RSS

Category Archives: punk rock

Την μέρα που οι Sex Pistols νίκησαν τον νόμο…

Το εξώφυλλο του “Never Mind The Bollocks, Here’s the Sex Pistols”, του μοναδικού κανονικού άλμπουμ  που κυκλοφόρησαν οι Sex Pistols το 1977, δημιούργησε και νομικό προηγούμενο πέρα απο οτιδήποτε άλλο.

Μιας και τα μέσα ενημέρωσης αρνούνταν να το προβάλουν, η δισκογραφική εταιρία Virgin, ξεκίνησε μια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία στέλνοντας στα δισκοπωλεία αφίσες με το εξώφυλλο του άλμπουμ.

Η αστυνομία αντέδρασε απειλώντας με προσαγωγές και μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου η αστυνομικός Julie Dawn Storey κατάσχεσε αντίτυπα του άλμπουμ και συνέλαβε τον Chris Seale,  διευθυντή του καταστήματος της Virgin στο Nottingham, βάση ενός νόμου του 1889, για Απρεπή Διαφήμιση.

Η λέξη “Bollocks” (ως λέξη έχει μια σχέση με την λέξη αρχίδια χωρίς όμως να είναι τόσο προσβλητική, αλλά χρησιμοποιήται και για να πεις πως κάτι είναι ανοησία…) που υπήρχε στον τίτλο, ήταν αυτή που δημιουργούσε το πρόβλημα.

Αυτός ο νόμος έλεγε πως «είναι παράνομη κάθε απεικόνιση ή εκτύπωση ή εγγραφή υλικού το οποίο είναι απρεπούς ή προσβλητικής φύσεως» και είχε περάσει στο Αρθρο 5 απο την  Βικτωριανή εποχή οταν απαγόρευε «οποιαδήποτε διαφήμιση σχετικά με σύφιλη, γονόρροια, νευρική αδυναμία ή άλλη καταγγελία ή αναπηρία που προκύπτει απο ή είναι σχετική με συνουσία.»

Προφανώς το 1889 το Λονδίνο είχε κατακλυστεί απο διαφημίσεις που είχαν να κάνουν με φάρμακα για την καταπολέμηση των αφροδίσιων νοσημάτων οι οποίες είχαν εξοργίσει  καθώς πρέπει πολίτες οπως ο Δούκας του Aberdeen ο οποίος είχε διαμαρτυρηθεί στην Βουλή των Λόρδων σχετικά…

Αν και ο συγκεκριμένος νόμος είχε πολλά χρόνια να χρησιμοποιηθεί, τον επανέφεραν για να στηρίξουν τις κατηγορίες κατά του Chris Seale τον Νοέμβριο του 1977 και η δίκη καλύφθηκε με μιας ευρείας κλίμακας επίθεση απο τα μέσα ενημέρωσης, κατά των Sex Pistols και του punk γενικότερα.

Για την υπεράσπιση, η Virgin προσέλαβε τον John Mortimer, εναν δικηγόρο ο οποίος κάθε άλλο παρά απο τον κόσμο των Sex Pistols ήταν βγαλμένος, και μέχρι το 2009 που πέθανε σε ηλικία 85 ετών, παρέμεινε ως ενας απο τους πιο αγαπημένους δικηγόρους και μυθιστοριογράφους στη βρετανική ιστορία.

Ο Mortimer ήταν βετεράνος δικαστικών αγώνων κατά της λογοκρισίας.

Το 1968 είχε υπερασπιστεί με επιτυχία την Αγγλική έκδοση του βιβλίου “Last Exit in Brooklyn” του Hubert Selby Jr (συγγραφέα του “Ρεκβιεμ για Ενα Ονειρο”) αλλά έχασε τρία χρόνια αργότερα στην περίπτωση του βιβλίου “The Little Red Schoolbook” γραμμένο απο τους Δανούς δασκάλους Søren Hansen και Jesper Jensen.

Το βιβλίο αυτό ενθαρρύνει τους νέους να αμφισβητούν τα κοινωνικά πρότυπα και τους δίνει οδηγίες για το πώς να το κάνουν. Ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών απο την μεριά των πολιτικών, απαγορεύτηκε στην Ιταλία και την Γαλλία, και έγινε λόγος να καταστραφεί η πολιτική καριέρα ενος Ελβετού πολιτικού ο οποίος εκανε ολόκληρο αγώνα εναντίον του.

Ακόμα, είναι ο τίτλος του 12ου άλμπουμ που κυκλοφόρησε ο Momus το 1998 (τον μήνυσε η Wendy Carlos – η συνθέτης του soundtrack για το Κουρδιστό Πορτοκάλι – για ενα τραγούδι του άλμπουμ.)

Το 1976, ο Mortimer, υπερασπίστηκε τον συντάκτη του Gay News, Denis Lemon για το αδίκημα της δημοσίευσης του ποιήματος του James Kirkup “The Love that Dares to Speak its Name” με την κατηγορία της βλάσφημης δυσφήμησης. Ο Lemon έχασε την υπόθεση, αλλά την κέρδισε μετά απο έφεση.

Στη δεκαετία του 1960, ο Mortimer, είχε γράψει το βιβλίο “A Voyage Round My Father”, ένα αυτοβιογραφικό έργο για τη σχέση του με τον τυφλό του πατέρα (επίσης δικηγόρο) – το οποίο αργότερα έγινε τηλεοπτική ταινία με τους Laurence Olivier και Alan Bates. Εγραψε επίσης με τη σύζυγό του, το σενάριο για την ταινία που γύρισε το 1965 ο Όττο Πρέμινγκερ “Bunny Lake Is Missing” και το 1975 ξεκίνησε την σειρά μυθιστορημάτων με τον Horace Rumpole.

Ο Mortimer πίστευε απόλυτα στην ελευθερία του λόγου, πράγμα που τον έκανε την τέλεια επιλογή για την περίπτωση των Sex Pistols.

To website 20thcpunkarchives εξηγεί την στρατηγική της υπεράσπισης:

Ο John Mortimer έθεσε το ερώτημα γιατί ο Seale διώχθηκε επειδή εξέθετε το εξώφυλλο του δίσκου, ενώ δεν εκδιώχθησαν οι εφημερίδες που χρησιμοποίησαν την ίδια εικόνα ως φωτογραφία. Ο Mortimer συνέχισε να περιγράφει την ιστορία του όρου “Bollocks” και να τον εντοπίζει τις ρίζες του στον Μεσαίωνα. Υστερα συνέχισε φέρνοντας κάποιον καθηγητή Kingsley, επικεφαλής Αγγλικών σπουδών στο τοπικό πανεπιστήμιο του Nottingham. Ο Kingsley είπε στο δικαστήριο ότι ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί από το έτος 1000 για να περιγράψει μια μικρή μπάλα (ή πράγματα παρόμοιου σχήματος) και ότι εμφανίζεται σε Μεσαιωνικές Βίβλους, κτηνιατρικά βιβλία και στην λογοτεχνία μέσα στους αιώνες. Επίσης αποκάλυψε (χωρίς αυτό να αποτελεί έκπληξη) ότι χρησίμευσε επίσης ως μέρος για τοπωνύμια σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα φρύδια όλων σηκώθηκαν όταν ο Kingsley είπε ότι ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους κληρικούς του προηγούμενου αιώνα. Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται με παρόμοιο τρόπο όπως η λέξη ανοησίες για να περιγράψει έναν κληρικό που έλεγε κουταμάρες. Η υπεράσπιση συνέχισε να υποδηλώνει ότι ίσως η εισαγγελία δεν ενδιαφέρεται για την ευπρέπεια της εν λόγω λέξης, αλλά αντίθετα διεξήγαγε πόλεμο εναντίον της ίδιας της μπάντας. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο δικαστής συζήτησε για είκοσι λεπτά και απέρριψε όλες τις κατηγορίες εναντίον του Seale. Το εξώφυλλο του άλμπουμ των Sex Pistols βρέθηκε  “αξιοπρεπές” και έθεσε ένα προηγούμενο που θα προστάτευε άλλους ιδιοκτήτες καταστημάτων η οποίοι θα το εξέθεταν δημόσια.

Η ετυμηγορία, που δόθηκε από τον πρόεδρο της εδρας Douglas Betts, ήταν βαθιά κακόβουλη αλλά εντούτοις ευχάριστη για τους πάνκηδες σε ολα τα μέρη: «Όσο κι αν εγω και οι συνάδελφοί μου θρηνούμε με όλη μας την καρδιά για την χυδαία εκμετάλλευση των χειρότερων ενστίκτων της ανθρώπινης φύσης τόσο από εσάς, όσο και από την εταιρεία σας, θα πρέπει απρόθυμα να σας βρούμε αθώο για κάθε μία από τις τέσσερις κατηγορίες.

Ο νόμος για την απρεπή διαφήμιση (Indecent Advertisements Act) δεν επέζησε πολύ περισσότερο απο τους Sex Pistols.

Καταργήθηκε το 1981 για να αντικατασταθεί απο το νόμο κατά της Ασεμνης Εμφάνισης (Indecent Display (Control) Act) για τον οποίο αγωνιζόταν επι χρόνια η συντηρητική κοινωνική ακτιβίστρια Mary Whitehouse και ο οποίος στόχευε πρωτίστως στις φωτογραφίες που έβαζαν στις βιτρίνες τους τα sex shops.

Οταν κατατέθηκε ως πρόταση αρχικά το 1974 (τότε είχε καταψηφιστεί…) υπήρχαν πολλοί μέσα στην ροκ βιομηχανία οι οποίοι διαφώνησαν, με την Melody Maker να προειδοποιεί πως αν ψηφιζόταν αυτός ο νόμος, θα μπορούσε να κηρυχθεί παράνομη όλη η σκηνική παρουσία των Sweet

 
Leave a comment

Posted by on August 10, 2019 in Politics, punk rock, Reflections

 

Η τούρτα στο εξώφυλλο των Damned και η Patti Palladin

Πάντα αναρωτιόμουν τι παίχτηκε κατα την διάρκεια της φωτογράφησης του πρώτου άλμπουμ των Damned.

Τουρτοπόλεμος? Ποιός ήταν με ποιόν και ποιός νίκησε?

Το χέρι λοιπόν που έβαλε την τούρτα στα πρόσωπα των Damned, για την φωτογράφηση του πρώτου τους άλμπουμ “Damned Damned Damned” του 1977, ανήκε στην Patti Palladin, τραγουδίστρια του ντουέτου Snatch, η οποία στην συνέχεια έκανε την παραγωγή και τραγούδησε με τον Johnny Thunders στο άλμπουμ Copy Cats του 1988.

Αν και ήρθε σε επαφή με αρκετά μεγάλα ονόματα της εποχής εκείνης, είναι δύσκολο να βρεις αρκετά στοιχεία για την Patti Palladin ακόμα και στο διαδίκτυο.

Οσο κι αν έψαξα, βρήκα μόνο την παρακάτω ανάρτηση του Richard Metzger στο Dangerous Minds το οποίο όπως θα δείτε, με παρέπεμψε έμμεσα σε δική μου ανάρτηση που έκανα παλιότερα…

Λέει ο Richard Metzger:

“Είναι πολύ πιθανό, ακόμα και ο πιο σκληροπυρηνικός ροκάς να μην έχει ακούσει ποτέ για τους Snatch. Αν έχουν ακούσει  κάτι γι αυτούς, τότε έχει να κάνει με τον Brian Eno, με τον οποίον ηχογράφησαν το 1978 ένα καταπληκτικό τραγούδι για το Red Army Faction (“R.A.F.”  το b-side του “King’s Lead Hat” single). Εγω τους ανακάλυψα οταν το εντυπωσιακό εξώφυλλο του “All I Want” βρέθηκε μπροστά μου καθώς έψαχνα κάτι 45άρια στο διαμέρισμα του φίλου μου, Nate Cimmino στο East Village, στα μέσα της δεκαετίας του ’80. Το εξώφυλλο, γδαρμένο και σε κακή εκτύπωση εδώ, ήταν πραγματικά το κάτι άλλο, με επιχρυσωμένα γράμματα και ψεύτικες πορφυρές μεταξοτυπίες των δύο hot πανκ κοριτσιών, της Patti Palladin από τη μια πλευρά και της Judy Nylon από την άλλη. Ο τρόπος με τον οποίο έχει γίνει η εκτύπωση σε αυτό εδω, είναι σαν αυτές τις αυτές που κάνουν για τα ρολόγια της Παναγίας που πωλούν στην Τιχουάνα. “Μοιάζουν με τους The Shangri-las αν κάπνιζαν κρακ, νομίζω ότι θα τους αρέσουν πραγματικά!” Είπε ο φίλος μου ενθουσιασμένος.

Ο Nate σίγουρα γνώριζε το γούστο μου στη μουσική. Τα επόμενα χρόνια έψαχνα απελπισμένα για τους πολύ σπάνιους δίσκους τους. Τελικά τα βρήκα όλα. Και τώρα που είναι διαθέσιμοι και στο διαδίκτυο, μπορείτε να τους τσεκάρετε και μόνοι σας. Δεν υπάρχουν πολλά κείμενα για τους Snatch. Ήταν δύο κορίτσια απο την Αμερική που ζούσαν στο Λονδίνο και ο Greg Shaw της Bomp Records κυκλοφόρησε το πρώτο τους single το 1976. Ηχογράφησαν σποραδικά μέχρι το 1980 ενω τα single τους και κάποια demos συμπεριλήφθηκαν σε μια συλλογή το 1983.

«Συνάντησα την Judy τηλεφωνικά. Είχα μια διατλαντική τηλεφωνική συνομιλία με έναν φίλο στο Λονδίνο. Ήμουν στη Νέα Υόρκη την εποχή εκείνη και η Judy βρισκόταν στο στούντιό του. Όταν ήρθα στο Λονδίνο περίπου το ’74 γίναμε καλές φίλες. Προσπαθούσαμε να ξεκινήσουμε κάτι, ήμασταν και οι δύο δημιουργικά κορίτσια … Και οι δύο είχαμε ιδέες.

Τι υπάρχει για να κάνουν δύο ξένες πιτσιρίκες που ζουν στο Λονδίνο; Γι ‘αυτό καναμε Rock & Roll! Ήταν το προφανέστερο πράγμα να κάνεις για να ξεφύγεις απο την πλήξη. Σκεφτήκαμε να σχηματίσουμε μια μπάντα μαζί. Δουλέψαμε πάνω σε απλούς στίχους και μελωδίες. Ήταν όμως δύσκολο να βρούμε ανθρώπους που να καταλαβαίνουν τι κάνουμε. Εκείνη την εποχή αρχισαν να εμφανίζονται ξαφνικά όλοι οι πανκηδες. Ο καθένας έλεγε: «Είμαι πανκ. Είμαι cool, είμαι επιθετικός, θα αλλάξουμε τα πράγματα» κι όλες αυτές τις μαλακίες.» λέει η Palladin.

Η Judy Nylon είχε μετακομίσει στο Λονδίνο το 1970 και βρέθηκε στους κύκλους τόσο των Roxy Music όσο και των Sex Pistols. Ήταν φιλαράκια με την Chrissie Hynde και τον John Lydon και πιθανότατα ήταν η φίλη του Brian Eno σε κάποια φάση (νομίζω ότι μπορούμε να υποθέσουμε με σιγουριά ότι το τραγούδι του “Back in Judy’s Jungle” είναι γι ‘αυτήν, ίσως ακόμη και για τους Snatch της). Εκτός από τους Snatch, η Nylon ηχογράφησε (κάνει τα γυναικεία φωνητικά στο “The Man Who Couldn’t Afford to Orgy”) και ταξίδεψε με τον John Cale και πήγε να κάνει ένα άλμπουμ το 1982 με τον Adrian Sherwood ενω μέλη των New Age Steppers την αποκαλούσαν Pal Judy.

Η Patti Palladin συνεργάστηκε με τους Flying Lizards και αργότερα ηχογράφησε ένα απίστευτο άλμπουμ με διασκευές, με τον Johnny Thunders που είχε τίτλο Copy Cats.

Αυτό το σχεδόν άγνωστο άλμπουμ περιέχει μερικές από τις καλύτερες μουσικές που έπαιξε ο Thunders ποτέ.

Ο Eno αναφέρει πως η Judy Nylon τον βοήθησε να “ανακαλύψει” την ambient μουσική (Διάβασε σχετικά ΕΔΩ)

Η συλλογή με τα τραγούδια των Snatch που βγήκε αρχικά το 1983, ξανακυκλοφόρησε σε  περιορισμένη έκδοση βινυλίου LP από την Light in the Atticγια στην Record Store Day του 2018.”

Η Jungle Records έχει δημοσιεύσει επίσης αυτή την φωτογραφία της Patti Palladin με την πρώην γυναίκα του Keith Richards, Anita Pallenberg απο την πρεμιέρα to 2014, του ντοκιμαντερ ‘Looking For Johnny – the Legend of Johnny Thunders‘ σε σκηνοθεσία Danny Garcia (έχει σκηνοθετήσει και το “Stiv” για τον Stiv Bators).

Δεν βρήκα τίποτε άλλο για εκείνην…

 
Leave a comment

Posted by on August 7, 2019 in Music, Post Punk, punk rock

 

NEW ZERO GOD feat. ANARCHISTWOOD – SUMMER WINE (VIDEO)

GREEK (PLEASE SCROLL DOWN FOR ENGLISH) Οπως ισως γνωρίζεται, πέρσι κάναμε μια διασκευή του “Summer Wine” σε συνεργασία με τους Λονδρέζους Anarchistwood. Σήμερα σας παρουσιάζουμε το τρομερό βίντεο αυτού του τραγουδιού, με μοντάζ απο την funkcutter των Anarchistwood.

ENGLISH: As you might know, we recorded last year a cover version of “Summer Wine” feat. Anarchistwood from London. We present to you today the great video of this track, edited by funkcutter of Anarchistwood.

 
Leave a comment

Posted by on August 7, 2019 in Alternative, punk rock, Rock

 

Tags: , , , ,

Το πρώτο punk rock τραγούδι στα ανεξάρτητα charts της Μ. Βρετανίας

Τον Ιανουάριο του 1980 έκαναν την εμφάνισή τους για πρώτη φορά στην Μ. Βρετανία τα indie charts.

Το πρώτο τραγούδι που πήγε στο νούμερο 1 ήταν το “Where’s Captain Kirk?” του punk συγκροτήματος Spizzenergi το οποίο κυκλοφόρησε η Rough Trade και έμεινε επτά εβδομάδες στα charts.

Ιδρυτής τους ήταν ενας οπαδός του glam rock, ο Spizz (πραγματικό όνομα Kenneth Spiers) ο οποίος σπούδαζε καλές τέχνες στο Solihull College of Technology ενω στη συνέχεια απέρριψε μια θέση στο Bath Academy of Art, οταν εμπνεόμενος απο μια συναυλία των Siouxsie & the Banshees στο κλάμπ Barbarella του Birmingham, πήδησε πάνω στην σκηνή και τραγούδησε ένα τραγούδι (ήταν σολο καλλιτέχνης απο το 1977) κίνηση που, με το τέλος της συναυλίας, του εξασφάλισε και ενα δισκογραφικό συμβόλαιο…

Μεταξύ άλλων μουσικών που προσχώρησαν στο συγκρότημά του ήταν και η Palmolive, η ντράμερ των Slits και με το όνομα Spizzoil άρχισαν να ανοίγουν τις συναυλίες των Siouxsie & the Bnashees.

Τα ονόματα των συγκροτημάτων του ήταν διαφοροποιήσεις του ονόματός του: Spizz Oil, Spizzenergi, Athletico Spizz 80, Spizzles) ενω τις αφίσες και τα εξώφυλλα των δίσκων τους τα σχεδίαζε ο ίδιος, με πιό γνωστό απο όλα το εξώφυλλο του “Where’s Captain Kirk?”, μια φωτοτυπία την οποία χρωμάτισε απο πάνω για να της δώσει, οπως έλεγε ο ίδιος «μια δόση απο Andy Warhol…»

Εμείς στην Ελλάδα είδαμε για πρώτη φορά τους Athletico Spizz 80 να παίζουν τα “Clocks Are Big; Machines Are Heavy/Where’s Captain Kirk?” το 1982 αν θυμάμαι καλά, στην κινηματογραφική οθόνη του κινηματογράφου Ελλη στην Ακαδημίας, με την ευκαιρία της διήμερης προβολής της ταινίας “Urgh! A Music War”.

Το 1981 προσχώρησε στο συγκρότημα ο Lu Edmonds και το όνομά τους άλλαξε σε Spizzles.

Ο Lu Edmonds παίζει σήμερα με τους Public Image LTD του John Lydon, αλλά έχει παίξει τις κιθάρες για τους Damned στο άλμπουμ  Music For Pleasure, για τους Mekons, τους Shriekback, με τον Billy Bragg αλλά έχει ηχογραφήσει και σε τραγούδια των Waterboys και της Kirsty MacColl.

Παίζει διάφορα όργανα, οπως σάζι, Ιρλανδικό μπουζούκι, τραγουδά, και φέτος έβγαλε το πολύ καλό πειραματικό άλμπουμ “Hörspiel” το οποίο παρουσίασα και στην εκπομπη μου, με το side project που έχει κάνει με τον ντράμερ Mark Roberts, τους Blabbermouth.

 
Leave a comment

Posted by on August 6, 2019 in punk rock

 

Tags: , , , , , , , ,

Ενα περιοδικό που λεγόταν PUNK

Το εξώφυλλο του πρώτου τεύχους του περιοδικού PUNK ήταν σχεδιασμένο απο τον John Holmstrom, εναν φοιτητή της Σχολής Εικαστικών Τεχνών (SVA)της Νέας Υόρκης, υπο την διεύθυνση των θρυλικών σκιτσογράφων Will Eisner (Θεωρείται o «πατέρας» της γραφικής νουβέλας και βασικός διαμορφωτής της οπτικής αφήγησης και της γλώσσας των κόμικς. Δημιούργησε πολλά κόμικ, μεταξύ των οποίων τα The Spirit, John Law, Lady Luck, Mr. Mystic, Uncle Sam, Blackhawk και Sheena. Προς τιμήν του πήραν το όνομά τους τα βραβεία Άισνερ, που απονέμονται στην San Diego Comic-Con International, μία από τις μεγαλύτερες διοργανώσεις στο χώρο των κόμικς) και Harvey Kurtzman (γνωστός απο τις δουλειές του για το περιοδικό Mad.)

Βασισμένο στην εικόνα του Lou Reed απο το εξωφυλλο του άλμπουμ “Lou Reed Live” (το τεύχος περιείχε ακομα, ενα άρθρο για τον Marlon Brando, ο οποίος είχε συνδιάσει την εικόνα του επαναστάτη με αυτη του μηχανόβιου με το δερμάτινο μπουφάν στην ταινία The Wild Ones και συμπεριλάμβανε ακόμα κάποιες διαφημίσεις μαγαζιών που πωλούσαν ανάλογα ρούχα). Αυτή η εικόνα βοήθησε να ολοκληρωθει η “στολή” του Νεουορκέζικου punk.

Στην πραγματικότητα το μαύρο δερμάτινο μπουφάν έγινε συνώνυμο της πόλης, τουλάχιστον μέχρι το 1981, την χρονιά που ακόμα και το Αστυνομικό τμήμα της Νέας Υόρκης το αντάλλαξε με τα γαλάζια αντιανεμικά μπουφάν.

Η δημοσίευση του περιοδικού ολοκληρωνόταν με μια εκστρατεία απο flyers που ανακοίνωναν πως “Ερχεται το Punk.”

O John Holmstrom είναι γνωστός για τον σχεδιασμό των εξωφύλλων των άλμπουμ των Ramones “Rocket to Russia” και “Road to Ruin”, καθώς και των χαρακτήρων Bosko και Joe (που δημοσιεύονταν στο περιοδικό Schalastic’s Bananas 1975-1984).

Tο τέταρτο άλμπουμ των Ramones ήταν αρχικά σχεδιασμένο απο τον Σκωτσέζο καλλιτέχνη Gus Moorehead αλλά έπρεπε να εγκαταλειφθεί όταν υπήρξε αλλαγή στη σύνθεση του συγκροτήματος. Το εξώφυλλο που τελικά χρησιμοποιήθηκε, με τον drummer Marky Ramone, ήταν του John Holmstrom.

Στα τέλη του 1975, σε ηλικία 21 ετών, ο John Holmstrom δημιούργησε μαζί με τον Ged Dunn και τον Legs McNeil το περιοδικό PUNK και ουσιαστικά έδωσε την πρώτη οπτική αναπαράσταση της punk rock εποχής της Νέας Υόρκης.

«Πάντα χαλιέμαι λίγο όταν βλέπω κάποιοι να ισχυρίζονται ότι ο “Legs” McNeil και o John Holmstrom δημιούργησαν το περιοδικό PUNK, επειδή δεν είναι αλήθεια. Η αλήθεια είναι πως ξεκίνησα το περιοδικό με τον Ged Dunn. Ο Eddie (“Legs”) ήταν εκει για τα πάντα  φυσικά, αλλά πέρα ​​από μερικά πράγματα με τα οποία ανακατεύτηκε, εγω με τον Ged κάναμε τα περισσότερα…» θυμάται ο Holmstrom και συνεχίζει «οταν το 1975 επισκέφθηκα την ιδιαίτερη πατρίδα μας το Cheshire του Κονέκτικατ το καλοκαίρι του 1975, πήγα στον Eddie McNeil ο οποίος μου είπε πως ο κοινός μας φίλος ο Ged Dunn Jr. διηύθυνε μια επιχείρηση ελαιοχρωματισμού σπιτιών από ένα μικρό διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης και επίσης χρηματοδοτούσε και μια ανεξάρτητη ταινία με τιτλο The Unthinkables  την οποία σκηνοθετούσε ο Eddie.

Ακουγόταν πολύ καλό για να είναι αληθινό. Το να δουλεύω για τον Ged σήμαινε ότι δεν θα είχα έξοδα διαβίωσης για το καλοκαίρι, θα μπορούσα να μαζέψω λίγα μετρητά για να πληρώσω το ενοίκιο μου για το μέρος που έμενα στο Μπρούκλιν και να διασκεδάσω ακόμη περισσότερο συμμετέχοντας σε μια ταινία. Δεν είχα τίποτα καλύτερα να κάνω, οπότε συμφώνησα σε όλα: να βάφω σπίτια παίρνοντας τον κατώτατο μισθό, να παίξω στην τρελή ταινία του Eddie να κοιμάται στο πάτωμα του Ged. Εντυπωσιάστηκα από την ικανότητα που είχε ο Ged, να διαχειρίζεται μια επιχείρηση και με την ικανότητα του Eddie να οργανώσει την ταινία του.

Ο Ged κατάλαβε πώς να λειτουργεί μια μικρή επιχείρηση (με χαμηλά έξοδα και υψηλά έσοδα), ενώ ο Eddie κατάφερε να συγκεντρώσει πολλούς πόρους με χαμηλό προϋπολογισμό.

Τα γύρισματα του Unthinkables έγιναν μεγάλη είδηση ​​στο Κοννέκτικατ, και χάρη στην οικογενειακή σύνδεση του Ged με τον Bill Higgins, τον διευθυντή της The New Haven Register, γιναμε πρωτοσέλιδο.»

Οι δημιουργοί του περιοδικού PUNK, ηταν επηρρεασμένοι απο την αγάπη τους για τους New York Dolls, τους Dictators και τους Stooges ενω το περιοδικό βοήθησε να μαθευτεί η σκηνή του CBGB.

«Εκείνο το καλοκαίρι του 1975, εκπαίδευσα και τους δύο τους πάνω στο “punk rock”, ειδικά με το άλμπουμ “Go Girl Crazy” των Dictators, που παίξαμε πολύ εκείνο το καλοκαίρι. Είπα επίσης στον Eddie και τον Ged ότι υπήρχε μια άλλη μπάντα που ονομάζεται Ramones, που είδα στο καλοκαιρινό φεστιβάλ του CBGB το 1975, και ήταν ακόμα καλύτεροι: Ήταν σαν τους νέους Beatles !!! Και πως το CBGB επρόκειτο να είναι το εφαλτήριο για μια νέα μουσική επανάσταση, όπως ήταν το Σαν Φρανσίσκο στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και το Λίβερπουλ στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Έπρεπε να ξεκινήσουμε σύντομα, είπα, αλλιώς θα το χάναμε» σημειώνει ο Holmstrom.

Συνολικά, απο το 1975 ως το 1979 εκδόθηκαν 15 τεύχη του PUNK, και μια ειδική έκδοση ακολούθησε το 1981, ενω κυκλοφόρησαν μερικά ακόμα μεσα στη νέα χιλιετία.

Απο τα εξώφυλλά του πέρασαν οι Sex Pistols, Iggy Pop, Lou Reed, Patti Smith, και Blondie.

Το περιοδικό έγραφε για την punk-rock σκηνή της Νέας Υόρκης και κάλυπτε κυρίως τα μαγαζιά CBGB, Zeppz, και Max’s Kansas City.

«Δεν δημιουργήσαμε εμείς τον όρο “punk rock”» λέει ο Holmstrom σε μια συνέντευξή του στο περιοδικό AIGA και συνεχίζει «ο μακαρίτης ο Greg Shaw του περιοδικού Creem ήταν ο πρώτος που χρησιμοποίησε τον όρο. Εμείς επαναφέραμε την λέξη ξεκινώντας το “punk κίνημα.” O Greg αρχικά την χρησιμοποιούσε το 1971 για να περιγράψει Αμερικάνικες μπάντες των μέσων της δεκαετία του ’60 οπως οι Count Five, Standells, Shadows of Night, Electric Prunes, κλπ τις οποίες πλέον ονομάζουμε “garage rock.” Ο Lester Bangs άρχισε να χρησιμοποιεί το “punk rock” στο Creem για να περιγράψει ποιο σκληρές glam-rock μπάντες οπως ήταν οι Stooges, οι MC5, ο Alice Cooper, οι Sweet, και οι New York Dolls (σε αντίθεση με πιό ήπιους glam rock καλλιτέχνες οπως ο Rod Stewart, ο Elton John, ο Jobriath, και ο David Bowie). Εδω το Creem ανακύρηξε τον Alice Cooper “Punk της χρονιάς” το 1974 μετά απο ψηφοφορία των αναγνωστών του.»

Ο Eddie “Legs” McNeil έχει διαφορετική άποψη και λέει πως «το όνομα ” PUNK ” αποφασίστηκε επειδή “φάνηκε να συνοψίζει … τα πάντα … ενοχλητικό, έξυπνο αλλά όχι επιτηδευμένο, παράλογο, ειρωνικό και υπονοούσε πράγματα που επικαλούνταν μια πιο σκοτεινή πλευρά”.» και πως ο Holstrom ήθελε να το ονομάσει “Teenage News Gazette“, με το οποίο διαφώνησε απόλυτα ο Ged. Ο McNeil λεει πως το όνομα Punk ήταν ιδέα του «Ο Ged συμφώνησε αμέσως, ο Holstrom μάλλον απρόθυμα.»

Ακόμα λέει ότι σκέφτηκε το όνομα απο την ατάκα του Τέλλυ Σαβάλας “You lousy punk!” στην τηλεοπτική σειρα Kojak. Σύμφωνα με τον McNeil: “Μετά από τέσσερα χρόνια που έκανα το περιοδικό PUNK και ουσιαστικά ολοι με κορόϊδευαν, ξαφνικά όλα ήταν” punk “, οπότε έφυγα από το περιοδικό”.

Όπως ανέφερε ο McNeil το 1996 στο βιβλίο του “Please Kill Me: The Uncensored Oral History of Punk”οταν πήγε με τον Holmstrom στο CBGB για να δουν τους Ramones «… ο Joey, ο Dee Dee, ο Johnny και ο Tommy στριμώχνονταν στο σκοτεινό, βρώμικο δωμάτιο ντυμένοι με μαύρα δερμάτινα σακάκια και τζιν. Με τις πρώτες νότες απο το πρώτο τους τραγούδι, οι Ramones άρχισαν να τσακώνονται μεταξύ τους και σχεδόν αμέσως, πέταξαν τα όργανά τους στο πάτωμα και έφυγαν απο την σκηνή. Μετά από λίγα λεπτά που ηρέμησαν, η μπάντα ανέβηκε ξανα για να τελειώσουν το set τους καθώς ο Lou Reed γελούσε με την όλη φάση απο το τραπέζι του.»

Το περιοδικό σύντομα απέκτησε 2.500 συνδρομητές και κάθε έκδοση είχε μια διανομή πάνω απο 20.000 αντίτυπα. Ο McNeil έφευγε επανειλημμένα απο το περιοδικό, νιώθοντας απογοητευμένος από το ρόλο του και επέστρεφε ξανά ως συντάκτης. Και αν και αρκετοί συγγραφείς που δημοσιεύθηκαν στις σελίδες του περιοδικού συνέχισαν αργότερα φτιάχνοντας επώνυμες καριέρες – ο McNeil είναι ενας απο αυτούς – ο Holmstrom δυσκολεύτηκε να βάλει κάτω  πολλούς από οσους έγραφαν για το περιοδικό και να τους πείσει να γραψουν για μουσική. Θυμάται τον θρυλικό rock μουσικοκριτικό Lester Bangs να πηγαίνει στα γραφεία του  περιοδικού PUNK, σε ένα παλιό κτήριο για γραφεία στην Δέκατη Λεωφόρο και την 30η οδό που αποκαλούσαν “Punk Dump.” Στο παρελθόν ο Bangs, o οποίος είχε εγκαταλείψει το Creem το 1976, για να πάει στη Νέα Υόρκη αναζητώντας νέα δουλειά, είχε επιτρέψει να δημοσιευθούν μόνο ποιήματά του στο PUNK (“έγραφε χάλια ποιήματα” εξακολουθεί να κλαψουρίζει μέχρι και σήμερα ο Holstrom),

Το 1978 οι Sex Pistols διαλύθηκαν. Την ίδια χρονιά, ο Tom Forcade, ιδρυτης του Νεο Υορκέζικου περιοδικού High Times, το οποίο υποστήριζε την νομιμοποίηση της κάνναβης και πουλούσε πάνω απο 500.000 αντίτυπα τον μήνα, αυτοκτόνησε τινάζοντας τα μυαλά του στον αέρα. Ακόμα και ο Larry Flynt, εκδότης του περιοδικού Hustler πυροβολήθηκε. Ο Halmstrom θεωρούσε αυτούς τους δύο ιδεολογικούς σύμμαχους. Το σύνθημα “Punk Is Dead” άρχισε να ακούγεται ολο και πιο έντονα και με την ευκαιρία να πάρει την διανομή του Punk ενας μεγαλύτερος διανομέας να φαίνεται ολο και πιο μακρινή το PUNK σταμάτησε να κυκλοφορεί το 1979.

Ο Holstrom εργάστηκε για διάφορες εκδόσεις, όπως το The Village Voice, το περιοδικό Video Games, το K-Power και το Heavy Metal.

Ο McNeil συνέγραψε τα βιβλία

“Please Kill Me: The Uncensored Oral History of Punk” με τον Gillian McCain (1997).

The Other Hollywood: The Uncensored Oral History of the Porn Film Industry” με την Jennifer Osborne και τον Peter Pavia (2006)

Και τα απομνημονευματά του στο

I Slept with Joey Ramone: A Family Memoir με τον Mickey Leigh. (2009)

 
Leave a comment

Posted by on August 5, 2019 in punk rock

 

Tags: , , , , , , , ,

Οι Bad Religion στην εκπομπή του Steve Jones και η στιγμή της εξομολόγησης

Εχω αναφέρει στο παρελθόν πως εκτιμώ πολύ τον Steve Jones ως μουσικό και νομίζω πως μάλλον θα έχει μεγάλη πλάκα να τον κάνεις παρέα, πέρα απο το να παίξεις και μουσική μαζί του.

Είναι ενας άνθρωπος με χιούμορ που συχνά αυτοσαρκάζεται και ανεβάζει κάποια πολύ αστεία βίντεο στον λογαριασμό του αλλά υπάρχουν πολλές φορές στιγμές που στα λόγια του κρύβεται μια γέυση πικρίας για κάποια πράγματα που έκανε στο παρελθόν.

Παρακολουθώ τις ραδιοφωνικές εκπομπές του και περίμενα ανυπόμονα την εμφάνιση που έκανε πέρσι τον Οκτώβριο στο Roxy του Hollywood με τους Generation Sex, δηλαδή με τον φίλο και κολλητό του στους Sex Pistols και στους Professionals, Paul Cook, τον Billy Idol και τον Tony James απο τους Generation X (μπορείτε να δείτε το βίντεο της εμφάνισης ΕΔΩ).

Με την ευκαιρία λοιπόν της κυκλοφορίας του νέου άλμπουμ των Bad Religion, το οποίο παρουσίασα κι εγω στην εκπομπή μου, ο Jones τους είχε καλεσμένους πριν δύο ημέρες στην δική του ραδιοφωνική εκπομπή, Jonesy’s Jukebox, την οποία μπορείτε να παρακολουθείτε και σε βίντεο στο YouTube.

Εκτιμώ πως τα πρώτα 10 λεπτά της συγκεκριμένης εκπομπής είχαν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, οπότε θα προσπαθήσω να μεταφέρω εδω ενα μέρος οσων ειπώθηκαν…

Για την ιστορία, και για όσους δεν γνωρίζουν οτι ο Jones έχει ραδιοφωνική εκπομπή, πρίν να γράψω τι είπαν, να βάλω εδω αυτά που αναφέρει η Wikipedia σχετικά με το Jonesy’s Jukebox…

“Τον Φεβρουάριο του 2004, ο Jones άρχισε να φιλοξενεί ένα καθημερινό ραδιοφωνικό πρόγραμμα στο Λος Άντζελες, το Jonesy’s Jukebox, στον Αμερικάνικο ραδιοφωνικό σταθμό Indie 103.1 FM, όπου θα μπορούσε να κάνει ό, τι ήθελε (σύμφωνα με τους κανόνες του FCC-του ΕΣΠ ας πούμε…), χωρίς παρεμβάσεις από τη διοίκηση του σταθμού. Ο Jones έπαιζε ενα επιλεκτικό playlist κάνοντας ταυτόχρονα ζωντανές και συχνά χιουμοριστικές συνεντεύξεις με τους επισκέπτες που καλούσε και που κάλυπταν όλο το φάσμα της μουσικής και κιν/κής βιομηχανίας.  Συνήθιζε να έχει μια ακουστική κιθάρα στο στούντιο και συχνά έπαιζε εναν αριθμό γνωστών τραγουδιών σχετικά με το τρέχον θέμα της συζήτησης. Μερικοί απο του φιλοξενούμενούς του ήταν ο Eddie Vedder, η Chrissie Hynde, ο Johnny Ramone, ο Billy Corgan, η Susanna Hoffs, ο Leif Garrett, ο Brian Wilson, ο Pete Townshend, ο Iggy Pop, ο Josh Homme, ο Robert Plant, ο Gary Oldman και ο τραγουδιστής των Sex Pistols, Johnny Rotten.

Η τελευταία εκπομπή του Jonesy’s Jukebox στον Indie 103.1, ήταν στις 14 Ιανουαρίου 2009. Ο Indie 103.1 έπαψε να υπάρχει ως ραδιοφωνικός σταθμός στις 15 Ιανουαρίου 2009.  Τον Νοέμβριο του 2009, ο Jones βρέθηκε στο BBC Radio’s 6Music να κάνει πέντε Κυριακάτικες εκπομπές, με τίτλο “A Month of Sundays with Steve Jones”, έχοντας επιλέξει να παίξει μιά λίστα τραγουδιών από την παιδική του ηλικία έως την τρέχουσα μέρα. Τον Δεκέμβριο του 2009, ξανάκανε την εκπομπή μέσω του διαδικτυακού σταθμού IAmRogue.com του παραγωγού Ryan Kavanaugh. Οι εκπομπές αυτές τέλειωσαν στα τέλη του Μαρτίου 2010. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς ο ραδιοφωνικός σταθμός KROQ απο το Λος Αντζελες, προσέλαβε τον Jones για να συνεχίσει το Jonesy’s Jukebox. Μια συνεργασία που κράτησε μέχρι τον Μάρτιο του 2013.

H εκπομπή επέστρεψε στο ραδιόφωνο στα τέλη του 2015 μέσω του 95,5 KLOS κι αυτός απο το Λος Άντζελες. Από την 1η Ιανουαρίου του 2016 η εκπομπή επεκτάθηκε σε πέντε ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως Παρασκευή. Για κάποιον ειρωνικό λόγο, ο KLOS είναι ένας mainstream σταθμός που παίζει κλασικό ροκ με μπάντες όπως Van Halen, Aerosmith και Pink Floyd. Οι επισκέπτες της εκπομπής αντανακλούν συχνά το πνεύμα στο οποίο κινείται ο KLOS και συμπεριλαμβάνει τους Paul Stanley, Ozzy Osbourne, Lenny Kravitz, Juliette Lewis, Bill Burr, Mike Tramp, The Zombies, Brian May, Jack Black και Ace Frehley καθώς και ορισμένους εναλλακτικούς καλλιτέχνες όπως ο Dave Grohl, Jerry Cantrell, Mike McCready και Anthony Kiedis.”

Προχθές λοιπόν όπως ανέφερα, είχε καλεσμένους τους Bad Religion.

Ηταν εκει ο ιδρυτής της μπάντας Jay Bentley, ο κιθαρίστας των Bad Religion, Brian Baker ο οποίος είχε δημιουργήσει στο παρελθον τους χαρντκοράδες Minor Threat, ο κιθαρίστας Mike Dimkich, ο οποίος έχει παίξει στο παρελθόν τόσο με τον Steve Jones οσο και με τους Cult, Channel 3 και τους Suckerpunch, και ο Brett Gurewitz ο οποίος εκτός απο κιθαρίστας των Bad Religion είναι και ο ιδιοκτήτης της Epitaph Records. O Gurewitz ηχογραφεί στα άλμπουμ αλλά δεν παίζει στις συναυλίες μαζί τους.

Σε κάποια στιγμή λοιπόν άρχισαν να μιλούν για κιθάρες.

Για την ακρίβεια, ο Jones έλεγε στο συγκρότημα πως έχει φέρει μαζί του δύο κιθάρες σε περίπτωση που θέλουν να παίξουν κάτι.

“Βασικά η Gibson μου έδωσε ενα αντίγραφο της κιθάρας με την οποία έπαιζα παλιά. Ειχα κάμποσες αλλά είχα την άσπρη κι αυτήν εδω… πως λέγεται αυτή? Κάπως λέγεται αυτό το μοντέλο…” ρωτάει τον Dimkich.

“Είναι χειροποίητη κιθάρα… το μοντέλο λέγεται “Fretless Wonder...” απαντά ο Dimkich»

“…Fretless Wonder! Μπράβο!” συνεχίζει ο Jones “έχουν περίεργους μαγνήτες αυτές οι κιθάρες… τέλος πάντων, είχα αγοράσει κάποτε μια για 800 λίρες και για τότε ήταν πολλά αυτά τα λεφτά. Δεν είχα ιδέα τι έπαιρνα…” κάποιος απο το ακροατήριο του λέει κάτι κι εκείνος απαντά “δεν ήταν κλεμμένη. Φαντάζομαι όμως πως θα είχα κλέψει τα λεφτά για να την αγοράσω… (γέλια)… αλλά δεν ήξερα τι αγόραζα… δεν ανήκε σε κανέναν και δεν είχα ιδέα πως αυτή η κιθάρα σήμερα θα έκανε 60 χιλιάρικα…”

“…Ισως φτάνει και τα 80… εξαρτάται…” συμπληρώνει ο Dimkich.

“Λες?” ρωτάει ο Jones “Γνωρίζω κάποιον στην Αγγλία που την αγόρασε τώρα, οχι, δεν την έκλεψε (γέλια)… εγω θα την πούλησα τότε για κανα σακουλάκι πρέζα φαντάζομαι… αυτό έκανα με οτι είχα ετσι κι αλλιώς, οπότε τι να κάνουμε? Μια κακία την κρατάω ακόμα στον Phil (εννοεί τον Lynott) ξέρω πως έχει πεθάνει, αλλά το άγαλμά του σε εκείνο το μουσείο στην Ιρλανδία κρατάει μια White Falcon (σ.μ. μοντέλο κιθάρας) που είχε πάρει απο εμένα για ενα σακουλάκι πρέζα…”

“Πάμε να την πάρουμε…” του λέει ο Gurewitz

“Πολύ θα το ήθελα” λέει ο Jones “αλλά… c’est la vie, ετσι είναι η ζωή… έγινε οτι έγινε, οπως ξέρετε, δεν υπάρχει εμπιστοσύνη ανάμεσα στα πρεζάκια… αλλά αυτό που είναι ακόμα καλύτερο σε αυτή την ιστορία, είναι πως αυτή η White Falcon ήταν αρχικά του Sylvain Sylvain (των New York Dolls) μετά πήγε στο Joe Strummer (των Clash) μετά ηρθε στα χέρια μου και κατέληξε στον Phil Lynott. Αλλά και η άσπρη Les Paul μου ήταν των New York Dolls, την οποία δεν είχα κλέψει… Ο Μalcolm Μclaren την είχε κλέψει… και μου την έδωσε… Αν και θα πρέπει να αποζημιώσω μερικούς κιθαρίστες. Βασικά προσπάθησα να αποζημιώσω τον Ariel Bender απο τους Mott the Hoople γιατι έκλεψα μια απο τις κιθάρες του κάποτε. Δεν ήταν τότε στους Mott the Hoople, ήταν σε κάποια άλλη μπάντα εκεινη την εποχή (o Bender επαιξε με τους Spooky Tooth απο το 1967 ως το 1970, τους Stealers Wheel το 1973 τους Mott the Hoople το 1973-1974 και μετά ξεκίνησε σόλο καριέρα μεχρι που σχημάτισε τους Widowmaker). Το θυμάμαι πολύ καθαρά, ήταν σε ενα κατάστημα επίπλων και υπήρχε ενα προβάδικο στο υπόγειο με ολα αυτά τα χαλιά, και ολος ο εξοπλισμός τους ηταν εκεί γιατι μάλλον προβάρανε και περνώντας απο εκεί σούφρωσα οτι μπορούσα… Αλλά βρήκα αργότερα τον αριθμό τηλεφώνου του και του άφησα ενα μήνυμα στον αυτόματο τηλεφωνητή για να τον ρωτήσω «τι θα μπορούσα να κάνω για να επανορθώσω?» αλλά δεν με πήρε ποτέ πίσω, οπότε… οχι, σοβαρά τώρα, θα ήθελα να επανορθώσω…”

Ακολουθεί το βίντεο απο το οποίο είναι παρμένος και ο πιο πάνω μονόλογος…

 
Leave a comment

Posted by on July 21, 2019 in Interviews, punk rock, Radio

 

Thin Lizzy + Sex Pistols = The Greedies

Πριν λίγο καιρό παίξαμε σε μια πρόβα των New Zero God το Johnny των Thin Lizzy ή μάλλον το παίξαμε στο περίπου, γιατι ηταν κάτι που κάναμε μέχρι να φτιάξουμε τον ήχο και έτσι jamάραμε γύρω απο το βασικό riff του τραγουδιού.

Eίναι κάποια τραγούδια που εγραψε ο Phil Lynott που εμένα προσωπικά μου αρέσουν πολύ. Κι επειδή τα συγκέντρωσαν ολα στο ζωντανά ηχογραφημένο Live and Dangerous, (το Johnny δεν ήταν στο tracklist…) το συγκεκριμένο άλμπουμ παραμένει για εμένα ενα απο τα καλύτερα του είδους για εκείνη την εποχή.

Ο Lynott μαζί με τον Lemmy ήταν απο τους πρώτους της «παλιάς» σχολής οι οποίοι αποδέχτηκαν το punk rock.

Κάποιo βράδυ ο Lynott, που του άρεσαν πολύ οι Sex Pistols, γνώρισε σε ενα κλάμπ τον Steve Jones και τον Paul Cook, οι οποίοι γούσταραν κι αυτοί πολύ τους Thin Lizzy. Ετσι άρχισαν να κάνουν παρέα. (Επειδή λέω συχνά πως ο κόσμος αυτός είναι μικρός, να σημειώσω εδω πως ο Lynott ήταν στενός φιλος και του George Best της Man United και συχνά έβγαιναν και τα πίνανε μαζί…).

Lynott, Jones και Cook πήραν μέρος στις ηχογραφήσεις του πρώτου solo άλμπουμ του Johnny Thunders, “So Alone” (σε κάποια τραγούδια του δίσκου παίζει μπάσσο ο Paul Grey των Eddie And The Hot Rods και των The Damned, ο Steve Marriot παίζει πιάνο και φυσαρμόνικα, o γνωστός παραγωγός Steve Lillywhite –ο οποίος ευθύνεται για τον ήχο των U2 – παιζει κι αυτός πιάνο σε ενα τραγούδι αλλά συμμετέχουν και άλλοι πολλοι) οπότε αυτό τους έδεσε περισσότερο.

Ψάχνοντας να βρεί εμπνευση εξω απο τους Thin Lizzy, και έχοντας βρει καινούργιους φίλους, o Lynott μπήκε στο στούντιο για να κάνει πρόβες με τον Jones και τον Cook δημιουργώντας ενα νέο συγκρότημα.

Ενω έκαναν την πλάκα τους και χωρις να εχουν βρει κάποιο συγκεκριμένο όνομα ακόμα, τους πήρε τηλέφωνο ενας παλιός roadie των Thin Lizzy, που έτυχε να άνοιγει ενα κλαμπ εκείνη την εποχή. Η πρόταση που τους έκανε ηταν να παίξουν στο μαγαζί του κάποια βραδιά.

Εκείνοι συμφώνησαν, με τον όρο όμως να παίρνουν το 75% απο τα λεφτά της εισόδου. “What a crowd of greedy bastards…” ανεφώνησε εκείνος και ετσι πήραν το ονομά τους: Greedy Bastards (ή αλλιώς The Greedies). Απληστοι Μπάσταρδοι δηλαδή…

Η πρώτη τους εμφάνιση έγινε σε αυτό το κλάμπ, στο Electric Ballroom στις 29 Ιουλίου 1978 και στην σκηνή ανέβηκαν μαζί τους μουσικοί των Thin Lizzy όπως ο Gary Moore (ήταν ακόμα με τους Colosseum), o Scott Gorham και ο Brian Downey, ο Jimmy Bain των Rainbow, αλλά και ο Chris Spedding.

Εκείνη η νύχτα ήταν μια σκέτη τρέλλα“, δήλωνε αργότερα ο Lynott. “Είχαμε μια playlist οπου ο κάθε ενας έπαιξε απο κάτι, χωρίς να έχει σημασία αν κάποιος ήξερε τους στίχους ή αν γνώριζε καν το τραγούδι. Ήταν σαν να λέγαμε “εδώ είμαστε, αυτό θέλουμε να παίξουμε και αν πιστεύετε πως το γαμήσαμε, μπορείτε να πάτε να γαμηθείτε.” Και έτσι η εμφάνιση  άνοιξε με ένα βροντερό “Jailbreak “, με τέσσερεις κιθάρες μπροστά, να παίζουν το χαρακτηριστικό riff του τραγουδιού. Ακολούθησαν και ενα κάρο άλλα τραγούδια των Lizzy – μια παιχνιδιάρικη εκτέλεση του “Cowboy Song“, ένα προκλητικό “Don’t Believe a Word“, και ένα θετικά βρώμικο “Boys Are Back in Town“.

Ο Jones πήρε το προβάδισμα για μια δική του σύνθεση, το “Black Leather”. Ενα τραγούδι που πρωτοκυκλοφόρησαν τον Σεπτέμβριο του 1978 οι Runaways ενω εναν χρόνο αργότερα ο Jones το ηχογράφησε για το “The Great Rock’n’Roll Swindle” των Sex Pistols. Επειδή o Jones το συνέθεσε μετά την διάλυση των Pistols, πολλοί νομίζουν πως είναι τραγούδι των Professionals αλλά οι Professionals δεν είχαν δημιουργηθεί ακόμα. Το τραγούδι πάντως εχουν διασκευάσει ακόμα οι Guns’n Roses στο άλμπουμ τους “The Spaghetti Incident?” του 1993, η Joan Jett με τους Blackhearts στο άλμπουμ “Fetish” του 1999 αλλά και η Γιαπωνέζικη μπάντα Shonen Knife στην διπλή tribute συλλογή για τις Runaways “Take It Or Leave It- A Tribute To The Queens Of Noise: The Runaways

Σε εκείνη την πρώτη εμφάνιση ομως των Greedies ο Jones έπαιξε μια πολύ καλή εκτέλεση του “No-One Is Innocent“, ενώ ο Spedding έλαμψε στο “Motorbiking”. Αλλά ο Lynott ήταν σχεδόν τέλειος οταν έπαιξαν το “Spanish Stroll” του Mink DeVille, ενω το παλιό instrumental surf “Pipeline” (το τραγούδι που ανοίγει στο άλμπουμ Thunders) ήταν σχεδόν αγνώριστο πίσω από αυτό το τείχος απο κιθάρες. Όλα πάντως πήγαν καλά με την νύχτα να τελειώνει με μια ταραχώδη απόδοση του “Pretty Vacant” των Sex Pistols το οποίο ονομάστηκε για την περίσταση “Pretty Greedy“, και οι Greedy Bastards είχαν κάνει ενα εντυπωσιακό ντεμπούτο.

Συνολικά έκαναν τέσσερεις εμφανίσεις στο Λονδίνο και τρείς στην Ιρλανδία.

Η τελευταία εμφάνισή των Greedies, έγινε μετά την Αμερικάνικη περιοδεία των Thin Lizzy, και ανέβηκαν στη σκηνή μαζί τους ο Bob Geldof με τον Johnnie Fingers των Boomtown Rats και στο κλείσιμο της βραδιάς έπαιξαν το “Looking After Number One,” των Boomtown Rats, τα κάλαντα αλλά και μια διασκευή του “Hard Driving Man” των J. Geils Band.

Οπως φάνηκε, αυτή ηταν η τελευταία τους συναυλία. «Δεν είμασταν και τόσο άπληστοι όπως αποδείχθηκε» είπε ο Lynott γελώντας…

Καθώς η δεκαετία του ’70 έφτανε στο τέλος της και λίγο πρίν το ρολόϊ δείξει 1980, οι Greedy Bastards εμφανίστηκαν στην πρωτοχρονιάτικη τηλεοπτική εκπομπή του Kenny Everett για να παίξουν το ενα και μοναδικό single που κυκλοφόρησαν, το ” A Merry Jingle” το οποίο εφτασε στο νουμερο 28 των Αγγλικών chart.

Στο single αυτό παίζουν οι Lynott, Cook, Jones, Gorham και ο ντράμερ των Thin Lizzy, Brian Downe.

Το αστείο είναι πως σε εκείνη την εκπομπή υο προσωπικό του στούντιο το παράκανε τόσο πολύ με το ψεύτικο χιόνι που για ολο τον επόμενο χρόνο έπεφτε απο το ταβάνι, στο πλατώ την ώρα που γύριζαν τηλεοπτικά παιχνίδια και δραματικές σειρές.

 

Για να γράψω αυτό το κείμενο, χρησιμοποίηση υλικό απο:

  1. Το περιοδικό “Vive Le Rock
  2. Την ιστοσελίδα All music, σε κείμενο του Dave Thompson
  3. και το “Hello, Darlings!: The Authorized Biography of Kenny Everett

 

 
Leave a comment

Posted by on July 19, 2019 in punk rock, Rock