RSS

Category Archives: Publications

Ενα μονοπάτι που καταστράφηκε απ το μίσος

Στην δεκαετία του ’70 είχα εναν φίλο, μεγαλύτερο απο εμένα, ο οποίος πήρε κανα-δυό φορές το Μagic Βus και ήρθε στην Ελλάδα απο την Αγγλία.

Το ταξίδι κρατούσε τρεισήμισι μέρες και κόστιζε 25 λίρες και περνούσε μεσα απο Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία και έκανε μια στάση Θεσσαλονίκη και τερμάτιζε Αθήνα.

Δεν ξέρω αν το έκανε επειδή ήταν φοιτητής στην Αγγλία και το εισιτήριο του ερχόταν φτηνότερα ή επειδή ήθελε απλά να γνωρίσει κοπέλες, αλλά φαντάζομαι πως ήταν μεγάλη ταλαιπωρία…

Μου είχε πεί πως το λεωφορείο έφευγε μια συγκεκριμένη ωρα την Τρίτη απο την οδό Φιλελλήνων, στην Αθήνα, απέναντι απο την Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου και πως στο πίσω μέρος κοιμόντουσαν οι οδηγοί οι οποίοι ηταν και μηχανικοί για περίπτωση βλάβης.

Νομίζω πως θυμάμαι μια τζαμαρία που έγραφε Magic Bus, εκεί που είναι ακόμα και σήμερα η στάση του λεωφορείου, δίπλα στην είσοδο για την Πλάκα.

Ελεγε οτι υπήρχε κάποια σύνδεση με την Ινδία που μπορούσες να πάρεις μετά, αλλά ποτέ δεν έμαθα πως γινόταν…

Σύμφωνα με τον Rory MacLean,  τον συγγραφέα του βιβλίου “Magic Bus: On the Hippie Trail from Istanbul to India” το πρώτο γνωστό λεωφορείο ήταν κάποιο που μετέφερε ενα group Γάλλων τουριστών απο το Παρίσι στην Βομβάη το 1956.

Ανάμεσα στους επιβάτες βρίσκονταν δύο γνωστές Γαλλίδες ηθοποιοί και 14 ακόμα άτομα ενω τους πήρε δύο μήνες για να ολοκληρώσουν αυτό το ταξίδι των 14.000 χιλιομέτρων.

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν διάβασα το “On The Road” του Jack Kerouac, άρχισα να μπαίνω στο νόημα της γοητείας ενός τέτοιου ταξιδιού που το έκανε αδύνατο η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν καθως και οι εξελίξεις αργότερα στο Ιραν και στις υπόλοιπες χώρες.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Αλλά ο Kerouac δεν είχε κάνει μόνο εμένα να σκέφτομαι τα ταξίδια, είτε με ωτοστόπ είτε με οτιδήποτε άλλο.

Αυτές τις μέρες έβλεπα ένα άρθρο να ξεφυτρώνει συνέχεια μπροστά μου σχετικά με το «Χίππικο Μονοπάτι» και μου κίνησε το ενδιαφέρον.

Είναι ενα κείμενο που έγραψε φέτος στις 9 Αυγούστου ο Mitchell Friedman  για την Agenda, μια ηλεκτρονική έκδοση των (άγνωστων σε εμένα) ξενοδοχείων Tablet.

Θα το χρησιμοποιήσω λοιπόν σαν βάση αλλά θα προσθέσω και αποσπάσματα απο άλλα κείμενα που θα βοηθήσουν να κάνω ενα ταξίδι σε εκείνους τους δρόμους που ακολούθησαν πολλοί νεαροί, επηρεασμένοι απο τον Kerouac, και την beat γενιά γενικότερα.

Αρχικά φανταστείτε έναν έφηβο που αποφασίζει να πάει με ωτοστόπ από το Λονδίνο στην Καμπούλ. Τώρα φανταστείτε «εκατοντάδες χιλιάδες άλλους σαν κι αυτόν να ξεκινούν κι απο τις δύο πλευρές του Βόρειου Ατλαντικού για να πάνε μέσω της Ευρώπης στην Ινδία, το Νεπάλ και ακόμα πάρα πέρα. Ταυτόχρονα, μερικοί ταξιδιώτες απο την Αυστραλία, είχαν τον ίδιο προορισμό περνώντας μέσα απο την Νοτιο-Ανατολική Ασία. Απο την Δυτική Ευρώπη ο δρόμος περνούσε απο την Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα (με μια στάση στα Μάταλα ίσως?) ή την Βουλγαρία, Τουρκία, Ιραν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία και Νεπάλ. Προτιμότερο μεταφορικό μέσο ηταν το βανάκι της Βολκσβαγκεν αλλά άλλοι έκαναν ωτοστόπ ή έπαιρναν το τραίνο. Υπήρχαν και εξειδικευμένες πανσιόν στον δρόμο για τους ταξιδευτές» αναφέρει ο Hans Roodenburg στο website του “On the Hippie Trail”.

Μπορεί ολο αυτό να ακούγεται τολμηρό, άγριο ή τρελό σήμερα, το 2019, συνέβαινε όμως με εκπληκτική συχνότητα το 1969, σε μια διαδρομή γνωστή ως «Χίππικο Μονοπάτι» κάνοντάς με να πιστεύω πως αντί ο κόσμος να πηγαίνει μπροστά πάει πίσω…

Τα ταξίδια που έκαναν οι χίπις στην ανατολή, είναι η εύθυμη εκδοχή απέναντι στα βίαια ταξίδια που έκαναν οι συνομήλικοί τους στο Βιετνάμ – και σήμερα αντιπροσωπεύουν μια τραγική εναλλακτική ιστορία των χωρών που κάποτε επισκέπτονταν αλλά που σήμερα σπαράσσονται απο πολέμους. Τονίζουν με αυτό τον τρόπο το πόσο γοητευτικές είναι αυτές οι περιοχές, και πως θα μπορούσαν αποκτήσουν και πάλι τουρισμό απο ολο τον κόσμο αλλά και να αποκατασταθεί η παγκόσμια εκτίμηση για τον πολιτισμό τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 έως και τη δεκαετία του ’70, οι νέοι έβγαιναν στο δρόμο μαζικά για να επισκεφθούν κάποια μέρη που σήμερα θεωρούνται απο τα πιο επικίνδυνα του πλανήτη.

Στην εποχή του, όμως, το μονοπάτι, όπως και το ίδιο το κίνημα των hippies, αποτελούσε μια μορφή εξέγερσης ενάντια στην αυστηρή κονφορμιστική κουλτούρα που επέβαλε η μεγαλύτερη γενιά. Αν οι γονείς τους πετούσαν με τζετ για το Παρίσι και τη Ρώμη, εκείνοι πήγαιναν με ενα πολύχρωμο Volkswagen βανάκι στην Τεχεράνη και στο Κατμαντού.

Αλλιώς, αυτό που χρειαζόσουν ήταν να φτάσεις με κάποιο τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Το μέρος για να βρείς συντρόφους ή να ζητήσεις πληροφορίες και συμβουλές για το πού να πάς, ήταν το Pudding Shop, ένα καφέ κοντά στο Μπλε Τζαμί που το είχαν δύο αδέρφια, ο Idris και ο Namak Colpan.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

Οι πρώτες εμπνεύσεις για το μονοπάτι μπορούν να εντοπιστούν πίσω στους beatniks. Ο Jack Kerouac και ο William Burroughs θεωρούνται μερικές φορές η πρώτη πηγή έμπνευσης για τους οπαδούς τους που πήγαιναν στο Μαρόκο, όπως έκαναν κι εκείνοι στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Jack Kerouac, William S. Burroughs, Allen Ginsberg, Peter Orlovesky, Tennessee Williams, Truman Capote, όλοι τους ταξίδεψαν μέχρι την Ταγγέρη στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Πολλοί απο αυτούς πήγαν να συναντήσουν εκεί τον Αμερικανό συγγραφέα και μουσικό Paul Bowles, ο οποίος έζησε στην πόλη αυτή για 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.

Ο πρώτος που μετακόμισε εκεί ηταν ο Burroughs ο οποίος νοίκιασε ενα δωμάτιο, επηρεασμένος απο τον Bowles. Τον Νοέμβριο του 1954, επέστρεψε στην Ταγγέρη, μετά απο ενα τραγικό ατύχημα κατα το οποίο πυροβόλησε και σκότωσε κατα λάθος την γυναίκα του στο Μεξικό, καθώς παίζανε μεθυσμένοι κάποιο παιχνίδι.

Στην Ταγγέρη δούλεψε για τέσσερα χρόνια το βιβλίο του «Γυμνό Γεύμα» και το 1957 κατέφθασε και ο Kerouac με σκοπό να τον βοηθήσει να γράψει κάποια χειρόγραφα αλλά αυτός έμεινε μόνο για εναν μήνα.

Στις 22 Μαρτίου του 1957, τους ακολούθησαν και ο Αμερικάνος ποιητής και ηθοποιός Peter Orlovsky, παρέα με τον Irwin Allen Ginsberg, και ο Burroughs με τον Kerouac τους περίμεναν στο λιμάνι.

Η φήμη της Ταγγέρης ως πόλη-έμπνευσης έφτασε και σε άλλους καλλιτέχνες όπως ο Brion Gysin, ένας Βρετανός ζωγράφος, συγγραφέας, ποιητής και ερμηνευτής που μετακόμισε στην εκεί το 1950 για να ανοίξει με τον Mohamed Hamri ένα εστιατόριο που ονομαζοταν «Οι Χίλιες και μία νύχτες» οπου έπαιζαν μουσική οι Βερβέροι Σούφι, Master Musicians of Jajouka από το χωριό Jajouka. Με αυτούς έπαιξε αργότερα και ο Brian Jones των Rolling Stones στο άλμπουμ “Brian Jones Plays With The Pipes Of Pan At Joujouka” το 1971.

Ο Geoff Dyer είναι ο συγγραφέας του ταξιδιωτικού βιβλίου “Yoga for People Who can’t be Bothered to Do It” και το 1983 είχε ενα ατυχές συμβάν με κάποιες παράνομες ναρκωτικές ουσίες στο Μαρόκο.

25 χρόνια αργότερα επέστρεψε για να βρεί τί ειχε απομείνει απο τους χίππηδες στην χώρα, να αντιμετωπίσει εκείνη την κακή εμπειρία του και να περιγράψει στην εφημερίδα Guardian τι είχε βρεί…

«Ως επιμελής ρεπόρτερ εψάχνα για σημάδια εναπομείναντως χιππισμού. Δεν υπήρχαν. Ή τουλάχιστον υπήρχαν κάτι λίγα, όπως ο τύπος με το σακίδιο στην πλάτη, στο Cafe des Epices στο Place Rahba Qedima, που διάβαζε το “Hideous Kinky” (μια αυτοβιογραφική νουβέλα της Esther Freud, δισέγγονης του Sigmund Freud και κόρης του Βρετανού ζωγράφου Lucian Freud). Υπήρχαν επίσης λεπτομέρειες που είχαν γίνει μέρος της καθημερινής ζωής παντού: κεριά, θυμιάματα, κοσμήματα, χάντρες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Στην Ινδία, ειδικά στη Goa, μπορεί κάποιος ακόμα να συναντήσει πενηντάρηδες και εξηντάρηδες που πήγαν εκει στην δεκαετία του ’70 και έμειναν, κάνοντας γιόγκα, διαλογισμό και άλλα τέτοια, αόριστα ανατολικά. (Εγιναν οι παπούδες της psy-trance σκηνής των 90ς). Αυτά τα άτομα απουσίαζαν απο το Μαρακές. Για να καταλάβουμε τι απέγινε η μαγεία στο Μαρόκο, έπρεπε να επιστρέψουμε και πάλι, στους νονούς της hippy σκηνής, στους Ginsberg, Burroughs και Kerouac, τους Beats, που ήρθαν εδώ στα τέλη της δεκαετίας του 1950

Στη δεκαετία του ’60, καθώς οι beatniks έδωσαν τη θέση τους στους hippies, η αυξανόμενη δημοτικότητα του Βουδισμού και του Ινδουισμού έστρεψε το μονοπάτι προς τα ανατολικά. Το πιο διάσημο παράδειγμα ήταν, το επιβλητικό ταξίδι των Beatles για να δούν τον Maharishi Mahesh Yogi στην Ινδία.

Ο Christian Caryl στο άρθρο του «Οταν το Αφγανιστάν ήταν απλά μια στάση στο Χίππικο μονοπάτι» αναφέρει…

«Στις αρχές του 21ου αιώνα, έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε το Αφγανιστάν ως τόπο καταραμένο από εναν αιώνιο πόλεμο, μια ατέρμονα αιμορραγική πληγή στο παγκόσμιο πολιτικό σώμα. Αυτό που παραβλέπουμε είναι ότι αυτή η εικόνα της χώρας είναι μια πρόσφατη εφεύρεση, η οποία εχει να κάνει με το πρόσφατο παρελθόν της. Στη δεκαετία του 1970, πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος, η κοινή άποψη για το Αφγανιστάν ήταν απόλυτα διαφορετική – ήταν περισσότερο κάτι σαν το Μπαλί ή το Μπουτάν, από οτι ενα γεωπολιτικό πρόβλημα. Αυτά ήταν τα χρόνια του «Χίππικου Μονοπατιού», όταν οι αυτοαποκαλούμενοι “ταξιδιώτες του κόσμου” συσσωρεύονταν σε μεταχειρισμένα βανάκια Volkswagen και ξεκινούσαν για ένα μονοπάτι εσωτερικής ανακάλυψης που οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη στο Κατμαντού.

Το Αφγανιστάν δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού, αλλά ήταν σίγουρα ψηλά στις προτιμήσεις. “Η Herat [στα σύνορα με το Ιράν] ήταν ο πρώτος πραγματικός προορισμός στο Χίππικο Μονοπάτι”, θυμάται ένας ταξιδιώτης. “Η παρανοία του καταπιεστικού ελέγχου στην Τουρκία και στο Ιράν έμενε πίσω για μια πιο άγρια αλλά φιλόξενη κατάσταση αναρχίας.” Οι Αφγανοί φαίνονταν να αγαπούν τους ξένους. Μπορούσες πάντα να βρεις κάποιον που θα σου διέθετε κάμποσο απο τον χρόνο του για μια φιλική συνομιλία – ή για μια κοινή δειγματοληψία από το πολύ καλό τοπικό χασίς. Όλοι φαίνονταν να το καπνίζουν. Και οι τιμές ήταν τόσο χαμηλές που δεν παλεύονταν. Ναι, φυσικά, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της τοπικής κοινωνικής εξαθλίωσης. Αλλά σίγουρα η καλύτερη θεραπεία για αυτούς τους ανθρώπους ήταν να ξοδέψετε με κάποιον τρόπο τα χρήματα σας στον τόπο τους.

Στην Καμπούλ θα μπορούσατε να μείνετε στο Sigi’s Hotel, ένα ορόσημο στο μονοπάτι. Δεδομένου ότι το δολάριο ή το Γερμανικό μάρκο διένυαν μια τόσο μεγάλη απόσταση στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του 1970, θα μπορούσατε εύκολα να μείνετε εκεί για εβδομάδες, μαστουρώνοντας, να γευτείτε φθηνά κεμπάπ ή να βγείτε έξω στους φανταστικούς αρχαιολογικούς χώρους που ήταν σπαρμένοι στην πόλη και τα περίχωρα της. (Οι πραγματικοί χίππηδες απολάμβαναν ιδιαίτερα την επικοινωνία με τους γιγαντιαίους Βούδες που είχαν χαραχθεί σε μια βουνοπλαγιά στο Bamiyan, μια μέρα περίπου απόσταση από την πρωτεύουσα.) Στη συνέχεια, όταν θα έφτανε η ωρα, θα μπορούσατε να συνεχίσετε το ταξίδι σας μέχρι το Νεπάλ, το El Dorado για τους χρήστες παραισθησιογόνων ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, οι συχνοί επισκέπτες του μονοπατιού θυμούνται την παραμονή τους στο Αφγανιστάν – στο εύθραυστο Αφγανιστάν – με ιδιαίτερη αγάπη.

Αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Οι Δυτικοί που ζούσαν στην πραγματικότητα στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’70, στις περιηγήσεις τους οταν κάνανε την θητεία τους με το Ειρηνευτικό Σώμα ή με τα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα, αγάπησαν τον τόπο για τον χαλαρό εξωτισμό του. Εάν χρειαζόσουν μια κομψή πολυτέλεια, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να πας σε ένα από τα κλαμπ για αλλοδαπούς που προσέφεραν όλες τις ανέσεις ή να επισκεφτείς το Hotel Intercontinental για μια βουτιά στην υπέροχη πισίνα του. Ηταν μια μικρή αμαρτία. Ένας Αμερικανός φοιτητής γυμνασίου, ο πατέρας του οποίου είχε κάποια δουλειά να κάνει στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, δεν φοβόταν εκείνη την εποχή να πάρει το λεωφορείο για το Πεσαβάρ, πέρα από τα σύνορα στο Πακιστάν, και να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο.

Τέτοιες απόψεις δεν ήταν εντελώς απατηλές. Στην αρχή της δεκαετίας του 1970, το Αφγανιστάν ήταν αναμφισβήτητα φτωχό και υποβαθμισμένο, αλλά φάνηκε να σημειώνει αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθειά του να αγκαλιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην έκδοση του οδηγού που έγραψε για την Καμπούλ, το 1971, η Αμερικανίδα συγγραφέας Nancy Hatch Dupree στεναχωριόταν επειδή δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τα αξιοθέατα μιας πόλης στην οποία η “αλλαγή είναι αχαλίνωτη”. Αλλά ήταν αποφασισμένη να καταγράψει τις υπόλοιπες ομορφιές που παρέμειναν – όπως το εστιατόριο Khyber στον πρώτο όροφο του υπουργείου Οικονομικών στην πλατεία Pushtunistan: “Είναι ένα δημοφιλές σημείο συνάντησης στην Καμπούλ, ειδικά το καλοκαίρι, όταν τραπέζια πεζοδρομίων που βρίσκονται κάτω από χαρωπές ομπρέλες φιλοξενούν κουρασμένους περιηγητές. Ο Κινηματογράφος Ariana δίπλα στο εστιατόριο προβάλει ξένες ταινίες σε πολλές διαφορετικές γλώσσες.“»

Η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση έφτιαξαν από κοινού μια καταπληκτική, απίστευτα ομαλή εθνική οδό που διέρχεται από το κεντρικό Αφγανιστάν. Κάποτε στην Καμπούλ, υπήρχαν ομοϊδεάτες χίπηδες παντού, ειδικά γύρω από την οδό Chicken Street και την οδό Green Doors. Μερικοί απο αυτούς έστησαν αξιοπρεπείς επιχειρήσεις εισαγωγής-εξαγωγής  χειροποίητων αφγανικών γαμήλιων παλτών, τα οποία ήταν της μόδας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’60».

Αυτή η εισροή νεαρών μακρυμάλληδων απο την δύση προξενούσε περιέργεια στους ντόπιους, οι οποίοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήταν συνηθισμένοι σε τουρίστες κάθε είδους τότε. Αλλά ήταν γενικά φιλόξενοι και πολλοί βρήκαν καλοσυνάτους τρόπους για να αντλήσουν επιπλέον έσοδα. Την εμπειρία αυτή διακωμωδεί το 1971 η Ινδική κινηματογραφική ταινία “Hare Rama Hare Krishna”, σε μια σκηνή της οποίας εμφανίζονται μερικοί hippies να καπνίζουν χασίσι με τα πιπάκια τους ενω ακουγεται το εξαιρετικά δημοφιλές την εποχή εκείνη, τραγούδι “Dum Maro Dum” της Asha Bosle.

Οι hippies ξόδευαν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας με τον ντόπιο πληθυσμό από οτι οι παραδοσιακοί τουρίστες και δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για πολυτελή καταλύματα, ακόμα κι αν μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά (κάτι που λίγοι απο αυτούς μπορούσαν) ενω μερικοί την έβρισκαν με την φύση. Φυσικά, ήταν ακόμα πραγματικοί τουρίστες, αν και διαφορετικού είδους, και ο ηδονισμός ήταν ο πρωταρχικός τους στόχος.

Ένα ινδικό hotspot που ονομαζόταν Crank’s Ridge προσέλκυσε ακόμα περισσότερες διασημότητες, έχοντας κερδίσει μια ενδιαφέρουσα φήμη ως “κέντρο θετικής ενέργειας”. Ολοι, από τον Timothy Leary ως τον Cat Stevens το επισκέφθηκαν, ενω ενας ντόπιος ακόμα θυμάται εκείνον τον ξένο “που τραγουδούσε πολύ μαζί με τον φίλο του και περιπλανιόταν στην γύρω περιοχή με την κιθάρα του.” Αυτός ήταν ο Bob Dylan.

Δεν είχαν όλοι οι ταξιδιώτες μακριά μαλλιά και δεν άκουγαν ολοι rock’n’roll. Ουτε είχαν διαβάσει όλοι την Ωδή του Allen Ginsburg που είχε γράψει στο περιοδικό The Atlantic για το νόμιμο κάπνισμα της μαριχουάνας στην Ινδία. Και δεν έκαναν ολοι αυτοί ναρκωτικά. Αλλά σε γενικές γραμμές – και λόγω του εύρους του μονοπατιού, θα πρέπει να γενικεύσουμε και να πούμε πως το έκαναν.

ΥΠΗΡΧΑΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Κατά κάποιο τρόπο, η αναζήτηση ναρκωτικών δεν φαινόταν να παρεμποδίζει την εμπειρία, αλλά να διευκολύνει πραγματικά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτισμών. Να το εξηγήσουμε αυτό:

Σε μία από τις λίγες απόπειρες μιας ολοκληρωμένης καταγραφής της ιστορίας του «Χίππικου Μονοπατιού» από τους συγγραφείς Sharif Gemie και Brian Ireland, μπορείτε να βρείτε μια έκθεση της Daily Express του 1967, που εκτιμά ότι το ένα τέταρτο αυτών των προσκυνητών ήταν εθισμένοι στα ναρκωτικά. Ο Observer με τη σειρά του το περιέγραψε ως “μια ετήσια πλημμύρα δεκάδων χιλιάδων νέων που αναζητούν αφγανικό όπιο και ηρωίνη“.

Οι συγγραφείς ονομάζουν αυτές τις αναφορές “ευαισθητοποιημένες” και είναι δύσκολο να μην καταλάβουμε την επιθυμία των εφημερίδων να παρουσιάσουν τους χίπις σαν τους κακούς που έχουν βγεί για να καταστρέψουν την αξιοπρεπή κοινωνία μας. Παρόλα αυτά, τα ναρκωτικά έπαιξαν κάποιο ρόλο στο μονοπάτι και μπορούσες εύκολα να τα βρείς σε κάποιες συγκεκριμένες τοποθεσίες. Όπως σημειώνουν ο Gemie και ο Ireland, ένας ταξιδιώτης θυμήθηκε ότι «υπήρχαν πολλοί … που είχαν το Αφγανιστάν για τελικό τους προορισμό λόγω της αφθονίας και της χαμηλής τιμής της μαριχουάνας».

Μερικοί τρομοκρατήθηκαν αρκετά από τη στάση ορισμένων κυβερνήσεων σχετικά με την πορεία προς τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, το οποίο παρουσίαζε σε κοινή θέα κάποιες αποτυχημένες συσκευές λαθρεμπορίου στα σύνορά του με το Αφγανιστάν. Και αν έχετε δει το Midnight Express, θα είστε εξοικειωμένοι με την πολιτική της Τουρκίας για την μηδενική ανοχή στα ναρκωτικά.

«Κάποιοι προσελκύονταν από άφθονα φάρμακα όπως το χασίς και το όπιο. Ένας τρόπος που περνούσαν λαθραία τα ναρκωτικά μέσα απο το Ιράν και την Τουρκία ήταν να τα σφραγίσουν σε βαζάκια μαρμελάδας με το αστείο όνομα «Μαρμελάδα Kandahar

«Πολλοί ταξιδιώτες αισθάνθηκαν εκφοβισμένοι από το νέο περίεργο περιβάλλον τους» γράφουν ο Gemie και ο Ireland, και συνεπώς έμεναν προσκολλημένοι στο λεωφορείο, στην ομάδα τους ή στα καφέ και τα ξενοδοχεία οπου σύχναζαν οι λευκοί πελάτες. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τους καπνιστές που πήγαιναν σε αυτα τα μέρη συχνότερα, παίρνοντας πρωτοβουλίες, έμαθαν βασικές φράσεις σε ξένες γλώσσες, συναντήθηκαν με τους ντόπιους και στη συνέχεια τους ακολούθησαν μέσα σε σκοτεινά σοκάκια».

Έπρεπε να μάθεις λίγο απο την γλώσσα, να πάρεις μερικά ρίσκα, και να πετύχεις κάποιους τοπικούς αξιοθαύμαστους στόχους που δεν ήταν για να διαφημίζονται. Για τους πιο ατρόμητους, αν ήσουν ρεαλιστής, οσο δηλαδή ηταν αυτό δυνατό, ολη αυτή η ιστορία ήταν κάτι σαν διαγωνισμός.

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Το 1957, η Indiaman Bus Company πιθανότατα έγινε η πρώτη επιχείρηση που έκανε το ταξίδι από το Λονδίνο ως την Βομβάη, και η επιτυχία ήταν τέτοια που δημιουργήθηκαν αντίγραφά της όπως η εταιρία Swagman Tours και το γνωστό Magic Bus που ανέφερα αρχικά, τα οποία μετέφεραν hippies αλλά και οποιονδήποτε άλλον ήθελε, προς και από τα διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής.

Το ταξίδι με το λεωφορείο, ήταν σχεδόν σαν να βλέπουμε τηλεόραση“, έγραψε ο συγγραφέας John Worrall, στο “Μονοπάτι προς το Κατμαντού” το ’72.

Αλλοι τολμηροί εξερευνητές οδήγησαν τα αυτοκίνητά τους οι ίδιοι, ή πήραν τρένα, και άφθονοι έκαναν ωτοστόπ. Ο απώτερος στόχος τους ήταν να είναι “ταξιδιώτες” και όχι “τουρίστες”. Ήταν φυσικό να μην τους αρέσει το λεωφορείο, ακόμα κι αν οι ξεναγήσεις με αυτό, συχνά λειτουργούσαν ως σημείο εκκίνησης για να αποκτήσει ο ταξιδιώτης αυτοπεποίθησή και να βγεί εξω για να κάνει το υπόλοιπο ταξίδι απο μόνος του.

Rory-MacLean

Αλλά χωρίς λεωφορεία και καθώς μέχρι τη δεκαετία του ’70, δεν υπήρχαν τουριστικοί οδηγοί, πώς θα μπορούσες να μάθεις από πού να ξεκινήσεις; Πώς θα μπορούσες να γνωρίζεις ποιους  κινδύνους να αποφύγεις; Με τόσους πολλούς ανθρώπους στο μονοπάτι, οι ταξιδιώτες πληροφορούνταν από στόμα σε στόμα όταν βρισκόντουσαν σε κοινές στάσεις –  καταλύματα, κάμπινγκ, καφετέριες,και σύνορα – για πληροφορίες. Ετσι δημιουργήθηκε μια κοινότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούσε πλέον να καταστρέψει το ίδιο πράγμα που δήλωνε ότι λατρεύει.

Στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, οι επισκέψεις ολων εκείνων των Beat συγγραφέων πιθανόν να έφεραν τους hippies στην πόλη, πιθανόν να της έκαναν κακό κιόλας. Ο φίλος του Paul Bowles, Mohammed Mrabet θρήνησε την έλξη που ασκούσαν τα γραπτά του Kerouac και του Burroughs πάνω στους ανθρώπους. Σε συνέντευξή του στην Ουάσιγκτον Ποστ, τους κατηγόρησε οτι με τα συγγράμματά τους προσέλκυσαν «τρελούς ανθρώπους» και «χρήστες ναρκωτικών».

Ο ίδιος ο Burroughs στο «Γυμνό Γεύμα» περιγράφει μια σκηνή από την Ταγγέρη που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον λόγο αυτής της περιφρόνησης απο τον Mrabet:

Μέσα από ανοιχτές πόρτες, τραπέζια και καμπίνες και μπαράκια, κουζίνες και λουτρά, γαμιούνται ζευγάρια πάνω σε σειρές από χάλκινα κρεβάτια, ζευγαράκια διασταυρώνονται χιλιάδες αιώρες, πρεζάκια προσπαθούν να «σουτάρουν», καπνιστές οπίου, καπνιστές χασίς, άνθρωποι τρώνε καθώς κάνουν μπάνιο μέσα σε μια ομίχλη καπνού και ατμού.

Ως πρόγονος του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα μιας πόλης λόγω του τουρισμού, οι χίπηδες μάλλον έκαναν ενα κακό προηγούμενο. Ακόμα κι έτσι όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε παρα να θαυμάσουμε σχετικά με την ζωή τους στο μονοπάτι. Στην μεγάλη τους προσπάθεια να πετύχουν κάτι, έγιναν μια κοινότητα εξερευνητών, που εμπνέονταν ο ένας απο τις ιστορίες του άλλου, προσπαθώντας να έχουν τις πιο αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, εκείνες που θα τους άλλαζαν την ζωή. Είναι κάτι που όλοι μπορούμε να επιδιώξουμε ακόμα και σήμερα.

ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ

Το Αφγανιστάν περιγράφεται συνεχώς ως ένα από τα πιο χαλαρά σημεία του «χίππικου μονοπατιού». Ήταν τόσο ελκυστικό που το 1973, οι συγγραφείς που ξεκίνησαν τον ταξιδιωτικό οδηγό Lonely Planet, έγραψαν ότι η Καμπούλ έχασε τον χαρακτήρα της, κινδυνεύοντας να γίνει μια «παγίδα τουριστών».

Η σοβιετική εισβολή το 1979 τα τελείωσε όλα αυτά και ο φίλος μου που έπαιρνε κάποτε το Magic Bus για να ερθει απο την Αγγλία, βρέθηκε το  1982 στην μέση αυτού του πολέμου για να κάνει δύο ντοκιμαντέρ σχετικά με την κατάσταση στο Αφγανιστάν: το “Warriors of God” και το “Victims of the Bear” (το δεύτερο το βάζω εδω για όποιον θέλει να το δεί και θα βρεί ευκολα και το άλλο…)

Επίσης, η αγωνία στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή αυξήθηκε περισσότερο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η επανάσταση στο Ιράν σήμαινε ότι τα σύνορά της ήταν μόνιμα κλειστά για τους δυτικούς ταξιδιώτες. Ένας συγγραφέας έθεσε καλύτερα τις πολιτιστικές αλλαγές, εξηγώντας ότι “οι ραδιοφωνικοί σταθμοί άλλαξαν το Blue Oyster Cult για ομιλίες του Αγιατολάχ Χομεϊνί“.

Αλλού, ένας εμφύλιος πόλεμος έπληξε τον Λίβανο. Το Κασμίρ γινόταν πιο επικίνδυνο. Το τοπίο άλλαζε. Το 2001, οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τους Βούδες του Bamiyan.

Οι χίππηδες που ηταν κατά του πολέμου, τον είδαν να καταστρέφει το μονοπάτι τους.

 
Leave a comment

Posted by on August 28, 2019 in Politics, Publications, Reflections

 

Ο Φόβος και η Οργή του Hunter S. Thompson

Δεν θυμάμαι πότε και πως ανακάλυψα τον Hunter S. Thompson.

Ισως ηταν to 1998 χάριν στην ταινία του Terry Gilliam, “Fear and Loathing in Las Vegas”.

Πραγματικά δεν θυμάμαι, αλλά έβρισκα πολύ έξυπνα και ειλικρινή αυτά που έλεγε αλλά ταυτόχρονα και αστεία.

Για παράδειγμα, αυτό που είχε δηλώσει στις 15 Φεβρουαρίου του 1973, στο περιοδικό Rolling Stone, πως “Αν είχα γράψει την αλήθεια γι αυτά που γνώριζα τα τελευταία δέκα χρόνια, περίπου 600 άνθρωποι – εμού συμπεριλαμβανομένου – θα σάπιζαν σήμερα σε διάφορες φυλακές απο το Rio ως το Seattle. Η απόλυτη αλήθεια είναι ένα πολύ σπάνιο και επικίνδυνο εμπόρευμα οταν μιλάμε για επαγγελματική δημοσιογραφία.

Η αλήθεια είναι πως επρόκειτο για μια αρκετά ιδιαίτερη προσωπικότητα, που τρελαινόταν να ακούει μουσική και ήταν γνωστό πως σε όλη του την ζωή έπινε αλκοόλ, έπαιρνε ναρκωτικά, λάτρευε τα πυροβόλα όπλα, έχοντας μια τεράστια συλλογή περιστρόφων, καραμπινών και διαφόρων αυτόματων και ημι-αυτόματων όπλων, καθώς και αναρίθμητα δακρυγόνα, ενώ περιφρονούσε την εξουσία και τον αυταρχισμό.

Φυσικά, όντας χρήστης ο ίδιος, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της νομιμοποίησης των ναρκωτικών και έμεινε γνωστός για τις λεπτομερείς καταγραφές της χρήσης των δικών του ναρκωτικών.

Σε κάποια συνέντευξή του το 1997 είχε δηλώσει πως «τα ναρκωτικά πρέπει να νομιμοποιηθούν. Μπορεί να φανεί σκληρό στην αρχή σε κάποιους, αλλά νομίζω ότι είναι ο μόνος τρόπος να ασχοληθούμε σοβαρά με τα ναρκωτικά. Πάρτε για παράδειγμα την ποτοαπαγόρευση. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει κάποιους εγκληματίες πλούσιους.»

ΑΓΟΡΑΣΕ ΤΟ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ, ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΒΟΛΤΑ

Οπως λέει ο Nick Nolte στο ντοκυμαντέρ “Buy the Ticket, Take the Ride” «ο Hunter S. Thompson βρέθηκε στο επίκεντρο του λαβυρίνθου στον οποίο μπήκε η Αμερικάνικη κουλτούρα στα ‘60ς και στα ‘70ς.

Για μιά δεκαετία, απο το 1965 ως το 1975, ο Thompson βρέθηκε στην κορυφή, λές και ήταν πλασμένος για τα ‘60ς και τα ‘70ς.

Σύμφωνα με τον ηθοποιό Harry Dean Stanton «ήταν ενας μοναδικός τύπος, ήταν ενας τρελός, ενας θεότρελος ποιητής.»

Η ταινία “Fear and Loathing in Las Vegas” είναι αυτή που έκανε ευρέως γνωστό τον Hunter S. Thompson πέρα απο τα Αμερικάνικα σύνορα και ισως είναι ο λόγος που ήρθα κι εγω για πρώτη φορά σε επαφή με τον έργο του.

Πρόκειται ουσιαστικά για την κινηματογραφική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου που κυκλοφόρησε ο Hunter S. Thompson το 1971, με πλήρη τίτλο “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream”.

Περιγράφει τα δύο ταξίδια που έκανε ο συγγραφέας το 1971 με τον δικηγόρο και ακτιβιστή για τα δικαιώματα των (Chicano) Μεξικάνων, Oscar Zeta Acosta, στο Las Vegas οπου πήγε για να καλύψει κάποιους ποδηλατικούς αγώνες για λογαριασμό του περιοδικού Rolling Stone, αλλά αντί αυτού πέρασαν ολο το ταξίδι λιώμα απο διάφορα ψυχεδελικά ναρκωτικά που έπαιρναν ασταμάτητα…

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκονται, ο δηλωμένος θαυμαστής του Thompson, Johnny Depp και ο Benicio Del Toro.

GONZO – ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Το στυλ της δημοσιογραφίας του Hunter S. Thompson ονομάζεται Gonzo δημοσιογραφία και ουσιαστικά δεν έχει σκοπό της να είναι αντικειμενική.

Συνήθως ο δημοσιογράφος είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας και αφηγήται τις εμπειρίες και τα συναισθήματά του σε πρώτο πρόσωπο, αυτοσαρκαζόμενος, και κάνοντας κοινωνική κριτική, σε αντίθεση με την παραδοσιακή δημοσιογραφία, η οποία κρατά μια απόσταση, ενώ βασίζεται σε γεγονότα και μαρτυρίες οι οποίες μπορούν να εξακριβωθούν από τρίτους.

Η ορος “gonzo” πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1970 από τον εκδότη της The Boston Globe, Bill Cardoso για να περιγράψει το άρθρο του Thompson “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved“, το οποίο γράφτηκε για το περιοδικό Scanlan’s Monthly.

Οταν ρώτησαν τον Cardoso τι σημαίνει η λέξη “gonzo” εκείνος δήλωσε πως στην Ιρλανδική αργκώ της Νότιας Βοστόνης, περιγράφει τον τελευταίο άνδρα που καταφέρνει να στέκεται όρθιος μετά από μια νύχτα μπεκρουλιάσματος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν μια παραφθορά της γαλλο-καναδέζικης λέξης “gonzeaux“, που σημαίνει “λαμπερό μονοπάτι”, αν και αυτό αμφισβητείται…

Μια άλλη εικασία είναι ότι η λέξη μπορεί να έχει προέλθει από ενα τραγούδι του 1960 με τίτλο “Gonzo” του μπλουζ πιανίστα απο την Νέα Ορλεάνη, James Booker. Αυτή η πιθανότητα έχει υποστηριχθεί και απο τον ιδιο τον Thompson σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2007, οπου δήλωνε ότι ο όρος προέρχεται από ένα τραγούδι του Booker, αλλά δεν εξηγεί γιατί ο Thompson ή ο Cardoso επέλεξαν αυτό τον όρο για να περιγράψουν αυτού του είδους την δημοσιογραφία.

Ο Thompson βάσισε το στυλ του στην αντίληψη του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα  William Faulkner πως “η φαντασία είναι συχνά το καλύτερο γεγονός.

Δεν τον ενδιέφερε να πεί τα πράγματα ακριβώς ως είχαν.

Ενώ οσα περιέγραφε βασίζονταν σε πραγματικά γεγονότα, χρησιμοποιούσε σατυρικούς μηχανισμούς ωστε να πετύχει τον στόχο του. Συνήθως έγραφε για τα ψυχεδελικά ναρκωτικά και το αλκοόλ έτσι ωστε να προσθέτει μια υποκειμενική οπτική στα όσα περιέγραφε.

Απεχθάνομαι να υπερασπίζομαι τα ναρκωτικά, το οινόπνευμα, τη βία ή την παραφροσύνη σε οποιονδήποτε, αλλά πάντα δούλευαν για μένα” δήλωνε συχνά.

Το 1998, ο Αμερικάνος, αναλυτής, δημοσιογράφος και συγγραφέας Christopher Locke υποστήριξε οτι τα ηλεκτρονικά περιοδικά, τα webzines, ως είδος, είναι απόγονοι της gonzo δημοσιογραφίας.

HELL’S ANGELS – ΜΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΡΧΗ

Ο Thompson εμφανίστηκε στα γράμματα για πρώτη φορά το 1967, με την έκδοση του βιβλίου του “Hell’s Angels: The Strange and Terrible Saga of the Outlaw Motorcycle Gangs” το οποίο έγραψε ακολουθώντας για ενα χρόνο την συμμορία των Hell’s Angels του San Francisco και του Oakland, ωστε να ζήσει απο πρωτο χέρι την ζωή και τις εμπειρίες των μελών της λέσχης.

Εκείνη την εποχή οι Hell’s Angels κατηγορούνταν για διάφορες εγκληματικές ενέργειες (τέσσερα χρόνια αργότερα θα σκότωναν τον 18άχρονο Meredith Hunter στο φεστιβάλ του Altamont) ενω οι New York Times εγραφαν πως ο Thompson μιλούσε στο βιβλίο του για “έναν κόσμο που οι περισσότεροι από εμάς δεν θα τολμούσαν ποτέ να πλησιάσουν.

Είχε κάνει βέβαια την παράτολμη κίνηση να είναι ειλικρινής απο την αρχή με τον πρόεδρό τους, συγγραφέα, ηθοποιό και καταδικασμένο εγκληματία Ralph “Sonny” Barger (πρωτοεμφανίστηκε σε ταινία το 1968 στο “Angels From Hell”, σε τρία επεισόδια της σειρας “Sons of Anarchy” απο το 2010 ως το 2012 και στην ταινία “Dead in 5 Heartbeats” το 2013) αλλά δεν το έκρυψε ουτε απο τους υπόλοιπους, πως ήταν δημοσιογράφος, πράγμα πολύ επικίνδυνο μιας και οι Hell’s Angels δεν εμπιστεύονταν καθόλου τα Μέσα Ενημέρωσης.

Στις συνεντεύξεις τους στο κασετόφωνο, τα μέλη της λέσχης ήταν ειλικρινή αλλά μετά εξέταζαν για καλό και για κακό τα κείμενα του Thompson ωστε να ελέγχουν αν τα έχει γράψει οπως του τα είπαν.

Μάλιστα, προς μεγάλη απογοήτευση της γυναίκας του και των γειτόνων, κάποτε τον επισκέφτηκαν στο διαμέρισμά του στην 318 Parnassus Avenue στο San Francisco, αλλά εκείνος δεν φάνηκε να έχει πρόβλημα.

Οταν «για πλάκα» τον απείλησαν πως θα τον χτυπήσουν, ξεκρέμασε το δίκαννό του απο τον τοίχο και τους απάντησε κι αυτός «αστειευόμενος» πως εντάξει, αλλά αρχικά θα πυροβολούσε δύο απο αυτούς.

Η σχέση του με την λέσχη τελείωσε όταν είχε ολοκληρωθεί και η δουλειά του.

Πιο συγκεκριμένα, έφαγε πολύ ξύλο απο τα μέλη, οταν είπε πως «μόνο ενας αλήτης χτυπά την συζυγό του» σε εναν απο αυτούς επειδή έδερνε την γυναίκα του.

Αν δεν έδιναν την εντολή οι αρχαιότεροι, να σταματήσει η κλωτσοπατινάδα, θα τον σκότωναν.

Το “Hell’s Angels” ήταν το βιβλίο που εκτόξευσε την καριέρα του Thompson.

A DAY AT THE RACES

Το 1970 o Thompson έβαλε υποψηφιότητα για σερίφης του Pitkin County στο Colorado, αλλά δεν τα κατάφερε και την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε το άρθρο με τίτλο “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved” που ανέφερα πιο πάνω.

Ουσιαστικά, το άρθρο γράφτηκε ως εξής:

Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία για να παραδώσει στους συντάκτες του περιοδικού Scanlan’s Monthly, το κείμενο που υποτίθεται πως θα είχε γράψει σχετικά με τις ιπποδρομίες στο Kentucky, εκείνος, χωρίς να εχει γράψει κάποια συγκεκριμένη ιστορία, άρχισε να σκίζει σελίδες απο το σημειωματάριό του, να τις αριθμεί και να τους τις στέλνει.

Τις συνόδευαν σκίτσα του Ralph Steadman (η πρώτη από τις πολλές συνεργασίες μεταξύ τους), και απο ολα αυτά, προέκυψε μια τρελή ιστορία γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο,  η οποία εγραφε πολύ λίγα για τον αγώνα, μιας και απο εκεί που καθόντουσαν οι δυό τους δεν μπορούσαν να δουν πολλά πράγματα αλλά εστιάζει περισσότερο στο εορταστικό κλίμα της Louisville (που ηταν η πατρίδα του Thompson), τα μεθύσια, την αγριότητα και την διαφθορά τις ημέρες πρίν και μετά τους αγώνες.

Η αφήγηση τελειώνει οπως συνήθιζε στα έργα του ο Thompson, με την γλυκόπικρη συνειδητοποίηση, μετά απο μέρες ακατάπαυστου παρταρίσματος και μεθυσιού, πως οι δυό τους είχαν γίνει ακριβώς το είδος των ανθρώπων που αρχικά σχεδίαζαν να διακωμωδήσουν.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Ιουνίου και θεωρείται, οπως είπα, η αρχή της Gonzo δημοσιογραφίας, εγκαθιστώντας τον ως συγγραφέα με πιστοποιητικά αντικουλτούρας.

GONZO KAI ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το 1971 ακολούθησε το μυθιστόρημα “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream” ξανά σε σκίτσα του Ralph Steadman.

Σχετικά με τον Oscar Zeta Acosta που συνόδευσε τον Thompson στα δύο ταξίδια του “Fear and Loathing in Las Vegas,” να σημειώσω εδω, πως τα ίχνη του χάθηκαν ενω βρισκόταν σε ενα ταξίδι στο Μεξικό, τον Μάϊο του 1974 και το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.

Ο τελευταίος που του μίλησε ήταν ο γιός του τηλεφωνικά.

Ο Thompson γνώρισε τον Acosta το 1967 και η γνωριμία τους αυτή έγινε η αιτία να γράψει ένα άρθρο σχετικά με την καταπίεση που ασκούνταν στους Μεξικάνους (Chicanos) των περιοχών του Μεξικού που κατέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες (Texas, Arizona, New Mexico, και California) στον Μεξικανο-Αμερικάνικο πόλεμο (1846-1848.)

Το άρθρο είχε τίτλο “Strange Rumblings in Aztlan,” εκδόθηκε απο το περιοδικό Rolling Stone στις 29 Απριλίου 1971, και ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα και την ατμόσφαιρα που περιέβαλλαν την αντίδραση της κοινότητας των Chicano στο Λος Άντζελες μετά τη δολοφονία του Rubén Salazar στις 29 Αυγούστου 1970, ημέρα της ιστορικής εθνικής πορείας των Chicano και του αγώνα κατά του πολέμου του Βιετνάμ.

Ο Salazar κάλυπτε τα γεγονότα της ημέρας ως αρθρογράφος για το περιοδικό Los Angeles Times και ήταν διευθυντής ειδήσεων του Ισπανόφωνου KMEX-TV του Λος Άντζελες. Μετά την ολοκλήρωση της πορείας, και καθώς έπινε μια μπύρα στο μπάρ του Silver Dollar Cafe, χτυπήθηκε στο κεφάλι από ένα δακρυγόνο που πυροδότησε ο βοηθός του σερίφη του Los Angeles, Tom Wilson. Και απο εκεί που δεν είχαν συμβεί έκτροπα, η μέρα μετατράπηκε σε ημέρα βίας λόγω και της απόφασης της αστυνομίας να διαλυθεί το πλήθος των 20.000 με 30.000 ανθρώπων που συμμετείχαν στην συγκέντρωση στο Laguna Park (σήμερα λέγεται  Ruben F. Salazar Park.)

Θέλοντας ο Thompson να συζητήσει με τον Acosta σχετικά με αυτά τα γεγονότα, μακρυά απο την πίεση της αστυνομίας του Los Angeles, και χωρίς να έχουν τον φόβο αντιποίνων απο τους Chicano (επειδή ο Acosta θα μιλούσε με κάποιον «καθεστωτικό» δημοσιογράφο) κάνανε τα ταξίδια στο Las Vegas τα οποία έγιναν η βάση για το “Fear and Loathing in Las Vegas”, με τον Acosta να παίζει τον ρόλο του  Dr. Gonzo.

Το 1977, η έρευνα του Thompson σχετικά με την εξαφάνιση του Acosta, με τίτλο “The Banshee Screams For Buffalo Meat,” δημοσιεύθηκε στο Rolling Stone.

Σύμφωνα με τον Thompson, παρότι ο Acosta ήταν κορυφαίος δικηγόρος, υπέφερε από εθισμό στις αμφεταμίνες και είχε αδυναμία στο LSD.

Το άρθρο ήταν η απάντηση του Thompson στις φήμες ότι ο Acosta ζούσε κάπου στο Μαϊάμι.

Εγραψε μάλιστα πως πίστευε ότι ο Acosta είτε δολοφονήθηκε από εμπόρους ναρκωτικών, είτε είχε πέσει θύμα πολιτικής δολοφονίας.

Ο Thompson είχε γνωστοποιήσει την αντιπάθεια που έτρεφε για τον Richard Nixon, για τον οποίο έλεγε πως αντιπροσώπευε “αυτή τη σκοτεινή, ένοπλη και ανυπόστατα βίαιη πλευρά του αμερικανικού χαρακτήρα” και πως ”ήταν το είδος του ανθρώπου που ενω σου έδινε το χέρι του, την ιδια στιγμή σε κάρφωνε στην πλάτη με το άλλο χέρι.

Το  “Fear and Loathing on the Campaign Trail ’72” ήταν μια σειρά άρθρων που έγραψε για το Rolling Stone τα οποία συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν με αυτό τον τίτλο.

Ο Thompson είχε ακολουθήσει όλο το “μονοπάτι της εκστρατείας” του κόμματος των Δημοκρατικών, υποστηρίζοντας απ την αρχή τον Γερουσιαστή George McGovern.

Ο Nixon, ως o επίσημος υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν εκανε μεγάλη εκστρατεία.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ

Η αρχή του τέλους για τον Thompson ήρθε μετά τον αγώνα πυγμαχίας ανάμεσα στον George Foreman και τον Muhammad Ali ο οποίος έμεινε στην ιστορία με το όνομα The Rumble in the Jungle (Βροντή μέσα στη ζούγκλα.)

Τον αγώνα κανόνισε ο πανούργος μάνατζερ Don King (δείτε σχετικά με το ποιόν του εν λόγω ατόμου την ταινία “Don King: Only In America“)και με πρόφαση πως οι δύο πυγμάχοι είναι μαύροι, κανόνισε να γίνει στην Αφρική, στο «Σταδιο της 20ης Μαϊου» της Κινσάσα, στο Ζαϊρ, το σημερινό Κογκό.

Ενα στάδιο στο οποίο ο τότε δικτάτορας εκτελούσε κόσμο και κοσμάκη αλλά βέβαια ούτε οι δύο πυγμάχοι, ούτε οι μουσικοί που έπαιξαν ο γνώριζαν…

Ηταν τόσο μεγάλη η διαφήμιση του αγώνα, στον οποίο ο Ali ήταν το αουτσάϊντερ, που ισως κάποιοι να θυμούνται το τραγούδι “In Zaire” του Αγγλου μουσικού Johnny Wakelin το 1976, αλλά ο ιδιος καλλιτέχνης είχε ηδη κάνει επιτυχία χαριν σε αυτόν τον αγώνα με το single “Black Superman (Muhammad Ali)” το 1974.

Πάντως διοργανώθηκε ενα μουσικό φεστιβάλ τριών βραδιών με τίτλο “Zaire 74”, απο τις 22 ως τις 24 Σεπτεμβρίου με την συμμετοχή των James Brown, Celia Cruz και των Fania All-Stars, B.B. King, Miriam Makeba, The Spinners, Bill Withers, The Crusaders, και Manu Dibango, το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδω, στο ντοκυμαντέρ του 2008 “Soul Power.”

Ο αγώνας προγραμματίστηκε για τις 4 το πρωί τοπική ωρα ωστε να μπορεί να μεταδοθεί ζωντανά στα κλειστά Αμερικάνικα τηλοπτικά κυκλώματα στις 10 το βράδυ, ωρα Ανατολικής ακτής.

Τον αγώνα παρακολούθησαν τηλεοπτικά πάνω απο ενα δισεκατομμύριο άνθρωποι με γύρω στα 50 εκατομμύρια απο αυτούς να τον δούν επι πληρωμή μέσω κλειστών καλωδιακών συνδέσεων κάνοντας τον αγώνα να αποφέρει 100 εκατομμύρια δολλάρια (510 εκ. σημερινά.)

Ο Hunter S. Thompson, ο οποίος είχε πάει στο Ζαϊρ ως απεσταλμένος του Rolling Stone, έχασε τον πυγμαχικό αγώνα γιατί είχε γίνει κόκκαλο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του και δεν έστειλε κανένα ρεπορτάζ στο περιοδικό.

Απο εκεί και πέρα ξεκίνησε η κατρακύλα.

Κάποιες δουλειές ακυρώθηκαν και μετά άρχισαν να κυκλοφορούν βιβλία τα οποία είτε συγκέντρωναν άρθρα πριν την εποχή της Gonzo δημοσιογραφίας είτε οτι είχε γράψει για το Rolling Stone.

Πέρα απο την ταινία με τον Johnny Depp, εκεί στις αρχές του ’80 είχε γυριστεί μια άλλη ταινία, απο τον  Art Linson, με τίτλο “Where the Buffalo Roam” και πρωταγωνιστές τον Bill Murray και τον Peter Boyle βασισμένη σε ιστορίες του Thompson συμπεριλαμβανομένης κι αυτής του “Fear and Loathing in Las Vegas.”

Ο ηθοποιός Bill Murray θυμάται πως στα γυρίσματα ο Thompson τον είχε συμβουλέψει «καλό είναι αρχικά να κάνεις τρελλά πράγματα γιατί οτι κάνεις μετά, θα φανεί νορμάλ…»

Στην δεκαετία του ’90 αναμενόταν να κυκλοφορήσει ενα νέο βιβλίο του αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

Απο το 1984 ως το 2004 το Rolling Stone δημοσίευσε συνολικά 17 ιστορίες του, με τελευταία μία σχετικά με τις προεδρικές περιοδείες των Bush και Gore.

Στις 20 φεβρουαρίου 2005, ο Hunter S. Thompson αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι, ενω μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο με την γυναίκα του.

Η κηδεία του έγινε υπο τους ήχους του “Mr. Tambourine Man” του Bob Dylan και του “Spirit in the Sky” του Norman Greenbaum.

Τα τρία εκατομμύρια που ήταν τα έξοδα της κηδείας, πληρώθηκαν απο τον Johnny Depp ενα τοποθετήθηκε ενα κανόνι σε ύψος 47 μέτρων το οποίο γέμισαν μεταξύ άλλων με τις στάχτες του Thompson και το οποίο όταν εκπυρσοκρότησε, σχηματίστηκε στον ουρανό το σήμα του Gonzo.

 

Tags: , , , , , ,

The Black Book, by Captain Swing

Rouska 1

Chaos, controversy, experimentation, finding one’s self in an endless sea of copycat cookie-cutter molds.  The late 70’s ushered in a new era in the world of music.  A period in music history that, to this day, thrives upon the rebellion against authority. Refusing to bow down to corporate mandates of how it’s supposed to be done.

And somewhere off the beaten path roamed a 16 year old who was about to take the world and put it exactly where he wanted it to be.  Right in the middle of the greatest musical revolution this one 16 year old with a penchant for release decided that Leeds, one of the most influential little spots on the planet, was about to be turned upside down.

The Black Book (The Life & Crimes of Richard Rouska) by Captain Swing

The Black Book (The Life & Crimes of Richard Rouska) by Captain Swing

The rest is history.  All bound up and neatly packaged between the covers of his latest release, “The Black Book (The Life & Crimes of Richard Rouska) by Captain Swing“.

Through the magic of the written word, Rouska takes an entire generational slice of life and reveals what it was like from day one.  The day the music world spun 360 degrees off its axis.  The day the Rouska Ethic would be born.

With a limited pressing of 250 hand-numbered editions, jam-packed with details, stories, and rarely seen (and some never-seen) photos, the birth of punk-rock, glam, and modernist revival are chronicled by one person who took the bull by the horns during the 80’s upheaval, making his own mark in the history of DIY non-conformist ethics.

Not available in any shops, you’ll have to take a spin by the 1977cc website for all the details, a few tidbits of history, and the golden-ticket order form.  It took all of a minute to place my own order and I can’t wait to get my hands on this book.  It looks to be a great read as I live through what I missed out on the first time around.

Grab your own limited copy, HERE.

 
Leave a comment

Posted by on April 3, 2014 in Books/Literary, Goth, etc., Publications

 

May brewings

 The month of May has brought us warmer weather, longer days, and much gothier nights.

New Zero God ushered in the the start of the month with their performance at PassPort Club in the heart of Piraeus.  The event was an open-door St. Paul High School’s Class of 1990 reunion fundraiser to benefit the Thiva-Lamia Women’s Prison. The stage was set for fellow schoolmates’ bands to entertain while raising money for a worthy cause. 

New Zero God kicked off the show.  Drummer, Dimitris “Sidheog” Steves, hammered skins for his classmates with songs like “Kiss the Witch“, “Bang Bang“, and The Flowers Of Romance classic, “Kashmir“, which was originally performed by New Zero God singer Mike Pougounas during his Flowers days.  Fellow NZG/FOR bassist Harris Stavrakas brought home the medley with his signature style while Michalis Christou strummed like no other guitarist before him.

The following clip is from that evening. 

While we’re on the topic of “Kashmir”, Cassandra’s Castle of Nightbreed Radio [UK] has announced their May 10 through June 9, 2011 schedule lineup, which includes “Kashmir”.  The next show will air on Tuesday, May 10 at 6 PM/UK | 8 PM/GR (repeated at Midnight/UK | 2 AM/GR) and will run for four weeks.

A live review was posted today at Dominion Magazine [UK] on New Zero God’s Sunday night performance at PassPort Club by the magazine’s newest correspondent, Thanos.  With all the focus on New Zero God and each NZG members years of contributions to the music scene, it was decided that a Greek journalist should be brought into the folds to let viewers know what else might be happening in this little country of ours. 

Thanos came up with THIS first part of the history of the Greek “dark” scene.

And since we’re on the subject of England, we should also mention that Dominion’s Radio Chart was released yesterday.  On it you will find Nexus, the prior band of Mike Pougounas and Dimitris Steves.  It is a huge honor to see songs of the past brought back to life in a country so far from our footsteps.

 

H. R. GIGER REVEALED

Tribute-Film / Documentary / DVD by Deep Side Production.

Directed by David N. Jahn, Let bizarre landscapes take you to the world of biomechanoids and aliens, erotomechanical constructions and devilish monsters where you lose your track of time and space.

You are about to watch two hours of unique private footage of Swiss surrealist and the world he created, digitally remastered moving collages of paintings from all important periods of his work.

The H. R. Giger DVD includes:
* Stuff that Giger always dreamt of, come to live!
* H. R. Giger’s work finally 3D animated!
* Erotomechanics fellatio, Biomechanical landscapes etc. all in motion.
* Interviews with artists like Ernst Fuchs, Ridley Scott, Debbie Harry
* Making Of the Alien and other sculptures.
* Rated for hardcore fans only!

H. R. Giger Revealed is a must-have for all Giger fans in the world. Packed in a luxurious double-wall slipcase, you’ll find a real collectors piece. Perfect Dolby and DTS 5.1 surround sound and lots of special features. The H. R. Giger DVD was specially designed and supervised by the artist himself. Don’t hesitate!

Check out our full DVD content or breath-taking video trailers.

The DVD is in stock, region free and available in both PAL and NTSC formats. Please expect 7-14 working days for delivery. Order it now securely with Paypal or at Amazon.co.uk.

 
Leave a comment

Posted by on February 20, 2011 in Documentaries, Publications

 

UK SUBS all NEW album on sale NOW!!!

 

Whilst the Punk community sit round and eagerly await the Queens Honours List (!) to see if U.K.Subs vocalist Charlie Harper has been knighted for Services to Punk Rock the man himself has continued to tour the world relentlessly. Now up to the letter “W” in the quest for an album for every letter of the alphabet, this is undoubtedly one of Sir Charlie and co.’s best efforts to date, a real bonefide Punk Rock classic. It features a great cover of The Sonics “Strychnine”, a co-write with Rancid’s Lars Frederiksen plus a dozen Subs originals – “Work In Progress” = 14 powerful, melodic and lyrically spot on Punk Rock anthems. 35 years on and still going strong. This is a classic and you should own it.

Disk 1: CREATION | TOKYO ROSE | HELL IS OTHER PEOPLE | THE AXE | RADIO UNFRIENDLY | THIS CHAOS | GURU | EIGHTEEN WHEELS | CHILDREN OF THE FLOOD | ALL BLURS INTO ONE | ROCK N ROLL WHORE | STRYCHNINE | ROBOT AGE

 

WORK IN PROGRESS - UK SUBS

 

http://www.captainoi.com/details.asp?CatNo=AHOY+CD+310

 

 

Grave Jibes Fanzine

In their own words: “Grave Jibes Fanzine was founded by Pall ‘Nattsol’ Zarutskiy on Oct, 2008. The original idea of the fanzine is publishing some information about post-punk, cold wave, death rock etc styles and bands which play this music.”

A Metro Decay interview can be found on Grave Jibes Fanzine here .

You can find all their issues here.

 

 
2 Comments

Posted by on August 4, 2010 in Publications