έδιναν την εντολή οι αρχαιότεροι, να σταματήσει η κλωτσοπατινάδα, θα τον σκότωναν.

Το “Hell’s Angels” ήταν το βιβλίο που εκτόξευσε την καριέρα του Thompson.


Το 1970 o Thompson έβαλε υποψηφιότητα για σερίφης του Pitkin County στο Colorado, αλλά δεν τα κατάφερε και την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε το άρθρο με τίτλο “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved” που ανέφερα πιο πάνω.

Ουσιαστικά, το άρθρο γράφτηκε ως εξής:

Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία για να παραδώσει στους συντάκτες του περιοδικού Scanlan’s Monthly, το κείμενο που υποτίθεται πως θα είχε γράψει σχετικά με τις ιπποδρομίες στο Kentucky, εκείνος, χωρίς να εχει γράψει κάποια συγκεκριμένη ιστορία, άρχισε να σκίζει σελίδες απο το σημειωματάριό του, να τις αριθμεί και να τους τις στέλνει.

Τις συνόδευαν σκίτσα του Ralph Steadman (η πρώτη από τις πολλές συνεργασίες μεταξύ τους), και απο ολα αυτά, προέκυψε μια τρελή ιστορία γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο,  η οποία εγραφε πολύ λίγα για τον αγώνα, μιας και απο εκεί που καθόντουσαν οι δυό τους δεν μπορούσαν να δουν πολλά πράγματα αλλά εστιάζει περισσότερο στο εορταστικό κλίμα της Louisville (που ηταν η πατρίδα του Thompson), τα μεθύσια, την αγριότητα και την διαφθορά τις ημέρες πρίν και μετά τους αγώνες.

Η αφήγηση τελειώνει οπως συνήθιζε στα έργα του ο Thompson, με την γλυκόπικρη συνειδητοποίηση, μετά απο μέρες ακατάπαυστου παρταρίσματος και μεθυσιού, πως οι δυό τους είχαν γίνει ακριβώς το είδος των ανθρώπων που αρχικά σχεδίαζαν να διακωμωδήσουν.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Ιουνίου και θεωρείται, οπως είπα, η αρχή της Gonzo δημοσιογραφίας, εγκαθιστώντας τον ως συγγραφέα με πιστοποιητικά αντικουλτούρας.


Το 1971 ακολούθησε το μυθιστόρημα “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream” ξανά σε σκίτσα του Ralph Steadman.

Σχετικά με τον Oscar Zeta Acosta που συνόδευσε τον Thompson στα δύο ταξίδια του “Fear and Loathing in Las Vegas,” να σημειώσω εδω, πως τα ίχνη του χάθηκαν ενω βρισκόταν σε ενα ταξίδι στο Μεξικό, τον Μάϊο του 1974 και το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.

Ο τελευταίος που του μίλησε ήταν ο γιός του τηλεφωνικά.

Ο Thompson γνώρισε τον Acosta το 1967 και η γνωριμία τους αυτή έγινε η αιτία να γράψει ένα άρθρο σχετικά με την καταπίεση που ασκούνταν στους Μεξικάνους (Chicanos) των περιοχών του Μεξικού που κατέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες (Texas, Arizona, New Mexico, και California) στον Μεξικανο-Αμερικάνικο πόλεμο (1846-1848.)

Το άρθρο είχε τίτλο “Strange Rumblings in Aztlan,” εκδόθηκε απο το περιοδικό Rolling Stone στις 29 Απριλίου 1971, και ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα και την ατμόσφαιρα που περιέβαλλαν την αντίδραση της κοινότητας των Chicano στο Λος Άντζελες μετά τη δολοφονία του Rubén Salazar στις 29 Αυγούστου 1970, ημέρα της ιστορικής εθνικής πορείας των Chicano και του αγώνα κατά του πολέμου του Βιετνάμ.

Ο Salazar κάλυπτε τα γεγονότα της ημέρας ως αρθρογράφος για το περιοδικό Los Angeles Times και ήταν διευθυντής ειδήσεων του Ισπανόφωνου KMEX-TV του Λος Άντζελες. Μετά την ολοκλήρωση της πορείας, και καθώς έπινε μια μπύρα στο μπάρ του Silver Dollar Cafe, χτυπήθηκε στο κεφάλι από ένα δακρυγόνο που πυροδότησε ο βοηθός του σερίφη του Los Angeles, Tom Wilson. Και απο εκεί που δεν είχαν συμβεί έκτροπα, η μέρα μετατράπηκε σε ημέρα βίας λόγω και της απόφασης της αστυνομίας να διαλυθεί το πλήθος των 20.000 με 30.000 ανθρώπων που συμμετείχαν στην συγκέντρωση στο Laguna Park (σήμερα λέγεται  Ruben F. Salazar Park.)

Θέλοντας ο Thompson να συζητήσει με τον Acosta σχετικά με αυτά τα γεγονότα, μακρυά απο την πίεση της αστυνομίας του Los Angeles, και χωρίς να έχουν τον φόβο αντιποίνων απο τους Chicano (επειδή ο Acosta θα μιλούσε με κάποιον «καθεστωτικό» δημοσιογράφο) κάνανε τα ταξίδια στο Las Vegas τα οποία έγιναν η βάση για το “Fear and Loathing in Las Vegas”, με τον Acosta να παίζει τον ρόλο του  Dr. Gonzo.

Το 1977, η έρευνα του Thompson σχετικά με την εξαφάνιση του Acosta, με τίτλο “The Banshee Screams For Buffalo Meat,” δημοσιεύθηκε στο Rolling Stone.

Σύμφωνα με τον Thompson, παρότι ο Acosta ήταν κορυφαίος δικηγόρος, υπέφερε από εθισμό στις αμφεταμίνες και είχε αδυναμία στο LSD.

Το άρθρο ήταν η απάντηση του Thompson στις φήμες ότι ο Acosta ζούσε κάπου στο Μαϊάμι.

Εγραψε μάλιστα πως πίστευε ότι ο Acosta είτε δολοφονήθηκε από εμπόρους ναρκωτικών, είτε είχε πέσει θύμα πολιτικής δολοφονίας.

Ο Thompson είχε γνωστοποιήσει την αντιπάθεια που έτρεφε για τον Richard Nixon, για τον οποίο έλεγε πως αντιπροσώπευε “αυτή τη σκοτεινή, ένοπλη και ανυπόστατα βίαιη πλευρά του αμερικανικού χαρακτήρα” και πως ”ήταν το είδος του ανθρώπου που ενω σου έδινε το χέρι του, την ιδια στιγμή σε κάρφωνε στην πλάτη με το άλλο χέρι.

Το  “Fear and Loathing on the Campaign Trail ’72” ήταν μια σειρά άρθρων που έγραψε για το Rolling Stone τα οποία συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν με αυτό τον τίτλο.

Ο Thompson είχε ακολουθήσει όλο το “μονοπάτι της εκστρατείας” του κόμματος των Δημοκρατικών, υποστηρίζοντας απ την αρχή τον Γερουσιαστή George McGovern.

Ο Nixon, ως o επίσημος υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν εκανε μεγάλη εκστρατεία.


Η αρχή του τέλους για τον Thompson ήρθε μετά τον αγώνα πυγμαχίας ανάμεσα στον George Foreman και τον Muhammad Ali ο οποίος έμεινε στην ιστορία με το όνομα The Rumble in the Jungle (Βροντή μέσα στη ζούγκλα.)

Τον αγώνα κανόνισε ο πανούργος μάνατζερ Don King (δείτε σχετικά με το ποιόν του εν λόγω ατόμου την ταινία “Don King: Only In America“)και με πρόφαση πως οι δύο πυγμάχοι είναι μαύροι, κανόνισε να γίνει στην Αφρική, στο «Σταδιο της 20ης Μαϊου» της Κινσάσα, στο Ζαϊρ, το σημερινό Κογκό.

Ενα στάδιο στο οποίο ο τότε δικτάτορας εκτελούσε κόσμο και κοσμάκη αλλά βέβαια ούτε οι δύο πυγμάχοι, ούτε οι μουσικοί που έπαιξαν ο γνώριζαν…

Ηταν τόσο μεγάλη η διαφήμιση του αγώνα, στον οποίο ο Ali ήταν το αουτσάϊντερ, που ισως κάποιοι να θυμούνται το τραγούδι “In Zaire” του Αγγλου μουσικού Johnny Wakelin το 1976, αλλά ο ιδιος καλλιτέχνης είχε ηδη κάνει επιτυχία χαριν σε αυτόν τον αγώνα με το single “Black Superman (Muhammad Ali)” το 1974.

Πάντως διοργανώθηκε ενα μουσικό φεστιβάλ τριών βραδιών με τίτλο “Zaire 74”, απο τις 22 ως τις 24 Σεπτεμβρίου με την συμμετοχή των James Brown, Celia Cruz και των Fania All-Stars, B.B. King, Miriam Makeba, The Spinners, Bill Withers, The Crusaders, και Manu Dibango, το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδω, στο ντοκυμαντέρ του 2008 “Soul Power.”

Ο αγώνας προγραμματίστηκε για τις 4 το πρωί τοπική ωρα ωστε να μπορεί να μεταδοθεί ζωντανά στα κλειστά Αμερικάνικα τηλοπτικά κυκλώματα στις 10 το βράδυ, ωρα Ανατολικής ακτής.

Τον αγώνα παρακολούθησαν τηλεοπτικά πάνω απο ενα δισεκατομμύριο άνθρωποι με γύρω στα 50 εκατομμύρια απο αυτούς να τον δούν επι πληρωμή μέσω κλειστών καλωδιακών συνδέσεων κάνοντας τον αγώνα να αποφέρει 100 εκατομμύρια δολλάρια (510 εκ. σημερινά.)

Ο Hunter S. Thompson, ο οποίος είχε πάει στο Ζαϊρ ως απεσταλμένος του Rolling Stone, έχασε τον πυγμαχικό αγώνα γιατί είχε γίνει κόκκαλο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του και δεν έστειλε κανένα ρεπορτάζ στο περιοδικό.

Απο εκεί και πέρα ξεκίνησε η κατρακύλα.

Κάποιες δουλειές ακυρώθηκαν και μετά άρχισαν να κυκλοφορούν βιβλία τα οποία είτε συγκέντρωναν άρθρα πριν την εποχή της Gonzo δημοσιογραφίας είτε οτι είχε γράψει για το Rolling Stone.

Πέρα απο την ταινία με τον Johnny Depp, εκεί στις αρχές του ’80 είχε γυριστεί μια άλλη ταινία, απο τον  Art Linson, με τίτλο “Where the Buffalo Roam” και πρωταγωνιστές τον Bill Murray και τον Peter Boyle βασισμένη σε ιστορίες του Thompson συμπεριλαμβανομένης κι αυτής του “Fear and Loathing in Las Vegas.”

Ο ηθοποιός Bill Murray θυμάται πως στα γυρίσματα ο Thompson τον είχε συμβουλέψει «καλό είναι αρχικά να κάνεις τρελλά πράγματα γιατί οτι κάνεις μετά, θα φανεί νορμάλ…»

Στην δεκαετία του ’90 αναμενόταν να κυκλοφορήσει ενα νέο βιβλίο του αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

Απο το 1984 ως το 2004 το Rolling Stone δημοσίευσε συνολικά 17 ιστορίες του, με τελευταία μία σχετικά με τις προεδρικές περιοδείες των Bush και Gore.

Στις 20 φεβρουαρίου 2005, ο Hunter S. Thompson αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι, ενω μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο με την γυναίκα του.

Η κηδεία του έγινε υπο τους ήχους του “Mr. Tambourine Man” του Bob Dylan και του “Spirit in the Sky” του Norman Greenbaum.

Τα τρία εκατομμύρια που ήταν τα έξοδα της κηδείας, πληρώθηκαν απο τον Johnny Depp ενα τοποθετήθηκε ενα κανόνι σε ύψος 47 μέτρων το οποίο γέμισαν μεταξύ άλλων με τις στάχτες του Thompson και το οποίο όταν εκπυρσοκρότησε, σχηματίστηκε στον ουρανό το σήμα του Gonzo.


Tags: , , , , , ,