RSS

Category Archives: Music

Μια απρόσμενη ευκαιρία για τους Honey Pot

Ολα ξεκίνησαν με μια εμφάνιση στο φεστιβάλ The Avalon Ballroom στο Glastonbury, ένα μέρος όπου οτιδήποτε μπορεί και θα συμβεί. Καθώς οι Honey Pot έπαιζαν το τραγούδι “Hadron Kaleidoscope” από το τελευταίο τους άλμπουμ, “Bewildered Jane” το οποίο κυκλοφόρησε φέτος η Mega Dodo Records, κάποιος απο το ακροατήριο που είχε γεμίσει ασφυκτικά τον χώρο, έδινε παραπάνω προσοχή απο το υπόλοιπο κοινό.

Οταν τελείωσε η συναυλία, προσέγγισε την τραγουδίστρια Crystal Jacqueline, και συστήθηκε ως Django.

Μια τέτοια εισαγωγή απαιτεί την πλήρη προσοχή σου κυρίως όταν ο άλλος σου λέει πως είναι ο άνθρωπος που σχεδίασε την αίθουσα ελέγχου του Large Hadron Collider.

Ο Large Hadron Collider είναι ο μεγαλύτερος και ισχυρότερος επιταχυντής σωματιδίων στον κόσμο. Αποτελείται από ένα δακτύλιο 27 χιλιομέτρων από υπεραγώγιμους μαγνήτες με αριθμό επιταχυντικών δομών που ενισχύουν την ενέργεια των σωματιδίων κατά την πορεία τους. Ξεκίνησε στις 10 Σεπτεμβρίου 2008 και παραμένει η τελευταία προσθήκη στο συγκρότημα επιταχυντών του CERN.

Αυτή η  συναρπαστική προσφορά ήταν τόσο μοναδική, γιατί μόνο οσοι συνδέονται με την περιοχή επιτρέπεται να παίξουν εκεί.

Οπότε τους δόθηκαν τα πάσα, έγιναν οι αυστηροί έλεγχοι ασφάλειας και οι κρατήσεις για την πτήση. Σε αντίθεση με τις περισσότερες προσφορές που ξεθωριάζουν οταν χαράζει η επόμενη μέρα, αυτή η προσφορά έστεκε

Την Τετάρτη η Crystal Jacqueline και ο κιθαρίστας Icarus Peel περνούν μέσα απο την Γαλλία με το βανάκι τους κουβαλώντας Fenders, Moogs και Rickenbackers ενώ ο μπασίστας Andy Budge, η κημπορντίστρια Victoria Reyes και ο ντράμερ Jay Robertson παίρνουν την Παρασκευή το αεροπλάνο.

Η συναυλία είναι για το Σάββατο μπροστά σε ενα πλήθος 72.000 ατόμων, δηλαδή όσων επισκέπτονται τον χώρο κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, αλλά ίσως και να μην προλάβουν να τους δουν ολοι…

 
Leave a comment

Posted by on September 11, 2019 in Psychedelic

 

Tags: , ,

Creation Dream Machine JUGGS, Turtles on Speed, The Fire Escape, DJs Shepard Fairey (Obey), Kav Blaggers (Blitz Vega) & Rose Knows (Lethal Amounts) – Creation23 Records

It is no secret that Creation Records mastermind Alan McGee has launched a new label – Creation23 Records. Gone are the days of releasing albums by Oasis, Primal Scream, My Bloody Valentine, Ride, Swervedriver, Teenage Fanclub and Slowdive, but the zeitgeist and DIY ethos still remains in McGee’s ear-to-the-ground litmus test of who he chooses to work with. And his undertakings very much continue to significantly impact on the music scene today.

With all the buzz leading up to Danny Boyle and Irvine Welsh’s forthcoming film, centered on McGee’s life and Creation Records itself, Los Angeles is the latest locale with interest in spreading Creation’s good news. On Thursday, September 12, Creation Dream Machine takes up residence at The Monty Bar (1222 W. 7th Street & Garland Ave.) This event is one of two such events to occur before the end of 2019 with many more planned.

Performances include music by JUGGSTurtles on Speed, The Fire Escape, and DJ sets by Shepard Fairey (Obey), Kav Blaggers (Blitz Vega, Happy Mondays) and Renaissance woman and music selector DJ Rose Knows (Lethal Amounts). Based on the concept of A Thousand Points of Light, this event aims to raise vibrations, forging the spirit of creation in musik DIY punk energy.

This Creation Dream Machine was born from the long-term relationship between Texas Bob Juarez (Television Personalities, Rose McDowell), an L.A. resident, and Alan McGee, founder of the legendary Creation Records and its new incarnation Creation23 Records. They forged the daydream together over several conversations surrounding a revelation Juarez had following My Bloody Valentine’s July 2018 concert in L.A. With McGee’s endorsement and support, the wheels were set in motion for this series of Creation events.

Alan McGee and Texas Bob Juarez 1 – photo by Creation23

Texas Bob Juarez is best known as a member of UK post-punk band Television Personalities, a foundational band for Creation Records who were widely influential, especially on the C86 generation, many Creation Records artists, and bands like Pavement and MGMT. Since then, Juarez has collaborated with McGee for other Creation events, such as the Creation Sessions in Liverpool and Edinburgh, the Creation Tabernacle Venue in Wales, McGee’s national UK charity events like Musicians against Homelessness, and the more recent Creation23 Showcases at the Social London.*This project of music and spirit of the Creation Dream Machine is based on Brion Gysin’s Dream Machine, Magic/k, synchronicity and synesthesia… Wielding frequencies, we swirl and grow towards love and healing, reaching one’s zenith out of the chaos. Welcome to the Dream Machine,* says Texas Bob Juarez.

The staple residents for all Creation Dream Machine events for 2019 are JUGGS, a two-piece feel-good electronic outfit who are among Creation23 Records’ newest signings. They are also the only band from this label based in Los Angeles. Consisting of Brandon Rauch and Willem Wolfe, who happens to be Billy Idol’s son. Their funky, electronic, poppy music shares a punk ethos in their attitude and the way they make music

“Our favorite bar in town is The Monty Bar. They always put on amazing Halloween shows with a Cramps cover band (their ‘Flame Job’ LP was also out on Creation) and they generally have excellent goth and post-punk nights. The best thing about the Creation Dream Machine is that this is really friends who share an artistic community and interest in throwing a party together.  That’s the point…to go out and party and let loose with your friends and just be in one space together with some cool music,” says Brandon Rauch.

Turtles on Speed is a trio who, as Buzzbands L.A. note, are “like Teenage Fanclub getting a high-five from Redd Kross — lovable reprobates making thoroughly likable music”

Kav Blaggers (a.k.a. KAV) is well known as a solo artist, former member of Happy Mondays, and founder of Blitz Vega with Andy Rourke (‘The Smiths). As a solo artist, KAV performed as part of the London Olympics and also at SXSW, CMJ and many festivals and shows on both sides of the Atlantic, including with Kasabian. As a DJ, KAV has toured on line-ups with New Order and James Brown, among others, playing clubs across Asia, Europe, South and North America.

Shepard Fairey – a great Creation Records enthusiast – is a graphic artist and social activist who is part of the Street Art movement along with others like Banksy and Mr.Brainwash. Fairey blurs the boundary between traditional and commercial art through type and image, communicating his brand of social critique via prints, murals, stickers, and posters in public spaces. His seminal Obey series pushed Fairey into the public spotlight, but he is perhaps best known for his Hope (2008) campaign, which portrays a portrait of then-presidential candidate Barack Obama and a series of posters featuring portraits of culturally diverse women in response to Trump’s xenophobic rhetoric.

The Monty Bar is located at 1222 W. 7th Street & Garland Ave. The event will take place from 9pm- 2am Pacific time. There is no cover charge. Please note, this is a 21+ event.

Keep up with Creation Dream Machine 
Facebook | Instagram | Event email | Press contact

 
Leave a comment

Posted by on September 10, 2019 in Concerts / Performances

 

O Βίκινγκ της 6ης Λεωφόρου

Στην δεκαετία του ’60 ζούσε στην Νέα Υόρκη ενας τυφλός, συνήθως άστεγος άντρας με μια μακρυά λευκή γενειάδα, ο οποίος ηταν ντυμένος Βίκινγκ και στεκόταν στην γωνία της Δυτικής 54ης Οδου και της Εκτης Λεωφόρου στο Μανχάταν.

Οι περισσότεροι πίστευαν πως είχε κάποιο ψυχολογικό νόσημα.

Δεν γνώριζαν πως ήταν ένας απο τους μεγαλύτερους Αμερικάνους συνθέτες του 20ου αιώνα.

Υπήρχαν πάντα πολύ περισσότερα στον Moondog από όσα φαίνονταν.

Το παρακάτω κείμενο ειναι μετάφραση και συρραφή αποσπασμάτων απο κείμενα του Léopold Tobisch απο το site, Francemusique.com και του Michael Barclay απο το macleans.ca

Ο ΤΥΦΛΟΣ ΒΙΚΙΝΓΚ

Στις 4 Ιουλίου του 1932 στο Κάνσας, o 16χρονος Louis Hardin πήρε, εν αγνοία του, στα χέρια του έναν αναμένο δυναμίτη, ο οποίος εξερράγη στο πρόσωπό του, τυφλώνοντας τον για πάντα. Ως αποτέλεσμα, ο Hardin, γιος ενός επισκοπιανού ιεροκήρυκα, έχασε την πίστη του στον θεό, και άρχισε να φλερτάρει με άλλες μορφές πνευματισμού και σαμανισμού. Όταν απο την δεκαετία του ’40 και μετά, ζούσε και έπαιζε μουσική στους δρόμους της Νέας Υόρκης με την μακριά του γενειάδα και τα μπερδεμένα του μαλλιά, ενοχλούνταν πολύ οταν οι περαστικοί τον συσχέτιζαν με τον Ιησού Χριστό.

Τόσο μάλιστα, που αποφάσισε να σχεδιάσει τη δική του Βίκινγκ και “μη-χριστιανική” ενδυμασία, σύμφωνα με το πάθος του για τη μυθολογία και τον πολιτισμό των Σκανδιναβών. Πολλοί πιστεύουν πως ήταν ένα απλό τέχνασμα για να τραβήξει την προσοχή πάνω του, αλλά η αλήθεια είναι, πως ήταν μια έκφραση της πραγματικής του ταυτότητας.

Ωστόσο, το ανεπίσημο στυλ του Hardin δεν προκαλούσε πάντα θετική προσοχή. Για χρόνια, ήταν ένας ευπρόσδεκτος φιλοξενούμενος στις πρόβες της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης, προσκεκλημένος από τον ίδιο τον μαέστρο Artur Rodziński, μέχρι που το 1947 είπαν στον Louis Hardin ότι δεν μπορούσε πλέον να παρευρίσκεται στις πρόβες λόγω της εκκεντρικής ενδυμασίας του. Αντί να συμμορφωθεί, ο Hardin αρνήθηκε να αλλάξει ντύσιμο και σταμάτησε να παρακολουθεί τις πρόβες. ”Είχα πολλές προσφορές από ανθρώπους που είπαν ότι θα με βοηθούσαν αλλά θα έπρεπε να ντύνομαι συμβατικά […] Αλλά εκτίμησα περισσότερο την ελευθερία του να ντύνομαι οπως θέλω εγω, απ το να προωθήσω την καριέρα μου ως συνθέτης. Απλά ήθελα να γίνει το δικό μου.

Χρόνια αργότερα, στη Στοκχόλμη τον Ιούνιο του 1981, κατά τη διάρκεια των εγκαινίων μιας έκθεσης με αντικείμενα των Βίκινγκς στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας της Στοκχόλμης, ο Hardin ανακάλυψε τελικά ότι οι Βίκινγκς ποτέ δεν είχαν κέρατα στα κράνη τους. Ηταν μια αλήθεια που κατέστρεψε την ταυτότητα που είχε ολη του την ζωή.

ΤΟ ΦΕΓΓΑΡΟΣΚΥΛΟ

Το 1947, ο Louis Hardin άρχισε να φέρει με υπερηφάνεια ένα όνομα με το οποίο θα έμενε για πάντα γνωστός: το Moondog, εμπνευσμένο από την Lindy, την σκυλίτσα που είχε παιδί “που αλυχτούσε προς το φεγγάρι περισσότερο από κάθε άλλο σκυλί που ήξερα“. Γνωστός σε όλους τους δρόμους καθώς και στους καλλιτεχνικούς κύκλους, ως «ο άστεγος συνθέτης Βίκινγκ της Νέας Υόρκης», το όνομα και η φιγούρα του έγιναν γρήγορα μέρος του θρύλου της πόλης. Ένας θαυμαστής του μπορούσε να φτάσει στο Σταθμό Λεωφορείων του λιμανιού, να μπει σε ένα ταξί και να πει στον οδηγό, “πήγαινέ με στον Moondog” κι ο οδηγός θα ήξερε ακριβώς πού να τον πάει. Έκανε εμφανίσεις στην mainstream τηλεόραση (συμπεριλαμβανομένου του The Tonight Show), έδινε μουσική του σε διαφημίσεις ενω η Janis Joplin διασκεύασε το τραγούδι του “All Is Loneliness”.

Ο DJ Alan Freed “βασιλιάς του rock and roll” απο το Cleveland, λάτρευε το “Moondog Symphony” του 1949, και έδωσε αυτό το όνομα στην επιδραστική rock’n’roll ραδιοφωνική εκπομπή του: “The Moondog House“. Μάλιστα ανακήρυξε τον εαυτό του “King of the Moondoggers“.

Ο Moondog τον μήνυσε για κλοπή πνευματικής ιδιοκτησία – και κέρδισε την δίκη, με το θρύλο της τζαζ Benny Goodman, τον Igor Stravinsky και τον μαέστρο Arturo Toscanini να καταθέτουν υπέρ του ως μάρτυρες, για το μέγεθος της σημασίας της μουσικής του Moondog. “Δεν ξέρω αν αυτό ήταν καταλυτικό για την υπόθεση ή όχι, αλλά εγω κέρδισα εναντίον του Freed και σταμάτησε να χρησιμοποιεί το όνομα“.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΤΟΥ

Μιλώντας όμως για τον Moondog, τον εκκεντρικό μουσικό του δρόμου, αγνοεί κανείς τον Louis Hardin, τον παραγωγό (και σε μεγάλο βαθμό αυτοδίδακτο) συνθέτη εκατοντάδων έργων, συμπεριλαμβανομένων 81 συμφωνιών, έργων για ορχήστρα, για μουσική δωματίου και πνευστών (κυρίως σαξοφώνου), έργα για πιάνο και εκκλησιαστικό όργανο, και περίπου 50 τραγούδια … για να αναφέρουμε μερικά μόνο απο οσα εκανε! Εμφανίζοντας ένα μείγμα μελωδικής δημιουργικότητας, ρυθμικής κυριαρχίας και ένα εκλεκτικό μείγμα μουσικών ειδών, τα έργα του Louis “Moondog” Hardin είναι πολύ περισσότερα από τα γραφικά σκίτσα ενός ασυνήθιστου άστεγου μουσικού δρόμου.

Η επιθυμία του από την παιδική του ηλικία όχι μόνο να γίνει συνθέτης, αλλά ο μεγαλύτερος συνθέτης, έκαιγε δυνατά μέσα στο Hardin για ολόκληρη τη ζωή του, πιέζοντάς τον να συνθέτει ολοένα και πιο φιλόδοξα έργα, αποκλειστικά σε γραφή Braille, συχνά με ένα ζοφερό ρυθμό. Ως μόνιμος συνθέτης στη Βιέννη το 1983, ο Moondog επιθυμούσε να ακολουθήσει τα βήματα του μεγάλου Wolfgang Amadeus Mozart, ο οποίος συνέθεσε τις τρεις πρώτες συμφωνίες του στην αυστριακή πρωτεύουσα. Ο Moondog το έκανε μέσα σε έξι μόλις εβδομάδες, αλλά την επόμενη χρονιά, είχε συνθέσει συνολικά 20 συμφωνίες!

Και παρόλο που πολλά από τα έργα του εκτελέστηκαν και μάλιστα κυκλοφόρησαν κατά τη διάρκεια της ζωής του, εξακολουθούν να υπάρχουν ακόμα και σήμερα πολλά έργα του Moondog που δεν έχουν ακουστεί ποτέ, ούτε εχουν ηχογραφηθεί, συμπεριλαμβανομένων έργων για 13 τσελέστες (ενα ιδιόφωνο μουσικό όργανο που συμπεριλαμβάνεται στην ομάδα των κρουστών της συμφωνικής ορχήστρας και μοιάζει με μικρό όρθιο πιάνο), άλλα και για 76 τρομπόνια, Tree Tone , ένα έργο που απαιτεί οκτώ μαέστρους, και κυρίως το Cosmos, μια εννιάωρη εργασία που απαιτούσε χιλιάδες μουσικούς και τραγουδιστές! Επιπλέον, πολλά από τα γραπτά του Hardin εξακολουθούν να είναι σε γραφή Braille, πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να πάρει χρόνια μέχρι οι ακροατές να γνωρίσουν πλήρως την έκταση των μουσικών επιτευγμάτων του Moondog.

Όταν σκεφτόμαστε Αμερικανούς συνθέτες, μας έρχονται στο μυαλό τα ονόματα George Gershwin, Charles Ives, Aaron Copland και Leonard Bernstein… αλλά όχι του Moondog. Ωστόσο, η μουσική του Louis Hardin δεν μπορούσε να περιέχει περισσότερους αμερικάνικους ήχους και επιρροές: στρατιωτικές μπάντες πνευστών, ragtime και τζαζ, εγγενή μουσική κρουστών των Ινδιάνων και ακόμη και ηχογραφήσεις πραγματικών ήχων απο τους δρόμους της Νέας Υόρκης! Χωρίς να είναι ενας απλός μουσικός του δρόμου, ο Moondog πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο δρόμο, πουλώντας τα ποιήματά του, ερμηνεύοντας ακόμη και ηχογραφώντας τα έργα του, καταγράφοντας την ίδια την ουσία της ζωής του δρόμου της Νέας Υόρκης ως μέρος της μουσικής του.

Ως μικρό παιδί, ο Λούις Χάρντιν ανατράφηκε ακούγοντας δύο πράγματα: ragtime και στρατιωτικές μπάντες πνευστών. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι μπορεί να γίνει αισθητή μια ισχυρή επιρροή σε όλα τα έργα του, καθώς και μια προτίμηση στα πνευστά όργανα, ειδικότερα στο σαξόφωνο. Επιπλέον, κατά την επίσκεψη του στην ινδιάνικη φυλή των Arapahoe του Ουαϊόμιγκ, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, συναντήθηκε με τον αρχηγό της φυλής, Κίτρινο Μόσχο, ο οποίος του αποκάλυψε τους παραδοσιακούς χορούς των ινδιάνων για τον ήλιο στο tom tom. Αυτή η εμπειρία θα σηματοδοτήσει την αρχή του στυλ του Moondog, που ονομάζεται “snaketime” (επειδή ακουγόταν “φιδίσιο”), οι άχρονοι ρυθμοί των κρουστών αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του μουσικού DNA του.

Πάντα αντισυμβατικός, αισθανόταν ότι “η ανθρώπινη φυλή πρόκειται να πεθάνει σε χρόνο 4/4.” Ένα μεγάλο μέρος των πρώτων δουλειών του αποτελείται απλά απο φωνή και κρουστά, αυτοσχέδια όργανα όπως το τριγωνικό “trimba,” ηχογραφημένα στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Συνέθεσε ακόμα μουσική για εκκλησιαστικό όργανο, για big bands αλλά και για απλούστερες μορφές οπως το μανδριγάλι.

Η δεύτερη σύζυγός του ήταν μια γυναίκα ιαπωνικής καταγωγής που τραγουδούσε σε πολλές από τις ηχογραφήσεις του, της δεκαετίας του ’50, και τα έγχορδα όργανά του είχαν πολλές ομοιότητες με τα Ιαπωνικά koto και shamisen. Απείχε απο τα ηλεκτρονικά όργανα γιατι δεν του άρεσε η ατονικότητα οσων δοκίμασε, αλλά οι εκλεκτικές του συνθέσεις ήταν απίστευτα σύγχρονες και ξεκάθαρα Αμερικάνικες. Ο βιογράφος του, Robert Scotto, συγγραφέας του “O Βικινγκ της 6ης Λεωφόρου”, έγραψε: “Για κάποιους είναι αλλού, για άλλους δεν είναι καν avant-garde… Είχε συνηθίσει να ισορροπεί δύο κόσμους, που ολοι οσοι ήταν βολεμένοι κάποιο άγνωστο σχολείο, απλά τους υποψιάζονταν.”

Οσον αφορά στην αρμονία, η μουσική μου είναι η ίδια με του Bach, του Beethoven, του Brahms και με αυτών των ανθρώπων. Δεν έχει καμμιά πραγματική διαφορά.” Παρόλο που ίσως δεν ήταν διαφορετική από των προηγούμενων κλασσικών συνθετών, η μουσική του εντούτοις ξεχώριζε εν μέσω μιας αυξανόμενης γοητείας με τη δωδεκάτονη μουσική και την έλλειψη έμφασης: απορρίπτοντας την ίδια την απόρριψη της έμφασης που κυριάρχησε στον 20ο αιώνα, ο Moondog ξεχώρισε για άλλη μια φορά από τους συγχρόνους του. «Είμαι υπέρ της έμφασης, έτσι αισθάνομαι κάπως μοναχικός». Ενώ ο καθένας κοίταζε μπροστά για καινούργιους και καινοτόμους ήχους, ο Moondog κοίταζε στο παρελθόν, αναζωογονώντας αρμονίες και μουσικές δομές που ακούγονταν μοναδικά σε έναν συνεχώς μεταβαλλόμενο κόσμο.

Δεν θα γίνεις ποτέ συνθέτης αν δεν καταφέρεις να γράφεις πολυφωνικά“. Με το που διάβασε αυτές τις λέξεις σε ένα βιβλίο οταν ηταν έφηβος, ο Moondog άρχισε να επιδιώκει να μάθει περισσότερα για να γράφει πολυφωνικά. Ανακάλυψε γρήγορα (και ερωτεύτηκε) τα έργα του Johann Sebastian Bach. Μεγάλος θαυμαστής του γερμανού συνθέτη, παρόλα αυτά υπογράμμισε ανεπιφύλακτα τα υποτιθέμενα λάθη του Bach: “Αγαπώ τον Bach αλλά ποτέ δεν ανέλυσε τα κομμάτια του – είμαι σίγουρος ότι συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν πολλά λάθη εκεί. Είμαι σίγουρος πως θα τα διόρθωνε αν είχε τον χρόνο, αλλά είχε παιδιά και γυναίκες να φροντίσει. ”

Όλοι γνωρίζουμε το βιολί, την τρομπέτα, το πιάνο, το φλάουτο … αλλά τι γίνεται με το oo, μια μικρή τριγωνική άρπα με 25-χορδές; Το hüs, ένα τριγωνικό έγχορδο που παίζεται με δοξάρι; Το utsu, ένα απλό πεντατονικό πληκτρο; Το trimba, ένα τριγωνικό όργανο κρουστών; Το uni, ένα επτάχορδο zither (ειδος οργανου); Εάν θέλετε ποτέ να εκτελέσετε μια ποικιλία από έργα του Moondog, θα έπρεπε να ξεκινήσετε να ασκείστε! Όχι μόνο ήταν ένας ​​δημιουργικός συνθέτης, αλλά ο Moondog φαντάστηκε νέα όργανα ειδικά για τη μουσική του, το καθένα με το δικό του ξεχωριστό μουρικό χαρακτήρα και ρόλο.

Αλλά τι είδους μουσική μπορεί κάποιος να εκτελέσει με αυτά τα όργανα; “Μουσική του Moondog”, όπως την ονόμαζε ο Moondog … τι άλλο;

Ποιοί επηρεάστηκαν απο αυτόν?

Όλοι όσοι συναντήθηκαν με τον Moondog φυσικά…“, λέει ο Robert Scotto. “Είναι σίγουρα ευκολότερο να βάλεις σε μια λίστα τους μαέστρους, τους μουσικούς και τους συνθέτες που δεν επηρεάστηκαν από τον Louis Moondog Hardin! Εχοντας περάσει χρόνια στους δρόμους της Νεας Υορκης ερμηνεύοντας μπροστά από  αίθουσες συναυλιών και γραφεία δισκογραφικών εταιριών, ο Moondog ήρθε σε επαφή με τους καλύτερους της δουλειάς. Αλλά υπήρχαν και άνθρωποι που άλλαξαν, για να βρουν το θρυλικό Moondog, συμπεριλαμβανομένων μερικών από τους μεγάλους jazzmen της εποχής όπως ο Charles Mingus, ο Dizzy Gillespie, ο Dave Brubeck, ο Duke Ellington και ο Charlie “Bird” Parker. Ο Bird μάλιστα εξέφρασε μια έντονη επιθυμία να γράψει ένα άλμπουμ με τον Moondog, αλλά πέθανε λίγο αργότερα, αφήνοντας την επιθυμία του για πάντα ανεκπλήρωτη. Ως φόρο τιμής στον μεγάλο σαξοφωνίστα, ο Moondog συνέθεσε το διάσημο “Bird’s Lament.

Κάποτε, ο νεαρός Philip Glass, φοιτητής τότε στη σχολή μουσικής Juilliard, ανακάλυψε τον Moondog και τη μουσική του έξω από το τζαζ μπαρ Birdland της Νέας Υόρκης, όπου ο μουσικός θα έπαιζε παράλληλα με την μουσική που παιζόταν μέσα. Γοητευμένος από τον ταλαντούχο μουσικό, προσκάλεσε αργότερα τον Moondog να ζήσει μαζί του για ένα χρόνο και να τον παρουσιάσει στον Steve Reich (τόσο ο Glass όσο και ο Reich ισχυρίζονται πως έμαθαν περισσότερο από τον Moondog από ό, τι από τις σπουδές τους στο Juilliard, φτάνοντας στο σημείο να αποκαλέσει τον Moondog, ιδρυτή του μινιμαλισμού και πατριάρχη).

Αλλά η επιρροή του Moondog δεν σταμάτησε στην τζαζ και τη σύγχρονη κλασσική μουσική. Ένα εξέχον μέλος της Beat γενιάς της Νέας Υόρκης, ο Moondog συναντήθηκε και έγινε φίλος με την Joan Baez, τον Ravi Shankar, και κυρίως την Janis Joplin, αλλά ακόμα και με τους λογοτέχνες William Burroughs και Allen Ginsburg. Η μουσική του επηρέασε ακόμη και τον Frank Zappa καθώς και τον Captain Beefheart. Από την τζαζ μέχρι τη σύγχρονη μουσική και όλα τα ενδιάμεσα, είναι εύκολο να καταλάβουμε γιατί ο Moondog έγινε γνωστός ως “Η Γέφυρα“, ενώνοντας ένα πλήθος διαφορετικών ειδών και επηρεάζοντας όλους τους τομείς της σύγχρονης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Εφτασε μάλιστα να κάνει ακόμα και έναν δίσκο για παιδιά με την Julie Andrews πριν ακόμα εκείνη γίνει star.

Το 9 είναι μαγικός αριθμός

Σαν να μην ήταν αρκετά εκκεντρικός ο Moondog, ένιωθε επίσης μια έντονη γοητεία για τον αριθμό 9, πιστεύοντας ότι ο αριθμός αυτός περιέχει μέσα του έναν παγκόσμιο κώδικα που γεννήθηκε μέσω ήχου, που προέρχεται από μια υπεράνθρωπη νοημοσύνη αποκλειστικά για εκείνους που μπορούν να το καταλάβουν:

Έχω διαπιστώσει ότι στα πρώτα εννέα overtones [βασικό για τα μουσικα ηχοκύματα] υπάρχει ένας κώδικας ο οποίος μπορεί να έχει σχεδιαστεί μόνο από έναν θεό – τον αποκαλώ Megamind. Ο κώδικας αυτός όχι μόνο αποδεικνύει ότι ο Θεός υπάρχει […] αλλά έχω διαπιστώσει ότι υπάρχουν μυστικοί νόμοι εκεί που αναφέρονται στην κοσμική κατασκευή […] Αυτά τα πράγματα είναι όλα εκεί στα πρώτα εννέα overtones“.

Αυτή η γοητεία διαπέρασε πολλά από τα ποιήματά του, γραμμένα σε ιαμβικό μέτρο, και τις συνθέσεις του, όπως περιγράφει ο ίδιος ο συνθέτης: για παράδειγμα το Overtone Tree, ένα συμφωνικό έργο για τέσσερις μαέστρους, βασισμένο στα εννέα πρώτα overtones, έναν κανόνα χιλίων μερών, με διάρκεια εννέα ωρών, και το έργο του “A Sax Pax for a Sax”, γραμμένο για εννέα σαξόφωνα.

Τραγική ειρωνεία: Ενω ήταν παθιασμένος με τον αριθμό 9, πέθανε στις 8 Σεπτεμβρίου του 1999…

ΑΛΛΑΖΟΝΤΑΣ ΚΟΣΜΟΥΣ

Το 1974, ο Moondog συνειδητοποίησε τελικά τη διαχρονική του επιθυμία να επισκεφτεί την πατρίδα των μουσικών του ειδώλων – τη Γερμανία. Προσκεκλημένος απο την Hessischer Rundfunks Orchestra για να παρευρεθεί στην πρώτη Ευρωπαϊκή συναυλία των έργων του, που οργανώθηκε με την βοήθεια του φίλου του και οργανίστα Paul Jordan, ο Βίκινγκ της 6ης Λεωφόρου, αυτοπροσδιορίστικε ως “Ευρωπαίος σε εξορία”, και άφησε την Αμερική για να ανακαλύψει την ευρωπαϊκή ήπειρο. Μετά από μια επιτυχημένη σειρά συναυλιών, ο Moondog δήλωσε ότι δεν θα επιστρέψει στην πατρίδα του, κάνοντας νέα του κατοικία τους δρόμους της Φρανκφούρτης, του Αμβούργου και του Recklinghausen.

Εδω ηταν που ο Moondog συναντήθηκε με την μαθήτρια αρχαιολογίας Ilona Goebel. Εχοντας πρόσφατα ανακαλύψει ένα μουσικό άλμπουμ του Moondog στο τοπικό κατάστημα δίσκων, έπεισε τον συναρπαστικό συνθέτη να μείνει μαζί της και με την οικογένειά της στο κοντινό χωριό Oer-Erkenschwick, «τον παράδεισο για εναν συνθέτη» σύμφωνα με τον Moondog. Η  Goebel σύντομα σταμάτησε τις σπουδές αρχαιολογίας για να γίνει η καθημερινή βοηθός του, εκδότρια, παραγωγός δίσκων και τελικά ο σύντροφός του. Μαζί ίδρυσαν την εκδοτική εταιρεία Managarm (ένα σκυλί στη σκανδιναβική μυθολογία που κυνηγά το φεγγάρι), για να προωθήσει τη μουσική του στην Ευρώπη.

Ωστόσο, μιας και δεν είχε δώσει στοιχεία ζωής στην Αμερική, οι άνθρωποι γρήγορα πίστεψαν ότι ο συνθέτης είχε προφανώς πεθάνει, και το όνομά του έγινε θρύλος. Το 1989 όμως, ο Moondog επέστρεψε τελικά στη Νέα Υόρκη, προσκεκλημένος του Φεστιβάλ New Music America, ως θριαμβευτής και ως αναγνωρισμένος συνθέτης.

Το Φεγγαρόσκυλο εξακολουθεί να ουρλιάζει …

Αν και ο Moondog πέθανε στη Γερμανία το 1999, η μουσική του έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα, κερδίζοντας συνεχώς δημοτικότητα όσο περνούν τα χρόνια. Η μουσική του έχει παιχτεί αρκετά μετά τον θάνατό του, από αμέτρητους κλασσικούς και μη κλασικούς, όπως οι Jimmy McGriff, Marc Bolan, Moonshake, Stereolab, και πιο πρόσφατα απο τις αδελφές Labèque, οπότε το  όνομα Louis “Moondog” Hardin κάθε άλλο παρά ξεχασμένο είναι σήμερα.

Πέρα από τις διασκευές, ορισμένοι καλλιτέχνες έχουν πάρει πράγματα από τη μουσική του Moondog με πιο σύγχρονους τρόπους, χρησιμοποιώντας την μουσική του ως βασικά στοιχεία για νέες μουσικές συνθέσεις. Γνωστή ως sampling, η διαδικασία αυτή, περιλαμβάνει τον κατακερματισμό ενός μουσικού έργου σε κομμάτια, την εξαγωγή των επιθυμητών μερών και τη χρήση τους ως μοτίβα για μια νέα δουλειά.

Αν και κάποιοι μπορεί να παρακολουθήσουν με τρόμο, τους DJ να χρησιμοποιούν τη μουσική του Moondog με τρόπο που δεν τον εγκρίνουν, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο Moondog ήταν οπαδός της τεχνολογίας του sampling (της δειγματοληψείας δηλαδή), μιας και το πρωτοανακάλυψε στη Γερμανία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980 και επαινούσε τις απεριόριστες δυνατότητες της τεχνολογίας. (Το άλμπουμ του “Elpmas”, που κυκλοφόρησε το 1991, είναι απλά αναγραμματισμός της λέξης sample). Ένα αξιοσημείωτο παράδειγμα είναι ο Mr. Scruff, ένας Αγγλος παραγωγός και DJ, που χρησιμοποίησε ένα δείγμα απο το τραγούδι του  Moondog “Bird’s Lament” το 1999 για το κομμάτι του “Get a Move on”, το οποίο έγινε μεγάλη επιτυχία και επανέφερε την προσοχή του κοινού στη μουσική Louis “Moondog” Hardin.

 

 
Leave a comment

Posted by on September 4, 2019 in Jazz, Music

 

Tags: , , , , , , , , , ,

Ενα μονοπάτι που καταστράφηκε απ το μίσος

Στην δεκαετία του ’70 είχα εναν φίλο, μεγαλύτερο απο εμένα, ο οποίος πήρε κανα-δυό φορές το Μagic Βus και ήρθε στην Ελλάδα απο την Αγγλία.

Το ταξίδι κρατούσε τρεισήμισι μέρες και κόστιζε 25 λίρες και περνούσε μεσα απο Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία και έκανε μια στάση Θεσσαλονίκη και τερμάτιζε Αθήνα.

Δεν ξέρω αν το έκανε επειδή ήταν φοιτητής στην Αγγλία και το εισιτήριο του ερχόταν φτηνότερα ή επειδή ήθελε απλά να γνωρίσει κοπέλες, αλλά φαντάζομαι πως ήταν μεγάλη ταλαιπωρία…

Μου είχε πεί πως το λεωφορείο έφευγε μια συγκεκριμένη ωρα την Τρίτη απο την οδό Φιλελλήνων, στην Αθήνα, απέναντι απο την Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου και πως στο πίσω μέρος κοιμόντουσαν οι οδηγοί οι οποίοι ηταν και μηχανικοί για περίπτωση βλάβης.

Νομίζω πως θυμάμαι μια τζαμαρία που έγραφε Magic Bus, εκεί που είναι ακόμα και σήμερα η στάση του λεωφορείου, δίπλα στην είσοδο για την Πλάκα.

Ελεγε οτι υπήρχε κάποια σύνδεση με την Ινδία που μπορούσες να πάρεις μετά, αλλά ποτέ δεν έμαθα πως γινόταν…

Σύμφωνα με τον Rory MacLean,  τον συγγραφέα του βιβλίου “Magic Bus: On the Hippie Trail from Istanbul to India” το πρώτο γνωστό λεωφορείο ήταν κάποιο που μετέφερε ενα group Γάλλων τουριστών απο το Παρίσι στην Βομβάη το 1956.

Ανάμεσα στους επιβάτες βρίσκονταν δύο γνωστές Γαλλίδες ηθοποιοί και 14 ακόμα άτομα ενω τους πήρε δύο μήνες για να ολοκληρώσουν αυτό το ταξίδι των 14.000 χιλιομέτρων.

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν διάβασα το “On The Road” του Jack Kerouac, άρχισα να μπαίνω στο νόημα της γοητείας ενός τέτοιου ταξιδιού που το έκανε αδύνατο η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν καθως και οι εξελίξεις αργότερα στο Ιραν και στις υπόλοιπες χώρες.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Αλλά ο Kerouac δεν είχε κάνει μόνο εμένα να σκέφτομαι τα ταξίδια, είτε με ωτοστόπ είτε με οτιδήποτε άλλο.

Αυτές τις μέρες έβλεπα ένα άρθρο να ξεφυτρώνει συνέχεια μπροστά μου σχετικά με το «Χίππικο Μονοπάτι» και μου κίνησε το ενδιαφέρον.

Είναι ενα κείμενο που έγραψε φέτος στις 9 Αυγούστου ο Mitchell Friedman  για την Agenda, μια ηλεκτρονική έκδοση των (άγνωστων σε εμένα) ξενοδοχείων Tablet.

Θα το χρησιμοποιήσω λοιπόν σαν βάση αλλά θα προσθέσω και αποσπάσματα απο άλλα κείμενα που θα βοηθήσουν να κάνω ενα ταξίδι σε εκείνους τους δρόμους που ακολούθησαν πολλοί νεαροί, επηρεασμένοι απο τον Kerouac, και την beat γενιά γενικότερα.

Αρχικά φανταστείτε έναν έφηβο που αποφασίζει να πάει με ωτοστόπ από το Λονδίνο στην Καμπούλ. Τώρα φανταστείτε «εκατοντάδες χιλιάδες άλλους σαν κι αυτόν να ξεκινούν κι απο τις δύο πλευρές του Βόρειου Ατλαντικού για να πάνε μέσω της Ευρώπης στην Ινδία, το Νεπάλ και ακόμα πάρα πέρα. Ταυτόχρονα, μερικοί ταξιδιώτες απο την Αυστραλία, είχαν τον ίδιο προορισμό περνώντας μέσα απο την Νοτιο-Ανατολική Ασία. Απο την Δυτική Ευρώπη ο δρόμος περνούσε απο την Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα (με μια στάση στα Μάταλα ίσως?) ή την Βουλγαρία, Τουρκία, Ιραν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία και Νεπάλ. Προτιμότερο μεταφορικό μέσο ηταν το βανάκι της Βολκσβαγκεν αλλά άλλοι έκαναν ωτοστόπ ή έπαιρναν το τραίνο. Υπήρχαν και εξειδικευμένες πανσιόν στον δρόμο για τους ταξιδευτές» αναφέρει ο Hans Roodenburg στο website του “On the Hippie Trail”.

Μπορεί ολο αυτό να ακούγεται τολμηρό, άγριο ή τρελό σήμερα, το 2019, συνέβαινε όμως με εκπληκτική συχνότητα το 1969, σε μια διαδρομή γνωστή ως «Χίππικο Μονοπάτι» κάνοντάς με να πιστεύω πως αντί ο κόσμος να πηγαίνει μπροστά πάει πίσω…

Τα ταξίδια που έκαναν οι χίπις στην ανατολή, είναι η εύθυμη εκδοχή απέναντι στα βίαια ταξίδια που έκαναν οι συνομήλικοί τους στο Βιετνάμ – και σήμερα αντιπροσωπεύουν μια τραγική εναλλακτική ιστορία των χωρών που κάποτε επισκέπτονταν αλλά που σήμερα σπαράσσονται απο πολέμους. Τονίζουν με αυτό τον τρόπο το πόσο γοητευτικές είναι αυτές οι περιοχές, και πως θα μπορούσαν αποκτήσουν και πάλι τουρισμό απο ολο τον κόσμο αλλά και να αποκατασταθεί η παγκόσμια εκτίμηση για τον πολιτισμό τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 έως και τη δεκαετία του ’70, οι νέοι έβγαιναν στο δρόμο μαζικά για να επισκεφθούν κάποια μέρη που σήμερα θεωρούνται απο τα πιο επικίνδυνα του πλανήτη.

Στην εποχή του, όμως, το μονοπάτι, όπως και το ίδιο το κίνημα των hippies, αποτελούσε μια μορφή εξέγερσης ενάντια στην αυστηρή κονφορμιστική κουλτούρα που επέβαλε η μεγαλύτερη γενιά. Αν οι γονείς τους πετούσαν με τζετ για το Παρίσι και τη Ρώμη, εκείνοι πήγαιναν με ενα πολύχρωμο Volkswagen βανάκι στην Τεχεράνη και στο Κατμαντού.

Αλλιώς, αυτό που χρειαζόσουν ήταν να φτάσεις με κάποιο τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Το μέρος για να βρείς συντρόφους ή να ζητήσεις πληροφορίες και συμβουλές για το πού να πάς, ήταν το Pudding Shop, ένα καφέ κοντά στο Μπλε Τζαμί που το είχαν δύο αδέρφια, ο Idris και ο Namak Colpan.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

Οι πρώτες εμπνεύσεις για το μονοπάτι μπορούν να εντοπιστούν πίσω στους beatniks. Ο Jack Kerouac και ο William Burroughs θεωρούνται μερικές φορές η πρώτη πηγή έμπνευσης για τους οπαδούς τους που πήγαιναν στο Μαρόκο, όπως έκαναν κι εκείνοι στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Jack Kerouac, William S. Burroughs, Allen Ginsberg, Peter Orlovesky, Tennessee Williams, Truman Capote, όλοι τους ταξίδεψαν μέχρι την Ταγγέρη στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Πολλοί απο αυτούς πήγαν να συναντήσουν εκεί τον Αμερικανό συγγραφέα και μουσικό Paul Bowles, ο οποίος έζησε στην πόλη αυτή για 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.

Ο πρώτος που μετακόμισε εκεί ηταν ο Burroughs ο οποίος νοίκιασε ενα δωμάτιο, επηρεασμένος απο τον Bowles. Τον Νοέμβριο του 1954, επέστρεψε στην Ταγγέρη, μετά απο ενα τραγικό ατύχημα κατα το οποίο πυροβόλησε και σκότωσε κατα λάθος την γυναίκα του στο Μεξικό, καθώς παίζανε μεθυσμένοι κάποιο παιχνίδι.

Στην Ταγγέρη δούλεψε για τέσσερα χρόνια το βιβλίο του «Γυμνό Γεύμα» και το 1957 κατέφθασε και ο Kerouac με σκοπό να τον βοηθήσει να γράψει κάποια χειρόγραφα αλλά αυτός έμεινε μόνο για εναν μήνα.

Στις 22 Μαρτίου του 1957, τους ακολούθησαν και ο Αμερικάνος ποιητής και ηθοποιός Peter Orlovsky, παρέα με τον Irwin Allen Ginsberg, και ο Burroughs με τον Kerouac τους περίμεναν στο λιμάνι.

Η φήμη της Ταγγέρης ως πόλη-έμπνευσης έφτασε και σε άλλους καλλιτέχνες όπως ο Brion Gysin, ένας Βρετανός ζωγράφος, συγγραφέας, ποιητής και ερμηνευτής που μετακόμισε στην εκεί το 1950 για να ανοίξει με τον Mohamed Hamri ένα εστιατόριο που ονομαζοταν «Οι Χίλιες και μία νύχτες» οπου έπαιζαν μουσική οι Βερβέροι Σούφι, Master Musicians of Jajouka από το χωριό Jajouka. Με αυτούς έπαιξε αργότερα και ο Brian Jones των Rolling Stones στο άλμπουμ “Brian Jones Plays With The Pipes Of Pan At Joujouka” το 1971.

Ο Geoff Dyer είναι ο συγγραφέας του ταξιδιωτικού βιβλίου “Yoga for People Who can’t be Bothered to Do It” και το 1983 είχε ενα ατυχές συμβάν με κάποιες παράνομες ναρκωτικές ουσίες στο Μαρόκο.

25 χρόνια αργότερα επέστρεψε για να βρεί τί ειχε απομείνει απο τους χίππηδες στην χώρα, να αντιμετωπίσει εκείνη την κακή εμπειρία του και να περιγράψει στην εφημερίδα Guardian τι είχε βρεί…

«Ως επιμελής ρεπόρτερ εψάχνα για σημάδια εναπομείναντως χιππισμού. Δεν υπήρχαν. Ή τουλάχιστον υπήρχαν κάτι λίγα, όπως ο τύπος με το σακίδιο στην πλάτη, στο Cafe des Epices στο Place Rahba Qedima, που διάβαζε το “Hideous Kinky” (μια αυτοβιογραφική νουβέλα της Esther Freud, δισέγγονης του Sigmund Freud και κόρης του Βρετανού ζωγράφου Lucian Freud). Υπήρχαν επίσης λεπτομέρειες που είχαν γίνει μέρος της καθημερινής ζωής παντού: κεριά, θυμιάματα, κοσμήματα, χάντρες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Στην Ινδία, ειδικά στη Goa, μπορεί κάποιος ακόμα να συναντήσει πενηντάρηδες και εξηντάρηδες που πήγαν εκει στην δεκαετία του ’70 και έμειναν, κάνοντας γιόγκα, διαλογισμό και άλλα τέτοια, αόριστα ανατολικά. (Εγιναν οι παπούδες της psy-trance σκηνής των 90ς). Αυτά τα άτομα απουσίαζαν απο το Μαρακές. Για να καταλάβουμε τι απέγινε η μαγεία στο Μαρόκο, έπρεπε να επιστρέψουμε και πάλι, στους νονούς της hippy σκηνής, στους Ginsberg, Burroughs και Kerouac, τους Beats, που ήρθαν εδώ στα τέλη της δεκαετίας του 1950

Στη δεκαετία του ’60, καθώς οι beatniks έδωσαν τη θέση τους στους hippies, η αυξανόμενη δημοτικότητα του Βουδισμού και του Ινδουισμού έστρεψε το μονοπάτι προς τα ανατολικά. Το πιο διάσημο παράδειγμα ήταν, το επιβλητικό ταξίδι των Beatles για να δούν τον Maharishi Mahesh Yogi στην Ινδία.

Ο Christian Caryl στο άρθρο του «Οταν το Αφγανιστάν ήταν απλά μια στάση στο Χίππικο μονοπάτι» αναφέρει…

«Στις αρχές του 21ου αιώνα, έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε το Αφγανιστάν ως τόπο καταραμένο από εναν αιώνιο πόλεμο, μια ατέρμονα αιμορραγική πληγή στο παγκόσμιο πολιτικό σώμα. Αυτό που παραβλέπουμε είναι ότι αυτή η εικόνα της χώρας είναι μια πρόσφατη εφεύρεση, η οποία εχει να κάνει με το πρόσφατο παρελθόν της. Στη δεκαετία του 1970, πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος, η κοινή άποψη για το Αφγανιστάν ήταν απόλυτα διαφορετική – ήταν περισσότερο κάτι σαν το Μπαλί ή το Μπουτάν, από οτι ενα γεωπολιτικό πρόβλημα. Αυτά ήταν τα χρόνια του «Χίππικου Μονοπατιού», όταν οι αυτοαποκαλούμενοι “ταξιδιώτες του κόσμου” συσσωρεύονταν σε μεταχειρισμένα βανάκια Volkswagen και ξεκινούσαν για ένα μονοπάτι εσωτερικής ανακάλυψης που οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη στο Κατμαντού.

Το Αφγανιστάν δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού, αλλά ήταν σίγουρα ψηλά στις προτιμήσεις. “Η Herat [στα σύνορα με το Ιράν] ήταν ο πρώτος πραγματικός προορισμός στο Χίππικο Μονοπάτι”, θυμάται ένας ταξιδιώτης. “Η παρανοία του καταπιεστικού ελέγχου στην Τουρκία και στο Ιράν έμενε πίσω για μια πιο άγρια αλλά φιλόξενη κατάσταση αναρχίας.” Οι Αφγανοί φαίνονταν να αγαπούν τους ξένους. Μπορούσες πάντα να βρεις κάποιον που θα σου διέθετε κάμποσο απο τον χρόνο του για μια φιλική συνομιλία – ή για μια κοινή δειγματοληψία από το πολύ καλό τοπικό χασίς. Όλοι φαίνονταν να το καπνίζουν. Και οι τιμές ήταν τόσο χαμηλές που δεν παλεύονταν. Ναι, φυσικά, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της τοπικής κοινωνικής εξαθλίωσης. Αλλά σίγουρα η καλύτερη θεραπεία για αυτούς τους ανθρώπους ήταν να ξοδέψετε με κάποιον τρόπο τα χρήματα σας στον τόπο τους.

Στην Καμπούλ θα μπορούσατε να μείνετε στο Sigi’s Hotel, ένα ορόσημο στο μονοπάτι. Δεδομένου ότι το δολάριο ή το Γερμανικό μάρκο διένυαν μια τόσο μεγάλη απόσταση στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του 1970, θα μπορούσατε εύκολα να μείνετε εκεί για εβδομάδες, μαστουρώνοντας, να γευτείτε φθηνά κεμπάπ ή να βγείτε έξω στους φανταστικούς αρχαιολογικούς χώρους που ήταν σπαρμένοι στην πόλη και τα περίχωρα της. (Οι πραγματικοί χίππηδες απολάμβαναν ιδιαίτερα την επικοινωνία με τους γιγαντιαίους Βούδες που είχαν χαραχθεί σε μια βουνοπλαγιά στο Bamiyan, μια μέρα περίπου απόσταση από την πρωτεύουσα.) Στη συνέχεια, όταν θα έφτανε η ωρα, θα μπορούσατε να συνεχίσετε το ταξίδι σας μέχρι το Νεπάλ, το El Dorado για τους χρήστες παραισθησιογόνων ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, οι συχνοί επισκέπτες του μονοπατιού θυμούνται την παραμονή τους στο Αφγανιστάν – στο εύθραυστο Αφγανιστάν – με ιδιαίτερη αγάπη.

Αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Οι Δυτικοί που ζούσαν στην πραγματικότητα στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’70, στις περιηγήσεις τους οταν κάνανε την θητεία τους με το Ειρηνευτικό Σώμα ή με τα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα, αγάπησαν τον τόπο για τον χαλαρό εξωτισμό του. Εάν χρειαζόσουν μια κομψή πολυτέλεια, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να πας σε ένα από τα κλαμπ για αλλοδαπούς που προσέφεραν όλες τις ανέσεις ή να επισκεφτείς το Hotel Intercontinental για μια βουτιά στην υπέροχη πισίνα του. Ηταν μια μικρή αμαρτία. Ένας Αμερικανός φοιτητής γυμνασίου, ο πατέρας του οποίου είχε κάποια δουλειά να κάνει στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, δεν φοβόταν εκείνη την εποχή να πάρει το λεωφορείο για το Πεσαβάρ, πέρα από τα σύνορα στο Πακιστάν, και να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο.

Τέτοιες απόψεις δεν ήταν εντελώς απατηλές. Στην αρχή της δεκαετίας του 1970, το Αφγανιστάν ήταν αναμφισβήτητα φτωχό και υποβαθμισμένο, αλλά φάνηκε να σημειώνει αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθειά του να αγκαλιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην έκδοση του οδηγού που έγραψε για την Καμπούλ, το 1971, η Αμερικανίδα συγγραφέας Nancy Hatch Dupree στεναχωριόταν επειδή δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τα αξιοθέατα μιας πόλης στην οποία η “αλλαγή είναι αχαλίνωτη”. Αλλά ήταν αποφασισμένη να καταγράψει τις υπόλοιπες ομορφιές που παρέμειναν – όπως το εστιατόριο Khyber στον πρώτο όροφο του υπουργείου Οικονομικών στην πλατεία Pushtunistan: “Είναι ένα δημοφιλές σημείο συνάντησης στην Καμπούλ, ειδικά το καλοκαίρι, όταν τραπέζια πεζοδρομίων που βρίσκονται κάτω από χαρωπές ομπρέλες φιλοξενούν κουρασμένους περιηγητές. Ο Κινηματογράφος Ariana δίπλα στο εστιατόριο προβάλει ξένες ταινίες σε πολλές διαφορετικές γλώσσες.“»

Η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση έφτιαξαν από κοινού μια καταπληκτική, απίστευτα ομαλή εθνική οδό που διέρχεται από το κεντρικό Αφγανιστάν. Κάποτε στην Καμπούλ, υπήρχαν ομοϊδεάτες χίπηδες παντού, ειδικά γύρω από την οδό Chicken Street και την οδό Green Doors. Μερικοί απο αυτούς έστησαν αξιοπρεπείς επιχειρήσεις εισαγωγής-εξαγωγής  χειροποίητων αφγανικών γαμήλιων παλτών, τα οποία ήταν της μόδας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’60».

Αυτή η εισροή νεαρών μακρυμάλληδων απο την δύση προξενούσε περιέργεια στους ντόπιους, οι οποίοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήταν συνηθισμένοι σε τουρίστες κάθε είδους τότε. Αλλά ήταν γενικά φιλόξενοι και πολλοί βρήκαν καλοσυνάτους τρόπους για να αντλήσουν επιπλέον έσοδα. Την εμπειρία αυτή διακωμωδεί το 1971 η Ινδική κινηματογραφική ταινία “Hare Rama Hare Krishna”, σε μια σκηνή της οποίας εμφανίζονται μερικοί hippies να καπνίζουν χασίσι με τα πιπάκια τους ενω ακουγεται το εξαιρετικά δημοφιλές την εποχή εκείνη, τραγούδι “Dum Maro Dum” της Asha Bosle.

Οι hippies ξόδευαν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας με τον ντόπιο πληθυσμό από οτι οι παραδοσιακοί τουρίστες και δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για πολυτελή καταλύματα, ακόμα κι αν μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά (κάτι που λίγοι απο αυτούς μπορούσαν) ενω μερικοί την έβρισκαν με την φύση. Φυσικά, ήταν ακόμα πραγματικοί τουρίστες, αν και διαφορετικού είδους, και ο ηδονισμός ήταν ο πρωταρχικός τους στόχος.

Ένα ινδικό hotspot που ονομαζόταν Crank’s Ridge προσέλκυσε ακόμα περισσότερες διασημότητες, έχοντας κερδίσει μια ενδιαφέρουσα φήμη ως “κέντρο θετικής ενέργειας”. Ολοι, από τον Timothy Leary ως τον Cat Stevens το επισκέφθηκαν, ενω ενας ντόπιος ακόμα θυμάται εκείνον τον ξένο “που τραγουδούσε πολύ μαζί με τον φίλο του και περιπλανιόταν στην γύρω περιοχή με την κιθάρα του.” Αυτός ήταν ο Bob Dylan.

Δεν είχαν όλοι οι ταξιδιώτες μακριά μαλλιά και δεν άκουγαν ολοι rock’n’roll. Ουτε είχαν διαβάσει όλοι την Ωδή του Allen Ginsburg που είχε γράψει στο περιοδικό The Atlantic για το νόμιμο κάπνισμα της μαριχουάνας στην Ινδία. Και δεν έκαναν ολοι αυτοί ναρκωτικά. Αλλά σε γενικές γραμμές – και λόγω του εύρους του μονοπατιού, θα πρέπει να γενικεύσουμε και να πούμε πως το έκαναν.

ΥΠΗΡΧΑΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Κατά κάποιο τρόπο, η αναζήτηση ναρκωτικών δεν φαινόταν να παρεμποδίζει την εμπειρία, αλλά να διευκολύνει πραγματικά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτισμών. Να το εξηγήσουμε αυτό:

Σε μία από τις λίγες απόπειρες μιας ολοκληρωμένης καταγραφής της ιστορίας του «Χίππικου Μονοπατιού» από τους συγγραφείς Sharif Gemie και Brian Ireland, μπορείτε να βρείτε μια έκθεση της Daily Express του 1967, που εκτιμά ότι το ένα τέταρτο αυτών των προσκυνητών ήταν εθισμένοι στα ναρκωτικά. Ο Observer με τη σειρά του το περιέγραψε ως “μια ετήσια πλημμύρα δεκάδων χιλιάδων νέων που αναζητούν αφγανικό όπιο και ηρωίνη“.

Οι συγγραφείς ονομάζουν αυτές τις αναφορές “ευαισθητοποιημένες” και είναι δύσκολο να μην καταλάβουμε την επιθυμία των εφημερίδων να παρουσιάσουν τους χίπις σαν τους κακούς που έχουν βγεί για να καταστρέψουν την αξιοπρεπή κοινωνία μας. Παρόλα αυτά, τα ναρκωτικά έπαιξαν κάποιο ρόλο στο μονοπάτι και μπορούσες εύκολα να τα βρείς σε κάποιες συγκεκριμένες τοποθεσίες. Όπως σημειώνουν ο Gemie και ο Ireland, ένας ταξιδιώτης θυμήθηκε ότι «υπήρχαν πολλοί … που είχαν το Αφγανιστάν για τελικό τους προορισμό λόγω της αφθονίας και της χαμηλής τιμής της μαριχουάνας».

Μερικοί τρομοκρατήθηκαν αρκετά από τη στάση ορισμένων κυβερνήσεων σχετικά με την πορεία προς τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, το οποίο παρουσίαζε σε κοινή θέα κάποιες αποτυχημένες συσκευές λαθρεμπορίου στα σύνορά του με το Αφγανιστάν. Και αν έχετε δει το Midnight Express, θα είστε εξοικειωμένοι με την πολιτική της Τουρκίας για την μηδενική ανοχή στα ναρκωτικά.

«Κάποιοι προσελκύονταν από άφθονα φάρμακα όπως το χασίς και το όπιο. Ένας τρόπος που περνούσαν λαθραία τα ναρκωτικά μέσα απο το Ιράν και την Τουρκία ήταν να τα σφραγίσουν σε βαζάκια μαρμελάδας με το αστείο όνομα «Μαρμελάδα Kandahar

«Πολλοί ταξιδιώτες αισθάνθηκαν εκφοβισμένοι από το νέο περίεργο περιβάλλον τους» γράφουν ο Gemie και ο Ireland, και συνεπώς έμεναν προσκολλημένοι στο λεωφορείο, στην ομάδα τους ή στα καφέ και τα ξενοδοχεία οπου σύχναζαν οι λευκοί πελάτες. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τους καπνιστές που πήγαιναν σε αυτα τα μέρη συχνότερα, παίρνοντας πρωτοβουλίες, έμαθαν βασικές φράσεις σε ξένες γλώσσες, συναντήθηκαν με τους ντόπιους και στη συνέχεια τους ακολούθησαν μέσα σε σκοτεινά σοκάκια».

Έπρεπε να μάθεις λίγο απο την γλώσσα, να πάρεις μερικά ρίσκα, και να πετύχεις κάποιους τοπικούς αξιοθαύμαστους στόχους που δεν ήταν για να διαφημίζονται. Για τους πιο ατρόμητους, αν ήσουν ρεαλιστής, οσο δηλαδή ηταν αυτό δυνατό, ολη αυτή η ιστορία ήταν κάτι σαν διαγωνισμός.

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Το 1957, η Indiaman Bus Company πιθανότατα έγινε η πρώτη επιχείρηση που έκανε το ταξίδι από το Λονδίνο ως την Βομβάη, και η επιτυχία ήταν τέτοια που δημιουργήθηκαν αντίγραφά της όπως η εταιρία Swagman Tours και το γνωστό Magic Bus που ανέφερα αρχικά, τα οποία μετέφεραν hippies αλλά και οποιονδήποτε άλλον ήθελε, προς και από τα διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής.

Το ταξίδι με το λεωφορείο, ήταν σχεδόν σαν να βλέπουμε τηλεόραση“, έγραψε ο συγγραφέας John Worrall, στο “Μονοπάτι προς το Κατμαντού” το ’72.

Αλλοι τολμηροί εξερευνητές οδήγησαν τα αυτοκίνητά τους οι ίδιοι, ή πήραν τρένα, και άφθονοι έκαναν ωτοστόπ. Ο απώτερος στόχος τους ήταν να είναι “ταξιδιώτες” και όχι “τουρίστες”. Ήταν φυσικό να μην τους αρέσει το λεωφορείο, ακόμα κι αν οι ξεναγήσεις με αυτό, συχνά λειτουργούσαν ως σημείο εκκίνησης για να αποκτήσει ο ταξιδιώτης αυτοπεποίθησή και να βγεί εξω για να κάνει το υπόλοιπο ταξίδι απο μόνος του.

Rory-MacLean

Αλλά χωρίς λεωφορεία και καθώς μέχρι τη δεκαετία του ’70, δεν υπήρχαν τουριστικοί οδηγοί, πώς θα μπορούσες να μάθεις από πού να ξεκινήσεις; Πώς θα μπορούσες να γνωρίζεις ποιους  κινδύνους να αποφύγεις; Με τόσους πολλούς ανθρώπους στο μονοπάτι, οι ταξιδιώτες πληροφορούνταν από στόμα σε στόμα όταν βρισκόντουσαν σε κοινές στάσεις –  καταλύματα, κάμπινγκ, καφετέριες,και σύνορα – για πληροφορίες. Ετσι δημιουργήθηκε μια κοινότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούσε πλέον να καταστρέψει το ίδιο πράγμα που δήλωνε ότι λατρεύει.

Στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, οι επισκέψεις ολων εκείνων των Beat συγγραφέων πιθανόν να έφεραν τους hippies στην πόλη, πιθανόν να της έκαναν κακό κιόλας. Ο φίλος του Paul Bowles, Mohammed Mrabet θρήνησε την έλξη που ασκούσαν τα γραπτά του Kerouac και του Burroughs πάνω στους ανθρώπους. Σε συνέντευξή του στην Ουάσιγκτον Ποστ, τους κατηγόρησε οτι με τα συγγράμματά τους προσέλκυσαν «τρελούς ανθρώπους» και «χρήστες ναρκωτικών».

Ο ίδιος ο Burroughs στο «Γυμνό Γεύμα» περιγράφει μια σκηνή από την Ταγγέρη που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον λόγο αυτής της περιφρόνησης απο τον Mrabet:

Μέσα από ανοιχτές πόρτες, τραπέζια και καμπίνες και μπαράκια, κουζίνες και λουτρά, γαμιούνται ζευγάρια πάνω σε σειρές από χάλκινα κρεβάτια, ζευγαράκια διασταυρώνονται χιλιάδες αιώρες, πρεζάκια προσπαθούν να «σουτάρουν», καπνιστές οπίου, καπνιστές χασίς, άνθρωποι τρώνε καθώς κάνουν μπάνιο μέσα σε μια ομίχλη καπνού και ατμού.

Ως πρόγονος του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα μιας πόλης λόγω του τουρισμού, οι χίπηδες μάλλον έκαναν ενα κακό προηγούμενο. Ακόμα κι έτσι όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε παρα να θαυμάσουμε σχετικά με την ζωή τους στο μονοπάτι. Στην μεγάλη τους προσπάθεια να πετύχουν κάτι, έγιναν μια κοινότητα εξερευνητών, που εμπνέονταν ο ένας απο τις ιστορίες του άλλου, προσπαθώντας να έχουν τις πιο αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, εκείνες που θα τους άλλαζαν την ζωή. Είναι κάτι που όλοι μπορούμε να επιδιώξουμε ακόμα και σήμερα.

ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ

Το Αφγανιστάν περιγράφεται συνεχώς ως ένα από τα πιο χαλαρά σημεία του «χίππικου μονοπατιού». Ήταν τόσο ελκυστικό που το 1973, οι συγγραφείς που ξεκίνησαν τον ταξιδιωτικό οδηγό Lonely Planet, έγραψαν ότι η Καμπούλ έχασε τον χαρακτήρα της, κινδυνεύοντας να γίνει μια «παγίδα τουριστών».

Η σοβιετική εισβολή το 1979 τα τελείωσε όλα αυτά και ο φίλος μου που έπαιρνε κάποτε το Magic Bus για να ερθει απο την Αγγλία, βρέθηκε το  1982 στην μέση αυτού του πολέμου για να κάνει δύο ντοκιμαντέρ σχετικά με την κατάσταση στο Αφγανιστάν: το “Warriors of God” και το “Victims of the Bear” (το δεύτερο το βάζω εδω για όποιον θέλει να το δεί και θα βρεί ευκολα και το άλλο…)

Επίσης, η αγωνία στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή αυξήθηκε περισσότερο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η επανάσταση στο Ιράν σήμαινε ότι τα σύνορά της ήταν μόνιμα κλειστά για τους δυτικούς ταξιδιώτες. Ένας συγγραφέας έθεσε καλύτερα τις πολιτιστικές αλλαγές, εξηγώντας ότι “οι ραδιοφωνικοί σταθμοί άλλαξαν το Blue Oyster Cult για ομιλίες του Αγιατολάχ Χομεϊνί“.

Αλλού, ένας εμφύλιος πόλεμος έπληξε τον Λίβανο. Το Κασμίρ γινόταν πιο επικίνδυνο. Το τοπίο άλλαζε. Το 2001, οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τους Βούδες του Bamiyan.

Οι χίππηδες που ηταν κατά του πολέμου, τον είδαν να καταστρέφει το μονοπάτι τους.

 
Leave a comment

Posted by on August 28, 2019 in Politics, Publications, Reflections

 

Οι Goodbye Mr MacKenzie, η πρώτη μπάντα της Shirley Manson, ανακοίνωσαν την επανακυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ

Ένα από τα πιο γνωστά ροκ συγκροτήματα της Σκωτίας, οι Goodbye Mr MacKenzie θα επανακυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ “Good Deeds and Dirty Rags”. Ορμώμενοι από τη μεγάλη επιτυχία της περιοδείας τους για την επέτειο των 30 χρόνων τους, κάνουν μια επανέκδοση σε βινύλιο και CD το άλμπουμ απο το οποίο ξεκίνησαν όλα. Ο ήχος εχει ξαναμαστεραριστεί και για τα δύο format στα οποία θα κυκλοφορήσει. Η CD έκδοση θα περιλαμβάνει 3 επιπλέον κομμάτια από αυτά τα πρώτα χρόνια, τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική κυκλοφορία.

Στην σύνθεση της μπάντας ήταν ο Martin Metcalfe στα φωνητικά, ο John Duncan στην κιθάρα (έπαιζε στην πρώτη σύνθεση των Exploited απο το 1979 ως το 1984, ως “Big John”), ο Fin Wilson στο μπάσο, η Shirley Manson και η Rona Scobie στα πλήκτρα και στα φωνητικά ενω ο Derek Kelly ήταν στα τύμπανα.

“Αυτή η επανέκδοση του Good Deeds ήταν τόσο μεγάλη έκπληξη για εμάς όσο και για ολους τους άλλους. Πήραμε μια γρήγορη απόφαση να επανασυνδεθούμε τον Ιανουάριο και απο τότε βρισκόμαστε σε περιοδεία. Μας πήρε χρόνο να αποκτήσουμε τα δικαιώματα της επανέκδοσης, αλλά τώρα που τα πήραμε είμαστε πραγματικά ευχαριστημένοι. Στις συναυλίες οι οπαδοί μας φέρνουν τα πάνω – κάτω, τραγουδώντας μαζί μας κάθε λέξη », λέει ο Martin Metcalfe.

Goodbye Mr MacKenzie (1989) – photo by Simon Fowler

Τριάντα χρόνια είναι μισή ζωή πίσω, αλλά αισθανόμαστε πως οι στίχοι μας εξακολουθουν να έχουν σημασία. Δύο τραγούδια, το “Good Deeds” και το “Goodwill City” τελειώνουν με στίχους σχετικά με την ψεύτικη γνώση που μας δίνουν στην εποχή μας και είναι πολύ σχετικά με τα σύγχρονα “fake news”. Αλλα τραγούδια μας, εξετάζουν το φαινόμενο της τότε ανόδου της χριστιανικής δεξιάς στις ΗΠΑ και τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ πληρώνουν τους λογαριασμούς τους εκμεταλλευόμενοι τις τραγωδίες… Όλα αυτά συμβαίνουν και τώρα. Ζούμε σε τρομακτικές εποχές και το αποκαλυπτικό τοπίο του LP φαίνεται να το αντικατοπτρίζει αυτό.”

Το “Good Deeds and Dirty Rags” ήταν το πρώτο album των Goodbye Mr MacKenzi, το οποίο κυκλοφόρησε το 1989. Έφτασε στο νούμερο 16στα chart της Μεγάλης Βρετανίας και η μπάντα γρήγορα προσέλκυσε ενα μεγάλο πιστό ακροατήριο οπαδών βόρεια των Αγγλικών συνόρων. Απίστευτες ζωντανές εμφανίσεις και singles όπως το ‘The Rattler‘ που μπήκε κι αυτο στα 50 πρώτα, στερέωσαν περισσότερο το συγκρότημα στις καρδιές πολλών.

Μια πολύχρωμη και ποικίλη σταδιοδρομία ακολούθησε με την κυκλοφορία άλλων 2 άλμπουμ μέσω μεγάλων εταιριών, μπήκαν κι άλλα singles τους στα Βρετανικά chart, συνεργάστηκαν και ηχογράφησαν με μέλη των Talking Heads και περιόδευσαν κάνοντας συναυλίες με συγκροτήματα όπως οι Blondie, οι Ramones, οι BAD, οι Afghan Whigs, οι Aztec Κάμερα και άλλοι.

Goodbye Mr MacKenzie – photo by Andrew Barr

Όπως αναφέρει η λίστα με τα 50 μεγαλύτερα σκωτσέζικα συγκροτήματα, “Οι MacKenzies άφησαν πίσω από το πιο περίπλοκο και συναρπαστικό αποτύπωμα απο οποιαδήποτε άλλη σκωτσέζικη μπάντα. Στα live ήταν εκπληκτικοί. Ο ηγέτης τους. Ο τραγουδιστής Martin Metcalfe έμοιαζε με MC κάποιου ιδιαίτερα εξωφρενικού θιάσου. Ενώ οι Σκωτσέζοι ομολόγοι τους εμπνέονταν απο την soul και τους Steely Dan, οι MacKenzies έπαιρναν την έμπνευσή τους απο τους Pixies και τους Birthday Party ».

Σχηματισμένοι στο Bathgate, κοντά στο Εδιμβούργο, οι Goodbye Mr MacKenzie εμφανίστηκαν στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και υπέγραψαν με την Capitol Records μετά την κυκλοφορία των δύο πρώτων τους singles σε ανεξάρτητες εταιρίες. Αεικίνητοι, κυκλοφόρησαν συνολικά 6 άλμπουμ πριν τελικά μεταμορφωθούν σε Angelfish στις ΗΠΑ με τη σύνθεση των Manson, Metcalfe, Wilson και Kelly και με την  Manson να αναλαμβάνει τα φωνητικά.

Οι Goodbye Mr MacKenzie έδωσαν την τελευταία ζωντανή τους συναυλία στα τέλη του 1995 και η Shirley Manson έφυγε για να κάνει τεράστια επιτυχία με τους Garbage, ενώ οι Martin Metcalfe, Derek Kelly και Fin Wilson επέστρεψαν στη Σκωτία για να σχηματίσουν τους Isa and The Filthy Tongues. Τώρα λέγονται απλά The Filthy Tongues, ένα τρίο που εξακολουθεί ακόμα να ευδοκιμεί. Ο Big John Duncan έγινε τεχνικός των Nirvana και έπαξε κιθάρα μαζί τους στην συναυλία που έδωσαν το 1993 στο Roseland Ballroom, της Νέας Υόρκης, και συνεργάστηκε ακόμα με τους Twisted Sister, τους Foo Fighters και τους Ministry.

Το “Good Deeds and Dirty Rags” θα κυκλοφορήσει μέσω της Neon Tetra Records την 1η Νοεμβρίου. Ενώ μερικά από τα κομμάτια από την αρχική έκδοση κυκλοφορούν στο Spotify, η νέα εκτεταμένη και remastered έκδοση διατίθεται αποκλειστικά από το κατάστημα της μπάντας.

Μετά από μια σειρά από sold-out πρόσφατες εμφανίσεις, οι Goodbye κ. MacKenzie θα κάνουν περισσότερες συναυλίες αργότερα φέτος στη Σκωτία και την Αγγλία. Μέχρι τότε, οι Filthy Tongues φαίνεται επίσης να έχουν μια σειρά από εμφανίσεις τον Σεπτέμβριο.

TRACKLIST
01  Open Your Arms
02  Wake It Up
03  His Masters Voice
04  Goodwill City
05  Candlestick Park
06  Goodbye Mr Mackenzie
07  The Rattler
08  Dust
09  You Generous Thing
10  Good Deeds
11  Open Your Arms (1987 Demo) – bonus track
12  Diamonds (1987 Demo) – bonus track
13  You Generous Thing (1987 Demo) – bonus track

CREDITS
All tracks produced by Mack, except ‘Wake It Up’ produced by Terry Adams
‘Goodwill City’ and ‘Good Deeds’ initial production by Terry Adams, additional production and mixing by Mack
‘Goodbye Mr Mackenzie’ initial production by Kevin Maloney, overdubs by Terry Adams
and additional production and mixing by Mack
‘The Rattler’ production by the Mackenzies, extra production and mixing by Mack
Recorded in Munich , West Germany and Edinburgh, Scotland
Neon Tetra Records. Licensed from Capitol Records/UMusic 2019

Photography by The Douglas Brothers
Sleeve design by Goodbye Mr Mackenzie/Peter Barrett & Andrew Biscomb
2019 Art Refresh by David Wells

Martin Metcalfe – vocals
John Duncan – guitar
Fin Wilson – bass guitar
Shirley Manson – keyboards and backing vocals
Rona Scobie – keyboards and backing vocals
Derek Kelly – drums
Demos produced by Terry Adams 1987
Guitars on demos by Jimmy Anderson
Additional bass on demos by Neil Baldwyn

TOUR DATES 
Sept 12  Aberdeen, Scotland – The Tunnels (as The Filthy Tongues)
Sept 13  Edinburgh, Scotland – The Voodoo Rooms (as The Filthy Tongues)
Sept 15  Dundee, Scotland – Church (as The Filthy Tongues)
Sept 19  Dunfermline, Scotland – PJ Malloys (as The Filthy Tongues)
Sept 20  Glasgow, Scotland – Oran Mor (as The Filthy Tongues)
Nov. 02  Middlesbrough, England – Westgarth
Nov. 08  London, England – Dingwalls (with The Cesarians, Seil Lein)
Nov. 09  Corby, Northamptonshire, England – The Raven
Dec. 20  Glasgow, Scotland – Barrowlands  SOLD OUT

PHOTO CREDITS
New photos by Karen Lamond
Album photo by The Douglas Brothers
Brandenburg Gate promo photos by Martin Becker
Old black and white photo by Andrew Barr
Old colour photo by Simon Fowler
Capitol Records photo by Kate Garner

Keep up with Goodbye Mr Mackenzie
Website | Shop | Facebook | Twitter | Soundcloud | Instagram | YouTube | Apple | Spotify | Press contact

 
 

Tags: , ,

Chalk Dinosaur – Sprout

Το “Sprout” είναι το τέταρτο άλμπουμ των Chalk Dinosaur, ενός σχήματος απο το Pittsburgh το οποίο δημιούργησε το 2007 ο John O’Hallaron ο οποίος παίζει πλήκτρα, κιθάρα και τραγουδά.

Σε μικρότερη ηλικία, O’Hallaron έγραφε και έπαιζε μουσική μουσική με τους Nick O’Hallaron (τύμπανα), και Andrew Belcastro (μπάσο) οπότε, οταν ξαναβρέθηκε μαζί τους πριν δύο χρόνια, άρχισαν να τζαμάρουν ανανεώνοντας την παλιά μουσική σύνδεση που είχαν.

Στην παρέα προστέθηκε και ο κιθαρίστας Jon Henderson ωστε να συνθέσουν οι τέσσερείς τους τα 11 τραγούδια αυτού του άλμπουμ, που ακούγεται ευχάριστο και φρέσκο.

Το τραγούδι τους που μου τράβηξε την προσοχή μέσα απο το “Sprout” και με εκανε να γράψω αυτό εδώ το κειμενάκι είναι το “Synchronicity”.

Στά πρώτα τραγούδια του άλμπουμ, το ύφος τους κινήται σε Electro/Funk/Dance πλαίσια αλλά μετά διαφοροποιούνται και γίνονται prog-rock.

Εχει προσεγμένη παραγωγή και κυκλοφόρησε στις 13 Μαϊου του 2019.

Μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ

 
Leave a comment

Posted by on August 16, 2019 in Alternative, Prog-rock

 

Bedouin – Time Is Made Of Gold (Purple Pyramid 2019)

O Alan Davey έγινε γνωστός ως μπασίστας των Hawkwind οταν τον κάλεσε ο Dave Brock στο συγκρότημα το 1984 μετά την πρώτη του εμφάνιση στο Stonehenge Free Festival εκείνης της χρονιάς.

Μαζί τους κυκλοφόρησε επτά στούντιο άλμπουμ και τέσσερα live πριν αποχωρήσει το 1996, μετά την εμφάνισή τους εκείνη την χρονιά στην Ελλάδα (που φαντάζομαι μερικοί απο εσάς είδαν αλλά εγω δεν είχα πάει μιας και τους ειχα δει πέντε χρόνια πιο πριν) για να δημιουργήσει το 1998 τους Bedouin, μια hard-rοck μπάντα με πολλά στοιχεία απο την μουσική της Μέσης Ανατολής.

Μετά το 2000 ξαναπήγε στους Hawkwind για δύο ακόμα studio άλμπουμ και τρία ηχογραφημένα ζωντανά πράγμα που τον έκανε το δεύτερο μέλος με την μεγαλύτερη διάρκεια στην μπάντα μετα τον Brock.

Εχει παίξει ακόμα, με τον Nick Turner και τους Hawklords (μπάντα απο μέλη των Hawkwind), τους Gunslinger και τους black metalάδες Meads of Asphodel, τους Dumpys Rusty Nuts, Spirits Burning ενώ μέσα σε όλα τα άλλα, εκανε και μια tribute μπάντα των Motorhead με ονομα Ace of Spades.

Το “Time is Made of Gold” που ακούω τώρα, κυκλοφόρησε φέτος και είναι η νεώτερη δουλειά των Bedouin μετά το “As Above So Below” του 2001.

Στο “Time is Made of Gold” ο Davey παίζει τα πάντα, ενω τραγουδά η ηθοποιός Michelle Jimenez-Alder.

Τα 18 τραγούδια του άλμπουμ δεν έχουν καμμία σχέση με τους Hawkwind, έχουν μια μαλακή ηχητική φόρμα, με τα αραβικά μουσικά στοιχεία που ανέφερα, η οποία την κάνει λίγο ονειρική…

Σκεφτόμουν οτι μερικές φορές με το ένα χέρι κρατιέται απο το prog-rock και με το άλλο αγγίζει τα όρια του gothic rock των Eden House, αλλά καταφέρνει να ακούγεται πιο προσωπικό, καθόλου gothic και σε κερδίζει ευχάριστα όλο και πιο πολύ, με κάθε νέο τραγούδι που ακούς.

 
Leave a comment

Posted by on August 9, 2019 in Prog-rock, Psychedelic

 

Tags: ,