RSS

Category Archives: Reflections

Ελληνικό Punk: Συναυλία S.O.A. feat. Λάμπρος Τσάμης, Σύνδρομο και Μουσικές Ταξιαρχίες

Μια θολή και ξεχασμένη ανάμνηση που μου ήρθε πριν λίγες ημέρες συζητώντας με τον Λούη.

Πρέπει να ήταν το 1983 ή το 1984 κι αν κάνω λάθος ας με διορθώσει κάποιος.

Γινόταν μια συναυλία σε ενα αμφιθέατρο στην Πανεπιστημιούπολη του Ζωγράφου και ανέβηκα παρέα με τον κιθαρίστα μου τον Κώστα και νομίζω και με τον Τζίμη απο την Γενιά του Χάους.

Κάπου εκεί κοντά ήταν η εποχή που η τηλεόραση πρόβαλε την τηλεοπτική σειρά «Η Κάθοδος» και είχε έρθει ο Τζίμης έξω απ το Skylab και μου είχε πει χαρούμενος πως τον ήθελαν για κομπάρσο σε μια σκηνή που θα γυριζόταν σε ενα μπάρ, λόγω του δερμάτινου μπουφάν με τα καρφιά και τις κονκάρδες κλπ… Λόγω του παρουσιαστικού του με άλλα λόγια.

Αυτή ήταν μια σειρά στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ζαχαρίας Ρόχας και βγήκε στον αέρα το 1984 (το έψαξα για να δω την χρονιά και αλλού λέει 1983).

Ίσως αυτό ξεκαθαρίζει κάπως για ποια εποχή μιλάω…

Πάντως για να μην νομίζει κανείς πώς ήταν μόνο το Remember απο όπου μπορούσαμε να προμηθευτούμε ρούχα, υπήρχε και το Plaza στον πεζόδρομο στην Βουκουρεστίου όπου σταματούσαμε και μιλάγαμε με τον Παναγιωτάκη πριν πάμε στα δισκάδικα.

Εκείνο το βράδυ στου Ζωγράφου μαζευτήκαμε γύρω στους 20 με 30 ίσως και μερικοί παραπάνω, για να υποστηρίξουμε τους Ex Humans που θα έπαιζαν.

Θα εμφανιζόντουσαν ως S.O.A. δηλαδή Soldiers Of Anarchy (καμία σχέση με την τηλεοπτική σειρά “Sons Of Anarchy” που βγήκε αργότερα χαχαχα…) και πίσω απο το μικρόφωνο θα στεκόταν ο Λάμπρος “R.R. Hearse” Τσάμης.

Η πρώτη μπάντα που ανέβηκε στην σκηνή ήταν ενα συγκρότημα που λεγόταν Ψυχοβγάλτες και οταν τελείωσαν ανέβηκαν οι S.O.A.

Πέρα απο τον Havoc και τον Τρομπέτα που φορούσαν δερμάτινα, στα τύμπανα ήταν ή ο Αντρέας ή ο Φοίβος, δεν θυμάμαι, αλλά αυτό που έκανε εντύπωση στους παρευρισκόμενους ήταν ο Λάμπρος, ο οποίος βγήκε στην σκηνή με κουστούμι και γραβάτα.

Ο κόσμος που είχε έρθει, δεν ήταν εκεί για να δεί αυτά τα συγκροτήματα. Αν θυμάμαι καλά, κάποιος είχε πει πως την συναυλία διοργάνωνε ο Ρήγας Φεραίος οπότε όπως γίνεται εύκολα κατανοητό, κάθε άλλο παρά για τους S.O.A. είχε γεμίσει η αίθουσα.

Όλοι είχαν έρθει για τους Σύνδρομο και τις Μουσικές Ταξιαρχίες που έπαιζαν αμέσως μετά.

Όταν οι δικοί μας ανέβηκαν στην σκηνή, μαζευτήκαμε όλοι μπροστά μπροστά ενω υπήρχαν πολλοί απο πίσω μας που άρχισαν να αποκαλούν τον Λάμπρο «γαμπρό» λόγω του κουστουμιού.

Και μόλις ξεκίνησαν οι S.O.A. έγινε χαμός.

Στον σκληροπυρηνικό θόρυβο της μπάντας, ο Λάμπρος πρόσθεσε ουρλιαχτά και κραυγές, άρχισε να τυλίγεται με το καλώδιο του μικροφώνου και να πέφτει στην σκηνή σαν να έχει πάθει παράκρουση.

Γύρισα και κοίταξα το κοινό πίσω μου.

Είχαμε φέρει μπύρες μαζί μας και αυτό που είδα σε συνδυασμό με την ζαλάδα που έιχα, με έκανε να γελάσω: Οταν ο Λάμπρος έβαλε σκοπό του να ρίξει τα towers, δηλαδή τα ηχεία που υψώνονταν αριστερά και δεξιά στην σκηνή, το χαμόγελο χάθηκε απο τα πρόσωπα του κοινού μέσα στο αμφιθέατρο.

Ουρλιάζοντας ο Λάμπρος, που πριν αποκαλούσαν περιπαιχτικά “γαμπρό” έπαιρνε φόρα και έπεφτε με όλη του την δύναμη πάνω στα ηχεία για να τα γκρεμίσει.

Κάποιοι έπιαναν το κεφάλι τους έκπληκτοι ή τρομαγμένοι και κάποιοι είχαν σκαρφαλώσει πάνω στα καθίσματά τους είτε για να βλέπουν καλύτερα είτε για να το σκάσουν.

Τελικά, κανένα ηχείο δεν έπεσε αλλά κυκλοφόρησε αμέσως η φήμη πως όταν τελείωσε αυτή η εμφάνιση, η ΕΜΙ πρότεινε στο συγκρότημα να υπογράψουν, αλλά αυτοί αρνήθηκαν…

Δυστυχώς δεν έχω βρει κάποια φωτογραφία απο εκείνη την βραδιά και δεν έχει πέσει στην αντίληψή μου να την μνημονεύει κάποιος ολα αυτά τα χρόνια. Γι αυτό χρησιμοποιώ μια φωτό και ενα βίντεο των Ex Humans που όλοι γνωρίζουν.

Ήταν όμως μια σοκαριστική εμφάνιση, μια τρομακτική παράσταση θα μπορούσα να πω, για όλους εκείνους τους ανυποψίαστους ανθρώπους που βρίσκονταν στο κοινό.

Από οτι φαίνεται, για να την θυμάμαι ακόμα, όσα τέλος πάντων θυμάμαι, ήταν και για εμένα μια αξέχαστη βραδιά…

 

Tags: ,

Last Drive, The Flowers of Romance, Deus Ex Machina – Μάης του 1993 στην Θεσσαλονίκη

Πέρασαν 26 χρόνια απο τις δύο βραδιές  που εμφανιστήκαμε οι Flowers of Romance μαζί με τους Last Drive στο Κηποθέατρο της Θεσσαλονίκης.

Νομίζω πως ήταν λίγο πριν η σκηνή του Ελληνικού ροκ φτάσει στο αποκορύφωμά της πριν ορμήξουν οι πολυεθνικές και διαλύσουν τα πάντα.

Υπάρχει αυτό το βίντεο για να μου θυμίζει εκείνες τις δύο ηρωικές βραδιές του Μάη του 1993.

Μου το έστειλε η Steisy Μανδάλτση λίγες μέρες αργότερα, η οποία έβγαζε ενα fanzine που λεγόταν Stigmata, και βρισκόταν πάντα εκεί όποτε ανεβαίναμε με τους Flowers of Romance και φαντάζομαι πως γινόταν και γίνεται ακόμα και σήμερα μάρτυρας των περισσότερων εμφανίσεων Ελληνικών συγκροτημάτων στην πόλη.

Συναντιόμαστε και σήμερα όποτε ανεβαίνω με τους New Zero God.

Την πρώτη βραδιά, αυτή που υπάρχει σε αυτό το βίντεο, εμφανίστηκαν και οι Deus Ex Machina ενω την δεύτερη παίξανε στην θέση τους οι Panx Romana.

Με το συγκρότημα μέναμε σε ένα ξενοδοχείο κοντά στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, στο Hotel Telioni στην Αγ. Δημητρίου, και πιστεύω πως καταφέραμε να κρατήσουμε ξύπνιους όλους τους ένοικους τα δύο βράδια της παραμονής μας, από τα γέλια και την φασαρία που κάναμε.

Φυσικά, μετά το τέλος κάθε εμφάνισης, μας έπαιρναν διάφοροι φίλοι και μας αποτελείωναν σε όμορφα μπαρ της πόλης.

Η πρώτη φορά που έπαιξα στην Θεσσαλονίκη ήταν το 1989 στο Στέκι της Φιλοσοφικής, σε μια εμφάνιση που είχε διοργανώσει για εμάς ο Βαγγέλης από τους Ναυτία και τούτη εδώ ήταν η δεύτερη φορά που πηγαίναμε για να παίξουμε στην πόλη ως Flowers of Romance.

Από τότε μέχρι σήμερα νομίζω πως έχω παίξει δέκα φορές ακόμα, προσθέτoντας και τις εμφανίσεις που έκανα με τους New Zero God.

Αποκάλεσα τις δύο εκείνες βραδιές «ηρωικές» γιατί ο καιρός φρόντισε να είναι βροχερός και τις δύο νύχτες χωρίς αυτό να πτοήσει τους φίλους που ήθελαν να δουν τα συγκροτήματα και σε πείσμα του καιρού, παρέμειναν στον χώρο.

Αυτό που θυμάμαι είναι πως μιας και το Κηποθέατρο δεν είχε σκέπαστρο, τα πεταλάκια και τα τροφοδοτικά κολυμπούσαν πάνω στην σκηνή με κίνδυνο ηλεκτροπληξίας.

Την βραδιά που θα δείτε στο βίντεο, η βροχή ξεκίνησε και πάλι καθώς τελειώναμε το πρόγραμμα.

Δεν θυμάμαι σε ποια από τις δύο βραδιές, κατέβηκα από το stage και όταν σκουπίστηκα απ το νερό και βγήκα στον χώρο, είδα τους Drive να παίζουν πίσω από μια κουρτίνα καταρακτώδους βροχής…

Αυτό όμως δείχνει και την αγάπη των Ελλήνων rock μουσικών για αυτό που κάνουν. Μερικές φορές είναι επικίνδυνο (στην προκειμένη περίπτωση να πάθουν ηλεκτροπληξία) αλλά σε όλες τις περιπτώσεις, καλούνται να διαθέσουν τον χρόνο τους για την μουσική,  τα λιγοστά τους χρήματα, να κάνουν υπομονή, και πότε-πότε να θυσιάσουν και φιλίες ακόμα.

Πιστεύω πως χρονική διάρκεια αυτού που κάνεις είναι που παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο. Το για πόσο στέκεσαι δηλαδή πάνω στο σανίδι και λες στα πάντα “αντε παρατήστε με, εγω θέλω απλά να παίξω rock’n’roll”.

Στις αρχές της δεκαετίας του ’90 υπήρχε σε όλη την χώρα μεγάλη άνθηση απο fanzines. Ανεξάρτητων περιοδικών που κυκλοφορούσαν κάποιοι άνθρωποι που αγαπούσαν κι αυτοί την μουσική ως ακροατές και ήθελαν να μοιραστούν τις ανακαλύψεις τους με άλλους εραστές της ίδιας τρέλας. .

Ετσι λοιπόν, την διοργάνωση αυτού του διήμερου την ανέλαβε ενα περιοδικό της Θεσσαλονίκης, το In Rock, του Χρήστου Τερζίδη, το οποίο διανεμόταν δωρεάν σε ολα τα μουσικά στέκια της χώρας. Ίσως κάποιοι να το θυμάστε.

Ευχαριστώ και πάλι την Steisy για το βίντεο, τον Χρήστο για εκείνη την εκδήλωση και όλους όσους είχαν έρθει και εύχομαι τόσο αυτοί όσο και οι μπάντες να είναι και να περνάν καλά.

 

Tags: , , ,

Ελληνικό Punk: Μια βραδιά που δεν άνοιξε η Αρετούσα

Υπάρχουν στιγμές από την εφηβεία μας που δεν ξεκολλάν απο το μυαλό μας.

Μπορεί να έχουμε ξεχάσει κάποια σημαντικά πράγματα αλλά υπάρχουν βραδιές, ώρες, λεπτά, που μένουν μαζί μας για πάντα.

Το παρακάτω κείμενο γράφτηκε απο τον Mike Πούγουνα με την συμβολή του Φρανκ και του Λούη

(Όλες οι φωτογραφίες ανήκουν στον Φράνκ)

Νόμιζα πως θυμόμουν την βραδιά που έκλεισε η Αρετούσα, το punk club στην Πλάκα, και πως θυμόμουν καλά τι ακολούθησε εκείνο το βράδυ αλλά όταν κάθισα να γράψω αυτό εδώ το κείμενο, συνειδητοποίησα πως δεν ήμουν σίγουρος για κάποια βασικά πράγματα, όπως για παράδειγμα, το ποια ακριβώς χρονιά συνέβη αυτό που επρόκειτο να περιγράψω.

Η Αρετούσα σήμερα στο 2ο όροφο (pic by Frank)

Αρχικά θα χρησιμοποιούσα για τίτλο αυτού του κειμένου το «Η βραδιά που έκλεισε η Αρετούσα» αλλά μετά από τις διορθώσεις που ακολούθησαν, αποφάσισα να το ονομάσω «μια βραδιά που δεν άνοιξε η Αρετούσα» και θα φανεί σε λίγο το γιατί.

Δεν είχα σκοπό να γράψω εδώ, ούτε τι ήταν οι πάνκηδες, ούτε τι έγινε πριν, ούτε μετά από εκείνη την βραδιά όσον αφορά στην Αρετούσα.

Απ την άλλη, εκείνο το βράδυ δεν υπήρχε κανένας λόγος να κάτσω και να σκεφτώ «μην ξεχάσω πως όλα αυτά συμβαίνουν την τάδε του μήνα, του τάδε χρόνου».

Δεν κρατούσα ποτέ μου ημερολόγιο.

Απευθύνθηκα στον Φρανκ των Panx Romana που τότε έπαιζε με τους Stress, ο οποίος μου είπε πως «την Αρετούσα την είχα εγώ με τον Ζανή από τον Οκτώβρη του 1981 (δεν θυμάμαι ακριβώς πότε) έως το τέλος. Εμείς τα κανονίζαμε όλα για 3-4 μήνες με κάποιον που δεν θυμάμαι τώρα το όνομά του και μετά, με τον ιδιοκτήτη».

Τόσο με τον Φράνκ όσο και με τον Ζανή, εγώ και η παρέα μου από το συγκρότημα που είχαμε τότε, τους Flowers of Romance, δηλαδή εγώ, ο Τάσος και ο Κώστας, μέναμε όλοι στην Καλλιθέα.

O Φρανκ συμπληρώνει και δύο ακόμα άτομα από την περιοχή, τα οποία εγώ δεν θυμάμαι: τον Θανάση από την Χαροκόπου και τον Μανώλη από την Σιβιτανίδου τον οποίον συνέλαβε η αστυνομία και τον δίκασαν για προσβολή εθνικού συμβόλου, επειδή η μπλούζα που φορούσε είχε την Ελληνική σημαία με φερμουάρ.

Πήρα τηλέφωνο τον Λούη των Stress και τον ρώτησα αν θυμόταν πιο συγκεκριμένα ποιά βραδιά έκλεισε η Αρετούσα γιατί ήθελα να γράψω αυτό το κείμενο και δεν θυμόμουν αυτή την βασική λεπτομέρεια.

«Να λοιπόν ποιος κρατούσε ημερολόγιο» σκέφτηκα. Αλλά ύστερα είπε και ο Φράνκ πως είχε κάπου ένα ημερολόγιο και θα μπορούσε να ψάξει κι αυτός για να το βρει και με έστειλε αδιάβαστο. Αναρωτήθηκα αν στην τελική μόνο εγώ δεν είχα ημερολόγιο.

«Ήταν η βραδιά του δεύτερου punk φεστιβάλ. Ήταν Σάββατο. Μετά δεν ξανάνοιξε» μου είπε ο Λούης και πρόσθεσε πως είχε κάτι σαν ημερολόγιο και με παρέπεμψε να δω αυτό που είχε αναρτήσει κάποτε στο ιντερνετ.

pic by Frank

Εγω δεν είχα πάει εκείνο το Σάββατο, άρα ήμουν εκεί την επόμενη βραδιά, την Κυριακή;

Ο Φρανκ ήταν εκείνος που διαφώνησε και ενώ ο Λούης γράφει στο κείμενό του για το «πρωί του Σαββάτου 13 Φλεβάρη 1982» ο Φράνκ τον διόρθωσε πως «αυτό ήταν το πρώτο φεστιβάλ και πως το δεύτερο φεστιβάλ ήταν  στις 27 Μαρτίου 1982 με Stress και Αουσβιτς και πως τότε ΔΕΝ έκλεισε η Αρετούσα. Απλά δεν άνοιξε την Κυριακή 28 Μαρτίου του 1982. Δούλεψε σίγουρα ένα μήνα ακόμα και έκλεισε από την αστυνομία που κυνήγησε τον ιδιοκτήτη. Καταγράφονται όλα στις αφίσες. Μάλιστα η αφίσα της 27ης Μαρτίου λέει και για την συμφωνία που είχαμε κάνει με τον ιδιοκτήτη για να κάνουμε live με μπάντες punk και new wave κάθε Σάββατο. Δεν υπήρχε πρόθεση να κλείσει».

Οκέι, το θέμα ξεκαθαρίστηκε λοιπόν. Αυτά που γράφω αφορούν την Κυριακή 28 Μαρτίου 1982.

Εκείνο το βράδυ λοιπόν, είχα ανέβει με τον Κώστα και εξω απο το μαγαζί είχε αρχίσει να μαζεύεται κόσμος. Ο Ζανής είχε φέρει δύο καφάσια με δίσκους για να παίξει το βράδυ.

Ο Φρανκ με διορθώνει και πάλι γιατί τελικά ο Ζανής δεν έβαλε ποτέ μουσική στην Αρετούσα αλλά εκείνη την νύχτα κουβάλαγε τους δίσκους του Φράνκ και ανησυχούσε επειδή η πόρτα ήταν κλειδωμένη.

Για μισό μήνα τον Σεπτέμβρη του ‘81 είχε παίξει μουσική ο Κοστέλο και από εκεί και πέρα DJ ήταν ο Φρανκ.

Για να συνεχίσω την αφήγησή μου, εγω θυμάμαι εκείνο το βράδυ τον Ζανή να στέκεται μπροστά στην πόρτα και να μονολογεί κάτι για τον ιδιοκτήτη του club γιατί είχε βγεί η βρώμα πως είχε απειλήσει πως «αν ξαναβάλετε φωτιά στις κουρτίνες, δεν θα ξανανοίξω την Αρετούσα» ή κάτι τέτοιο.

Ποιός μπορεί να έβαλε φωτιά στις κουρτίνες το προηγούμενο βράδυ?

Ο Φρανκ για τον οποίο η Αρετούσα ήταν κάτι σαν το σπίτι του, θυμάται και λέει «που κουβαλάγαμε στα χέρια τα καφάσια απο την κάβα με το Ζανη που είχε την ευθύνη του μπαρ και τα επιστρέφαμε πάντα άδεια. Ο άνθρωπος στην κάβα σταυροκοπιόταν γιατί σπάγαμε τα μπουκάλια. Μεταφέραμε τα βινύλια και τα πικαπ, αλλά κάναμε και τις επισκευές σε όλες τις καταστροφές που προκαλούσαν οι πάνκηδες, την καθαριότητα από τα σπασμένα μπουκάλια, ενω το βράδυ το περνούσαμε παρέα με τον Αρκουδέα, οταν με 5-6 μπατσάκια μας πήγαιναν συνοδεία μέσα από την Πλάκα, από Λυσίου και Ανδριανού σαν Τέντυ Μπόυς της νέας εποχής στο αστυνομικό τμήμα της Ακρόπολης. Βλέπεις όλοι μπορούσαν να τρέξουν αλλά κάποιοι έπρεπε να κλειδώσουν. Όμως πάντα υπήρχαν συντρόφια που έμεναν για να μας κάνουν παρέα στο κρατητήριο μαζί με τους τραβεστί της Συγγρού μέχρι το πρωί».

Ο Ζανής μπροστά, ο Φρανκ πίσω και θαμώνες μροστά από την γωνιά του DJ (pic by Frank)

Δεν ξέρω πόσοι μπορεί να είχαμε μαζευτεί εξω απο την Αρετούσα στις 28 Μαρτίου του 1982. Πενήντα ή εκατό ίσως. Πάντως κανένας απο τους χουλιγκάνους που σύχναζαν στον Αρη, το μπαρ που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από την Αρετούσα, δεν ξεμύτισε.

Έβγαιναν από εκεί μέσα πολλοί μαζί μόνο αν ήσουν μόνος, για να βρουν και να την πέσουν σε πάνκηδες που κυκλοφορούσαν μόνοι ή δυό-τρείς.

Αργότερα θα είχα κι αυτή την εμπειρία.

Ο Ζανής γύρισε απελπισμένος και είπε «παιδιά, δεν βλέπω να ξανανοίξει η Αρετούσα. Ξέρω ένα jazz μπαράκι στον Λυκαβηττό όμως, που μπορούμε να πάμε να ακούσουμε μουσική. Αφού τους έχουμε τους δίσκους μαζί μας έτσι κι αλλιώς…»

Mike Πούγουνας – 1982

Και ξεκινήσαμε για το μπαράκι. Αρβύλες, δερμάτινα μπουφάν με καρφιά, κολλητά τζιν, μαλλιά καρφιά ή μοϊκανοί, μια μεγάλη παρέα, βγήκαμε στην οδό Φιλελλήνων και φτάσαμε στην πλατεία Συντάγματος.

Εκεί ο Φρανκ μπήκε στον τηλεφωνικό θάλαμο που υπήρχε στην κάτω πλευρά της πλατείας, σχεδόν απέναντι απο την αρχή της οδού Μητροπόλεως, και άρχισε να μιλάει στο τηλέφωνο, οπότε απλωθήκαμε γύρω απο το συντριβανάκι και κάτσαμε στο γρασίδι και στα παγκάκια για να τον περιμένουμε.

Εκείνος όμως μίλαγε και μίλαγε και τελειωμό δεν είχε. Ισως να πέρασε και μισή ώρα με το τηλέφωνο, οπότε κάποιοι έκαναν την αρχή και πέταξαν ένα νεράντζι ο ένας στον άλλον.

Ο νεραντζοπόλεμος, τα γέλια και το κυνηγητό στην πλατεία κράτησε αρκετή ώρα, μέχρι που ο Φρανκ βγήκε απο τον θάλαμο.

Ξεκινήσαμε και πάλι, μπαίνοντας στο Κολωνάκι, φάλαγγα κατ’ άνδρα, με στρατιωτικό βήμα, κάνοντας τους θαμώνες στις καφετέριες της πλατείας να έχουν μείνει με το στόμα ανοιχτό.

Κανα-δυό στενά μετά την πλατεία δημιουργήθηκε θέμα: κάποιοι, ανάμεσά τους και ο Φράνκ, ήθελαν να πάνε στο Λούκι, το οποίο βρισκόταν πλέον 30 μέτρα πιο πάνω και να μην ακολουθήσουν στο Jazz μπαράκι που έλεγε ο Ζανής.

Οκέι, η ομάδα διασπάστηκε. Κάποιοι πήγαν στο άλλο μαγαζί και οι υπόλοιποι ακολουθήσαμε τον Ζανή μέσα στον μισοφωτισμένο περιφερειακό του Λυκαβηττού.

Φτάνοντας έξω από το μπαράκι αρχίσαμε να μπαίνουμε με την σειρά.

Ήμουν αρκετά πίσω με τον Κώστα και μπορούσα να ακούσω οτι έπαιζε jazz. Δεν θυμάμαι αλλά ούτε ξέρω τι. Ας πούμε στην τύχη, Dave Brubeck. Ξαφνικά ακούστηκε ο χαρακτηριστικός ήχος που κάνει η βελόνα όταν γρατζουνάει το βινύλιο, δευτερόλεπτα ησυχίας και μετά η καταστροφική φασαρία κάποιου πανκ συγκροτήματος.

Ο Φρανκ με τον Ζανή στο σπίτι του Φρανκ (pic by Frank)

Ποιο μπορεί να ήταν το συγκρότημα που μπήκε στο πλατό; έβαλα στην τύχη τους Cockney Rejects.

«Δεν είχαμε δίσκο των Cockney Rejects» τόνισε ο Φράνκ που ξέρει καλύτερα τους δίσκους του και μου είπε να γράψω «κάποιο άλλο συγκρότημα» πράγμα που με έκανε να γελάσω για την ακρίβεια.

Υπήρχαν δυό ζευγαράκια έξω απο την είσοδο του μπαρ, τα οποία ετοιμάζονταν να μπουν και μάλλον με το που φτάσαμε εμείς τους κόπηκε η ορεξη.

«Τι ειναι αυτοί οι αγριάνθρωποι Λούλη?» άκουσα την μια κοπέλα να ψιθυρίζει στον συνοδό της καθώς περνούσα απο μπροστά τους. «Σκάσε, είναι πάνκηδες» της είπε ο Λούλης (το όνομα είναι τυχαίο).

Μπήκαμε μέσα στο σκοτεινό μαγαζί, και εγώ με τον Κώστα και έναν ψηλό απο την Δάφνη που τον λέγανε Σπύρο, πήγαμε και θρονιαστήκαμε στις καρέκλες ενός τραπεζιού που ήδη καθόταν μόνος του ενας τυπάκος χωρίς να τον ρωτήσουμε φυσικά.

Ο Σπύρος, ανέβασε το πόδι του πάνω στο τραπέζι, πράγμα που έκανε τον μοναχικό τυπάκο να κάνει νόημα στο γκαρσόν πως ήθελε τον λογαριασμό για να φύγει με ελαφρά πηδηματάκια.

Το τελευταίο που θυμάμαι σχετικά ξεκάθαρα, είναι πως όταν τελικά έφυγε απ το τραπέζι, ο Σπύρος γύρισε σε εμένα και τον Κώστα και μας ρώτησε «δεν μπορώ να καταλάβω τι βρίσκετε σε αυτούς τους U2 και τους ακούτε. Ποιός θα τους θυμάται μεθαύριο».

Μεγάλη ατάκα, δεν λέω, το θυμάμαι και γελάω ακόμα, και κατάφεραν να μου αρέσουν μέχρι το “Joshua Tree” αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.

Μετά η βραδιά αρχίζει να μπερδεύεται στο μυαλό μου.

Δεν ξέρω αν ήταν τότε ή αν ήταν κάποιο άλλο βράδυ μια περιπέτεια με ένα λάστιχο φορτηγού και ένα συντριβάνι.

Εχουν περάσει τριάντα επτά χρόνια απο τότε! Τριάντα επτά (37)!

Δεν πειράζει όμως, η εφηβεία έχει και την πλάκα της.

 

 
Leave a comment

Posted by on October 22, 2019 in punk rock, Reflections

 

Tags: , , , , , , ,

Jay Gorney: Being punished for having dreams in the “free world”

From the late ’40s to the late ‘50s thousands of American citizens were accused of being Communists or prone to Communism and were the subject of investigations, interrogations, prosecutions, and put in jail. How many thousands of lives were destroyed by these investigations led by Republican Senator Joseph McCarthy? A man of German-Irish descent who became famous during the Cold War era for making accusations of subversion or treason without proper regard for evidence, methods that received the international designation “McCarthyism“.

In the summer of 2019 I first discovered the song “Brother Can You Spare A Dime“, one of the major hits of the Great Depression. Since 1932 when the song was released it went through various versions by countless musicians, famous or not. Due to this occasion and thanks to luck, I got to know the story of its composer, Jay Gorney, who wrote with his friend, the lyricist, Edgar Yipsel “Yip” Harburg.

(by Mike Pougounas and John Kastanaras – for the Greek version, follow this link to Merlin’s Music Box)

Thrilled by my discovery, I called John Kastanaras, owner of a well known Greek fanzine, Merlin’s Music Box, which was a printed edition back in the ‘90s but now is a web zine. I wanted to share with him my news and once again, it turned out that the world we live in is a much smaller place than we think.

John informed me that Jay’s son, Daniel, is his cousin, since he was married to John’s cousin, photographer Efi Vlachou-Gorney. They had settled in Greece in 1975, and when she passed away Dan left Athens. He is now living at their estate “Villa Efi”, somewhere outside of Corinth.

John made sure we got in touch with him and on a Saturday morning we took the car and went to meet Dan.

After an hour and a half drive, we found ourselves at the house of Daniel Gorney, in the company of spinach pies, his dog Nino, and under the open sky looking over the Loutra Oreas Elenis and the Saronic Gulf.

Dan greeted us with joy and after making a coffee, he leaned over the table holding a dossier full of papers, musical scores and posters. Lots of songs, thousands of notes, lyrics, names known and unknown, from a very difficult era, from another world, that existed only in my mind and through movies that I watched.

THE STORY BEGINS

Of course, before going for the meeting, I did a little research. As I was taking a look through Dan’s dossier, I asked him “Who wrote the scores? Did your father know how to write notes?

He wrote them,” Dan replied with his broken Greek. “This is what he was doing for eight hours every day. He was always going around with a pencil and a sheet.

Jay Gorney was born Abraham Jacob Gornetzsky on December 12, 1896 to a Jewish family in Bialystok of the then tsarist Russian Empire. His parents were Frieda (Perlstein) and Jacob Gornetzsky

Your father had left Russia, right? Today, of course, that region from which he left belongs to Poland.

Here’s a nice story my dad’s mom used to tell.” Dan changes his tone, mimicking his grandmother: “Sometimes this area was Russia, sometimes it was Poland. People didn’t know what country we lived in, so a committee was formed to ask people if they wanted to live on the Russian side of the border or on the Polish. They discussed it for weeks, until they came up with the decision that they preferred to be in Poland, because we all knew how heavy the Russian winters are”. The way Dan imitated his grandmother, as well as the hint about the Russian winter, made us laugh.

During the Russian Revolution of 1905, Bialystok was the HQ of the radical labor movement in the area, with strong organizations such as the Bund (the Jewish Labor Movement) and the Polish Socialist Party, and also the Black Banner (a Russian anarchist communist organization that emerged in 1903 as a federation of cadres known as Chernoe Znamia or Chornoe Znamia or  Chernoznamentsy meaning The Black Banner). The Bialystok pogrom was one of a series of violent incidents against the Jews between 1903 and 1908. There was a population of 62,000 people living in this area by the end of the 19th century, 47,000 of which were Jews.  The Bialystok progrom took place from June 14 to June 16, 1906, and 88 people were killed by the imperial Russian army.

As the bloody events were escalating, the family decided to leave their home and remain hidden for the next two weeks until they found a way to flee to the US.

They arrived on September 14, 1906.

My daughter, Tatiana, has found all the names of family members on the passengers list that disembarked on Ellis island” Dan said. “My grandfather had some relatives in Detroit so this is where they went.”

Where did your father learn to play the piano?

They rented a piano by the week ‘cause his mom wanted his older brother to learn how to play,” Dan explained. “The brother wasn’t in the mood to learn, but my father attended the lessons and learned on his own. He later played for Nickelodeon. ”

PLAYING THE PIANO AT THE NICKELODEON

From 1905 to 1915 Nickelodeon was a hype in the States.

There were a number of remodeled warehouses, formed into small rooms, where people watched short silent movies at the price of 5 cents (a nickel).

Combined with the Greek word Odion, they came up with the name Nickelodeon, considered by some today as the ancestor of movie theatres.

Jay Gorney started playing music at the Nickelodeon at the age of 14.

He was playing the piano during the projection of silent movies and the bug of music stayed with him ever since. He also went also to the university and graduated in law. He joined the band of the University of Michigan, making money that he sent to his family until he finished his studies in 1917. He saved enough money from playing music back then.

Jay went to work as a lawyer for $ 20 a week, but compared to the money he made as a musician, that was nothing so he decided to focus on music.

My father met his first wife, Edelaine Roden, when the Jewish Club of the University sent him to persuade a girl to sit properly when riding a horse. The girl was Jewish and she was riding as a man instead of sitting sideways on the saddle. The two of them fell in love and she told him “Since you are a musician why do you bother with law?” So they moved to New York where he could find work in music. She was his first wife. Edelaine was crazy but she was a good person. After convincing him, he started working at Ziegfeld Follies.

The Ziegfeld Follies were a series of plays on Broadway in New York that started in 1907 and went on until 1931. They returned in 1934 and 1936 and turned into a radio show in 1932 and 1936 as “The Ziegfeld Follies of the Air.”

John Kastanaras tried to clear the picture by asking what did Jay do with Yip in the 20’s before writing “Brother Can You Spare a Dime”.

“He wrote musical reviews for the rich people to go to see live music. Ziegfeld Follies was a big name back then. It was sketches with big bands and girls with feathers.

So in what financial state did the financial crash of the 1930s find Jay Gorney?

My father got rich. Because of ‘Brother Can You Spare A Dime’ he became a wealthy man. During the depression he was at his high. The Americans could go see a movie with a nickel. It became something like television. It was THE entertainment and he wrote music for movies.”

(1933) Jay Gorney on the piano, lyricist Yip Harburg, choreographer Bobby Connelly and dancers on the scene of “Moonlight and Pretzels”

BROTHER CAN YOU SPARE A DIME

A new person appeared in Dan’s story telling:

My father met Yip Harburg in New York and together they wrote ‘Brother Can You Spare A Dime’ which was a big hit.”

Yip Harburg was a lyricist, known for his social commentary in his lyrics and his liberal ideas. He advocated racial equality, gender equality, and trade unionism. He was also a fervent critic of religion. Apart from “Brother Can You Spare a Dime” that he co-wrote with Gorney, he is known to almost everyone for the song “Over the Rainbow“, since he wrote all the lyrics of Victor Fleming’s classic “Wizard of Oz”.

The first to record “Brother, Can You Spare a Dime?”, Or “Buddy, Can You Spare a Dime?” was Leo Resman with his orchestra in 1932 and was followed almost immediately by Charlie Palloy in the same year. But the version that became a hit was Bing Crosby’s, who included it in his Portrait Of Bing Crosby album (1932).

Bing did it so well, that everybody imitated him… It’s a very moving song.

The lyrics are about an unemployed man who, after being squeezed by the system, working on railways and construction and sent to fight in WW1 for the USA with the promise of a dream. He is now a beggar, begging for a dime from passers-by.

The song was originally written for the third production of the musical “Americana” (1932) but Republicans saw it as anti-capitalist propaganda and took advantage of every means available to withdraw the song from the show, and also tried to ban it from radio broadcasting.“The lyrics of the song are too dangerous to be written by an American,” they said.

Dan shook his head and concluded, “I’ve kept an article that says that it was considered as one of the most anti-capitalist songs in history. That and Pete Seeger‘s ‘The Banks Are Made Of Marble’.” He then he came up with Seeger’s lyrics and sang cheerfully but with a twist: “But the banks are made of marble. With a guard at every door. And the vaults are stuffed with silver. That the farmer sweated for”.

“That, and ‘Brother Can You Spare a Dime’ were considered the most anti-capitalist songs. But the story of how Yip came up with the lyrics is also great. Jay Gorney had the melody and they loved it. But it was too strong for a song about a man who lost his woman, too strong about a woman who lost her man. It was what they were writing. Torch songs. And they walked through Central Park to come up with an idea for this tune they had. A guy with a pulled-up collar came up and said “Hey brother can you spare a dime?” Daddy always said ‘I don’t remember if he ever got his dime.’

It has been said that this song changed the way the average man looked at a guy in the street saying ‘Hey man, can you spare some change?’ Before the song he was a bum, a beggar. After the song… you know at this state this was a working man and a soldier.”

Dan grasped an old acoustic guitar in his hands.

“This one was given to me by Yip. From the cradle I’ve had this song. It’s the background song to my life.” he said and started singing:

They used to tell me I was building a dream
And so I followed the mob
When there was earth to plow or guns to bear
I was always there right on the job

They used to tell me I was building a dream
With peace and glory ahead
Why should I be standing in line
Just waiting for bread?

Once I built a railroad, I made it run
Made it race against time
Once I built a railroad, now it’s done
Brother, can you spare a dime?

Once I built a tower up to the sun
Brick and rivet and lime
Once I built a tower, now it’s done

Brother, can you spare a dime?

Once in khaki suits, gee we looked swell
Full of that yankee doodly dum
Half a million boots went sloggin’ through hell
And I was the kid with the drum

Say, don’t you remember, they called me Al
It was Al all the time
Why don’t you remember, I’m your pal
Say buddy, can you spare a dime?

Once in khaki suits, ah gee we looked swell
Full of that yankee doodly dum
Half a million boots went sloggin’ through hell
And I was the kid with the drum

Oh, say, don’t you remember, they called me Al
It was Al all the time
Say, don’t you remember, I’m your pal

Buddy, can you spare a dime?

A song that, as someone said contains the whole story of the Great Depression and its consequences in one sentence.

“Since ‘Brother Can You Spare a Dime’ was pessimistic, they decided to write something more upbeat in response,” Dan continues “So Jay and Yip composed ‘Dusty Shoes.’ Basically they tried to boost the morale of the average American. Here’s the lyrics sheet and the music score,” he said, and handed them over to us while he played “Dusty Shoes” on the guitar.

“The success of ‘Brother Can You Spare a Dime’ was the reason my dad was called to Hollywood in order to write music for movies because in the meantime they managed to add sound to the films. So he went to Hollywood with Edelaine, his first wife, my half-brother, and they also invited Yip to stay with them. Eventually, however, Yip took my father’s wife and ran away. I sent him a message on his 80th birthday saying “I’m thankful to you eternally. If it wasn’t for you, where would I be?”

After a few laughs, we talk a little about Yip, the song “Over the Rainbow” and the rumor about the pairing of the 1973 Pink Floyd album ‘The Dark Side of the Moon’ with the visual portion of the 1939 film ‘The Wizard of Oz’. Rumor has it that if you start playing Pink Floyd’s album right after MGM’s lion roars for the third time there are moments where the Wizard of Oz and the album appear to correspond with each other.

WITCH HUNT…

Jay Gorney

Jay Gorney remarried, this time to Dan’s mother, Sondra Karyl.

“My mother was a Communist. I am not 100% sure…,” Dan said “but she probably told him that she would accept getting married to him only if he joined the party. You see, my father was 25 years older than she was… ”

We asked him if this is when Jay joined the party.

“I don’t know, he said ‘It’s my right not to answer that question. Nobody has the right to ask me that question’ he took the fifth amendment.”

After the release of “Brother Can You Spare A Dime”, Roosevelt was elected president. Did Jay Gorney have any  war experience?

“My father had already served in World War I. He said “I fought the 1st World War with a stick.”  He conducted a military band. He tried to put on a couple of shows. During the McCarthy era they had a show, a big show called ‘Meet the People.’ A few shows opened in Hollywood. He used local talent and out of work actors and actresses. It spent three years in New York, played London. It was a big show. So, in ’56 I think, after the Black List, he tried to do it again.”

Dan stood up and went to another room. He returned with a photo.

Yes, here’s Lionel Stander. Major actor and commie. He appeared before my father on the House Un-American Activities Committee.” In 1953 they called Stander before the committee. But he wasn’t cooperative, and the whole incident described in Eric Bentley‘s skit ‘Are You Now or Have You Ever Been.’ Dan laughed and explained: “A revue, they had different skits. In one skit, there was the character of a lawyer interrogating a witness and he sang ‘Are you now or have you ever been, in love? Are you now a follower or a member of that gang that love and live where they want to…’ he tried to make fun of the committee. The Committee was asking ‘are you now or have you ever been a Communist? They closed that show really quickly. I mean the manager ran off with the cash, the electric blew out and other dirty tricks. They sabotaged that show.”

But what happened when they invited his father to the committee?

He seemed to be cooperative at the beginning. But then he started telling about how his father got US citizenship. He said that he helped his father to learn English by writing a song ‘which I’d like to perform for you now’ and he tried to sing in the House Un-American Activities Committee a song called ‘The Bill of Rights’:

‘Old Thomas Jefferson he said one day, the people have got to be respected.

I won’t be here for very long so come what may their rights always have to be protected.

The Sage of Monticello was such a prophetic fellow and according to his likes, he wrote the Bill of Rights.

All of our problems have a solution in what Mr. Jefferson wrote. The first ten amendments to our constitution to which please note: quote…” and Dan sung the first amendment from the Bill of Rights to his father’s tune.

Suddenly Dan stopped singing.

He tried to sing that and they brought the gavel” Dan hits softly the table three times and continues “Mr. Gorney there’ll be no singing in this hearing. And daddy, my poor little daddy who was so shy and afraid of authority he said ‘but you had so many pigeons signing here. Trained pigeons I’d call them.’ He wouldn’t say stool pigeons ‘cause that was a dirty word and he was very polite. And they shut him up.”

So they ruined his career.

The FBI was on the phone. Was outside the door. Any time they heard of a job offer or a project they called up and said ‘do you know he is a commie? Do you know that the American Allegiance is gonna come out and picket you if you put this music on?” And they surrounded him and made it impossible for him to work. That’s the Black List. It’s not just a list. FBI agents would follow me to school and spoke to the principal of my high school. They interviewed my first grade teacher ‘did little Daniel say anything… communist?’ My first grade teacher… I mean they really surrounded the whole family. They made it impossible for him to work so my mother was forced to go work.

Did this stop at some point?

It was the height of his carreer. He must have been 55-60 when this happened. He continued to write but he couldn’t get anything produced. He worked with other black listed writers and it was quite literally a conspiracy to keep these people off the market. It’s one of the reasons I live in Greece. I left the country that prosecuted my daddy. Most of this industry is about money, and there were progressive people who built the American musical theater. Most of them, like Gershwin and others, happened to be German-Jews and Russian-Jews. Yip was friends with the Gershwin brothers in high school. Yip was poor. Gershwin was a German Jew. They had a gramophone and Yip visted them to listen to records of Gilbert and Sullivan.

We asked him if there were any Jews on the side of the accusers at the time of McCarthy that were chasing other Jews on the grounds that they were Communists.

The lawyer for McCarthy,” Dan replies, Roy M. Cohn. McCarthy’s lawyer. Senator McCarthy was an alcoholic from the Midwest. A W.A.S.P. (White Anglo-Saxon Protestant). Roy M. Cohn said to McCarthy, this is right after World War II and the Holocaust. “You can’t go after this Jewish commies. You can’t do it because you’re a Mick and you’ll look just like Hitler. But me, I’m a Jewish boy. I’ll go after them. He was actually a mentor to Nixon and Trump. So he hired a nice Jewish boy.”

We spoke a little about the “duck and hide drill”.

It was the Cold War, commies were painted, they had horns and a tail. They were the evil.

Jay Gorney

SHIRLEY TEMPLE

One night in 1933, Jay Gorney was coming out of the movie theatre where he watched the short movie ‘Merrily Yours’ (also known as ‘Frolics of Youth’) starring Shirley Temple. He found her dancing outside the theatre and recognized her. He arranged an audition for her for December 7, 1933 for the movie ‘Stand Up and Cheer!’ Temple took the part and signed a contract with Fox Film Corporation for $ 150 a week. This role was decisive for her career. “The producer of the movie ‘Baby, Take a Bow’ (1934) wanted a 14-year-old girl to play in the film, but my father insisted and told him to try Shirley Temple first.

The Fox executives liked her so much that they started promoting her immediately. On the movie she sang and danced with James Dunn.

There’s a great movie where Shirley dances with the black actor, Bill “Bojangles” Robinson,” Dan says.

Shirley Temple enjoyed collaborating with Bill “Bojangles” Robinson. Off camera she was calling him Uncle Billy.

ROYALTIES

We wondered if ASCAP is working properly .

ASCAP is a fantastic organization,” Dan says. “It’s a big, strong, aggressive, paying organization. I get royalties for my father. The copyright stands for 75 years after the composer’s death.” This is when Dan comes with information that we didn’t know. “My old man was one of the founding members of the American Guild of Authors and Composers (AGAC).” To sum up, this organization, which protected writers and composers, had started as a Songwriters Protective Association in 1931 and changed its name to the American Guild of Authors and Composers in 1958. “There was nothing before that. In 1915 the song ‘Tea for Two’ was sold for 10 dollars. And he sold all the rights in Tin Pan Alley.”

OTHER JAY GORNEY SONGS

The discussion with Dan evolves around other songs that his father wrote and Dan points out that he probably wrote about 500 songs, but none of them repeated the success of “Brother …”

John remembered Billie Holiday singing “You’re My Thrill” which Gorney wrote in 1933 for the film “Jimmy and Sally”. I found dozens of cover versions of this song, most notably by Peggy Lee (1956), Ella Fitzgerald (1961), Nat “King” Cole (1966), Chet Baker (1988), Robert Palmer (1990), Joni Mitchell (2000) and others. Billie Holiday’s version came out in 1950.

What a beautiful song. Torch song” Dan added. “Billie nailed it and nobody dared to do it.”

THE SECRET OF LIFE

When I was 18-20 years old,” says Dan, “my father told me the secret of life. He asked me, ‘do you want to know the secret?’ I said ‘what’s the secret?’ he said ‘don’t write music at the piano. You write music on your walk down Broadway and you try to bring it back and remember it. At the piano you only play what you learned yesterday.’ I’m not a musician particularly but for him that was the most important secret of life. I think, to me, that’s one of the most endearing things that shows who my daddy was. Fantasy is the ultimate instrument but it’s not always easy to play what you hear in your head.”

Jay Gorney died on June 14, 1990 at the age of 93. Apart from Dan, he also had a daughter with Sondra Karyl. She’s Dan’s big sister, Karen Lynn Gorney, and because, as I said before, the world is too small, Dan’s sister was John Travolta‘s dancing partner in “Saturday Night Fever“. Their older half-brother, Dr. Rod Gorney, is a well-known psychiatrist in California.

Dan Gorney, after his beatnik years in Greenwich Village, went through a hippie phase, and moved to Greece in 1975 where, as he says, he found what he was looking for.

We ask him if he ever got into music professionally.

The definition of professional is you get paid,” he says. “The phrase says ‘he who pays the piper, calls the song.’ If you get paid, the guy who’s paying says ‘sing this’. If you don’t get paid you can sing whatever the fuck you want. I just play. I love playing.”

“Brother, Can You Spare a Dime?”, Or “Buddy, Can You Spare a Dime?” is one of the best-known American songs of the era of economic depression of the 1930s. It has been covered by over 100 artists, including legends such as Al Johlson, Abbey Lincoln, Mel Torme, Tom Jones, Dean Martin, Connie Francis, The Weavers, Peter, Paul & Mary, Jesse Colin Young, Dr. John with Odetta, Judy Collins, Eartha Kitt, St Valentine’s Day Massacre (Jon Lord‘s band after Artwood and Deep Purple), Sun Ra Arkestra (with Phil Alvin on vocals), Dave Brubeck , Eugene Chadbourne, Thea Gilmore, George Michael and Tom Waits. Want more?

Thank you very much Dan Gorney for the hospitality, the time you spent with us and for your memories. And, of course, for the lunch at the beach of Loutra Oreas Elenis. And to Tatiana Gorney-Vlachou of course for the photos from her personal archive…

Take care and be safe, Dan …

 
Leave a comment

Posted by on October 15, 2019 in Interviews, Jazz, Music, Politics, Reflections

 

Tags: , , , , , , ,

Δώσε του Cult και πάρε του την ψυχή: Godzilla εναντίον Hedorah

Έβαλα χτες να δω την ταινία Godzilla εναντίον Hedorah. Μια παραγωγή του 1971, των Ιαπωνικών Toho Studio.

Οι ταινίες με τον Godzilla ήταν η Κυριακάτικη διασκέδαση των παιδικών μου χρόνων, όταν όλα τα παιδιά της γειτονιάς ξεκινούσαμε να πάμε στο Σινάν, τον κινηματογράφο της περιοχής για να δούμε δύο ταινίες: η μία είχε πρωταγωνιστή τον Godzilla ενώ η άλλη ήταν κάποια ταινία με τον Ταρζάν, ή Ελληνική, ή Τούρκικη ή καράτε, western κλπ.

Φυσικά μαζεύονταν πιτσιρίκια απο ολη την γύρω περιοχή, και η κινηματογράφος ήταν κατάμεστος, Κυριακή μεσημέρι, ενώ το κυλικείο ξεπουλούσε τα κορνέ και τα σάμαλι στο διάλειμμα.

O Godzilla είναι η πιο γνωστή δημιουργία των Ιαπωνικών Toho Studio  και πρόκειται για ενα kaiju, οπως ονομάζονται αυτές οι Ιαπωνικές ταινίες με τα τεράστια παράξενα τέρατα. Ο όρος kaiju μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τα ίδια αυτά τέρατα, τα οποία συνήθως επιτίθενται σε μεγάλες πόλεις και συγκρούονται με στρατιωτικές μονάδες ή με άλλα τέρατα.

Το είδος kaiju είναι ένα παρακλάδι της tokusatsu (特 撮, «ειδική κινηματογράφιση») και μπορεί να θεωρηθεί συνώνυμο με τον όρο «Ιαπωνικές ταινίες με τέρατα».

Η πρώτη αυτού του είδους θεωρείται το Godzilla του 1954 και οι χαρακτήρες των ταινιών αυτών είναι συχνά μεταφορικοί. Ο Godzilla για παράδειγμα, αντικατοπτρίζει τον φόβο της μεταπολεμικής Ιαπωνίας για τα πυρηνικά όπλα, μετά από τις επιθέσεις με ατομικές βόμβες στην Χιροσίμα και στο Ναγκασάκι, καθώς και μετά το συμβάν με το αλιευτικό Lucky Dragon 5, τα 23 μέλη του οποίου μολύνθηκαν από τα πυρηνικά απόβλητα της δοκιμής που έκαναν οι Αμερικάνοι στο Bikini την 1 Μαρτίου του 1954. Άλλοι kaiju χαρακτήρες είναι οι Rodan, Mothra, King Ghidorah και o Gamera.

Συνολικά μέτρησα 32 ταινίες του Godzilla απο το 1954 μέχρι και το 2018, Ιαπωνικές και Αμερικάνικες παραγωγές.

Το “Godzilla εναντίον Hedorah” που είδα χτες λοιπόν, δεν ήταν καλό. Θέλω να πω πως, μετά από τόσα χρόνια και έχοντας δει ταινίες με ειδικά εφέ που έχουν πλέον φτάσει σε πολύ υψηλό επίπεδο, ίσως να είμαι πολύ σκληρός με την κριτική μου αλλά σε αυτό το θέμα η ταινία ήταν τουλάχιστον παιδική.

Όμως, το μήνυμα της, το 1971, ήταν πάρα πολύ σύγχρονο: Ο Hedorah είναι ένα τέρας το οποίο έχει δημιουργηθεί από την μόλυνση που υπάρχει στους ωκεανούς. Από τα σκουπίδια και τα απόβλητα δηλαδή των ανθρώπων και βγαίνει στην στεριά για να τραφεί από την κάπνα και την ατμοσφαιρική ρύπανση της σύγχρονης ζωής.

Όλα αυτά, παρουσιάζονται μεταφορικά από τον σκηνοθέτη Yoshimitsu Banno ως ένας θανάσιμος κίνδυνος για τον πλανήτη, πριν 50 περίπου χρόνια.

Βέβαια, στην περίπτωση της ταινίας, αναλαμβάνει την λύση ο Godzilla.

Αυτό που κέρδισε σε εμένα τις εντυπώσεις είναι η μουσική του Riichiro Manabe ο οποίος έγραφε μουσική για ταινίες επιστημονικής φαντασίας και τρόμου.

Η ταινία ανοίγει με το “Kaese! Taiyo Wo” (Return! The Sun) το οποίο τραγουδά η 23άχρονη τότε Keiko Mari.

Η μουσική του Manabe δανείζεται πολλά στοιχεία από την jazz αλλά έχει και κάποια γκαράζ ροκ περάσματα.

Έτσι, πέρα από την αφέλεια των ειδικών εφέ, το προφητικό μήνυμα του σεναρίου, η ταινία διαθέτει ενα αρκετά καλό soundtrack που θα ακουστεί αρκετά προοδευτικό στα αυτιά μας με την εικόνα που έχουμε για την Ιαπωνία των αρχών της δεκαετίας του ’70.

Μην δείτε την ταινία, δεν θα το αντέξετε αν είστε πάνω από 10 ετών, δώστε όμως μια ευκαιρία στο soundtrack της το οποίο ποστάρω εδώ:

 

Tags: , , ,

Ενα μονοπάτι που καταστράφηκε απ το μίσος

Στην δεκαετία του ’70 είχα εναν φίλο, μεγαλύτερο απο εμένα, ο οποίος πήρε κανα-δυό φορές το Μagic Βus και ήρθε στην Ελλάδα απο την Αγγλία.

Το ταξίδι κρατούσε τρεισήμισι μέρες και κόστιζε 25 λίρες και περνούσε μεσα απο Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία και έκανε μια στάση Θεσσαλονίκη και τερμάτιζε Αθήνα.

Δεν ξέρω αν το έκανε επειδή ήταν φοιτητής στην Αγγλία και το εισιτήριο του ερχόταν φτηνότερα ή επειδή ήθελε απλά να γνωρίσει κοπέλες, αλλά φαντάζομαι πως ήταν μεγάλη ταλαιπωρία…

Μου είχε πεί πως το λεωφορείο έφευγε μια συγκεκριμένη ωρα την Τρίτη απο την οδό Φιλελλήνων, στην Αθήνα, απέναντι απο την Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου και πως στο πίσω μέρος κοιμόντουσαν οι οδηγοί οι οποίοι ηταν και μηχανικοί για περίπτωση βλάβης.

Νομίζω πως θυμάμαι μια τζαμαρία που έγραφε Magic Bus, εκεί που είναι ακόμα και σήμερα η στάση του λεωφορείου, δίπλα στην είσοδο για την Πλάκα.

Ελεγε οτι υπήρχε κάποια σύνδεση με την Ινδία που μπορούσες να πάρεις μετά, αλλά ποτέ δεν έμαθα πως γινόταν…

Σύμφωνα με τον Rory MacLean,  τον συγγραφέα του βιβλίου “Magic Bus: On the Hippie Trail from Istanbul to India” το πρώτο γνωστό λεωφορείο ήταν κάποιο που μετέφερε ενα group Γάλλων τουριστών απο το Παρίσι στην Βομβάη το 1956.

Ανάμεσα στους επιβάτες βρίσκονταν δύο γνωστές Γαλλίδες ηθοποιοί και 14 ακόμα άτομα ενω τους πήρε δύο μήνες για να ολοκληρώσουν αυτό το ταξίδι των 14.000 χιλιομέτρων.

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν διάβασα το “On The Road” του Jack Kerouac, άρχισα να μπαίνω στο νόημα της γοητείας ενός τέτοιου ταξιδιού που το έκανε αδύνατο η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν καθως και οι εξελίξεις αργότερα στο Ιραν και στις υπόλοιπες χώρες.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Αλλά ο Kerouac δεν είχε κάνει μόνο εμένα να σκέφτομαι τα ταξίδια, είτε με ωτοστόπ είτε με οτιδήποτε άλλο.

Αυτές τις μέρες έβλεπα ένα άρθρο να ξεφυτρώνει συνέχεια μπροστά μου σχετικά με το «Χίππικο Μονοπάτι» και μου κίνησε το ενδιαφέρον.

Είναι ενα κείμενο που έγραψε φέτος στις 9 Αυγούστου ο Mitchell Friedman  για την Agenda, μια ηλεκτρονική έκδοση των (άγνωστων σε εμένα) ξενοδοχείων Tablet.

Θα το χρησιμοποιήσω λοιπόν σαν βάση αλλά θα προσθέσω και αποσπάσματα απο άλλα κείμενα που θα βοηθήσουν να κάνω ενα ταξίδι σε εκείνους τους δρόμους που ακολούθησαν πολλοί νεαροί, επηρεασμένοι απο τον Kerouac, και την beat γενιά γενικότερα.

Αρχικά φανταστείτε έναν έφηβο που αποφασίζει να πάει με ωτοστόπ από το Λονδίνο στην Καμπούλ. Τώρα φανταστείτε «εκατοντάδες χιλιάδες άλλους σαν κι αυτόν να ξεκινούν κι απο τις δύο πλευρές του Βόρειου Ατλαντικού για να πάνε μέσω της Ευρώπης στην Ινδία, το Νεπάλ και ακόμα πάρα πέρα. Ταυτόχρονα, μερικοί ταξιδιώτες απο την Αυστραλία, είχαν τον ίδιο προορισμό περνώντας μέσα απο την Νοτιο-Ανατολική Ασία. Απο την Δυτική Ευρώπη ο δρόμος περνούσε απο την Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα (με μια στάση στα Μάταλα ίσως?) ή την Βουλγαρία, Τουρκία, Ιραν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία και Νεπάλ. Προτιμότερο μεταφορικό μέσο ηταν το βανάκι της Βολκσβαγκεν αλλά άλλοι έκαναν ωτοστόπ ή έπαιρναν το τραίνο. Υπήρχαν και εξειδικευμένες πανσιόν στον δρόμο για τους ταξιδευτές» αναφέρει ο Hans Roodenburg στο website του “On the Hippie Trail”.

Μπορεί ολο αυτό να ακούγεται τολμηρό, άγριο ή τρελό σήμερα, το 2019, συνέβαινε όμως με εκπληκτική συχνότητα το 1969, σε μια διαδρομή γνωστή ως «Χίππικο Μονοπάτι» κάνοντάς με να πιστεύω πως αντί ο κόσμος να πηγαίνει μπροστά πάει πίσω…

Τα ταξίδια που έκαναν οι χίπις στην ανατολή, είναι η εύθυμη εκδοχή απέναντι στα βίαια ταξίδια που έκαναν οι συνομήλικοί τους στο Βιετνάμ – και σήμερα αντιπροσωπεύουν μια τραγική εναλλακτική ιστορία των χωρών που κάποτε επισκέπτονταν αλλά που σήμερα σπαράσσονται απο πολέμους. Τονίζουν με αυτό τον τρόπο το πόσο γοητευτικές είναι αυτές οι περιοχές, και πως θα μπορούσαν αποκτήσουν και πάλι τουρισμό απο ολο τον κόσμο αλλά και να αποκατασταθεί η παγκόσμια εκτίμηση για τον πολιτισμό τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 έως και τη δεκαετία του ’70, οι νέοι έβγαιναν στο δρόμο μαζικά για να επισκεφθούν κάποια μέρη που σήμερα θεωρούνται απο τα πιο επικίνδυνα του πλανήτη.

Στην εποχή του, όμως, το μονοπάτι, όπως και το ίδιο το κίνημα των hippies, αποτελούσε μια μορφή εξέγερσης ενάντια στην αυστηρή κονφορμιστική κουλτούρα που επέβαλε η μεγαλύτερη γενιά. Αν οι γονείς τους πετούσαν με τζετ για το Παρίσι και τη Ρώμη, εκείνοι πήγαιναν με ενα πολύχρωμο Volkswagen βανάκι στην Τεχεράνη και στο Κατμαντού.

Αλλιώς, αυτό που χρειαζόσουν ήταν να φτάσεις με κάποιο τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Το μέρος για να βρείς συντρόφους ή να ζητήσεις πληροφορίες και συμβουλές για το πού να πάς, ήταν το Pudding Shop, ένα καφέ κοντά στο Μπλε Τζαμί που το είχαν δύο αδέρφια, ο Idris και ο Namak Colpan.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

Οι πρώτες εμπνεύσεις για το μονοπάτι μπορούν να εντοπιστούν πίσω στους beatniks. Ο Jack Kerouac και ο William Burroughs θεωρούνται μερικές φορές η πρώτη πηγή έμπνευσης για τους οπαδούς τους που πήγαιναν στο Μαρόκο, όπως έκαναν κι εκείνοι στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Jack Kerouac, William S. Burroughs, Allen Ginsberg, Peter Orlovesky, Tennessee Williams, Truman Capote, όλοι τους ταξίδεψαν μέχρι την Ταγγέρη στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Πολλοί απο αυτούς πήγαν να συναντήσουν εκεί τον Αμερικανό συγγραφέα και μουσικό Paul Bowles, ο οποίος έζησε στην πόλη αυτή για 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.

Ο πρώτος που μετακόμισε εκεί ηταν ο Burroughs ο οποίος νοίκιασε ενα δωμάτιο, επηρεασμένος απο τον Bowles. Τον Νοέμβριο του 1954, επέστρεψε στην Ταγγέρη, μετά απο ενα τραγικό ατύχημα κατα το οποίο πυροβόλησε και σκότωσε κατα λάθος την γυναίκα του στο Μεξικό, καθώς παίζανε μεθυσμένοι κάποιο παιχνίδι.

Στην Ταγγέρη δούλεψε για τέσσερα χρόνια το βιβλίο του «Γυμνό Γεύμα» και το 1957 κατέφθασε και ο Kerouac με σκοπό να τον βοηθήσει να γράψει κάποια χειρόγραφα αλλά αυτός έμεινε μόνο για εναν μήνα.

Στις 22 Μαρτίου του 1957, τους ακολούθησαν και ο Αμερικάνος ποιητής και ηθοποιός Peter Orlovsky, παρέα με τον Irwin Allen Ginsberg, και ο Burroughs με τον Kerouac τους περίμεναν στο λιμάνι.

Η φήμη της Ταγγέρης ως πόλη-έμπνευσης έφτασε και σε άλλους καλλιτέχνες όπως ο Brion Gysin, ένας Βρετανός ζωγράφος, συγγραφέας, ποιητής και ερμηνευτής που μετακόμισε στην εκεί το 1950 για να ανοίξει με τον Mohamed Hamri ένα εστιατόριο που ονομαζοταν «Οι Χίλιες και μία νύχτες» οπου έπαιζαν μουσική οι Βερβέροι Σούφι, Master Musicians of Jajouka από το χωριό Jajouka. Με αυτούς έπαιξε αργότερα και ο Brian Jones των Rolling Stones στο άλμπουμ “Brian Jones Plays With The Pipes Of Pan At Joujouka” το 1971.

Ο Geoff Dyer είναι ο συγγραφέας του ταξιδιωτικού βιβλίου “Yoga for People Who can’t be Bothered to Do It” και το 1983 είχε ενα ατυχές συμβάν με κάποιες παράνομες ναρκωτικές ουσίες στο Μαρόκο.

25 χρόνια αργότερα επέστρεψε για να βρεί τί ειχε απομείνει απο τους χίππηδες στην χώρα, να αντιμετωπίσει εκείνη την κακή εμπειρία του και να περιγράψει στην εφημερίδα Guardian τι είχε βρεί…

«Ως επιμελής ρεπόρτερ εψάχνα για σημάδια εναπομείναντως χιππισμού. Δεν υπήρχαν. Ή τουλάχιστον υπήρχαν κάτι λίγα, όπως ο τύπος με το σακίδιο στην πλάτη, στο Cafe des Epices στο Place Rahba Qedima, που διάβαζε το “Hideous Kinky” (μια αυτοβιογραφική νουβέλα της Esther Freud, δισέγγονης του Sigmund Freud και κόρης του Βρετανού ζωγράφου Lucian Freud). Υπήρχαν επίσης λεπτομέρειες που είχαν γίνει μέρος της καθημερινής ζωής παντού: κεριά, θυμιάματα, κοσμήματα, χάντρες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Στην Ινδία, ειδικά στη Goa, μπορεί κάποιος ακόμα να συναντήσει πενηντάρηδες και εξηντάρηδες που πήγαν εκει στην δεκαετία του ’70 και έμειναν, κάνοντας γιόγκα, διαλογισμό και άλλα τέτοια, αόριστα ανατολικά. (Εγιναν οι παπούδες της psy-trance σκηνής των 90ς). Αυτά τα άτομα απουσίαζαν απο το Μαρακές. Για να καταλάβουμε τι απέγινε η μαγεία στο Μαρόκο, έπρεπε να επιστρέψουμε και πάλι, στους νονούς της hippy σκηνής, στους Ginsberg, Burroughs και Kerouac, τους Beats, που ήρθαν εδώ στα τέλη της δεκαετίας του 1950

Στη δεκαετία του ’60, καθώς οι beatniks έδωσαν τη θέση τους στους hippies, η αυξανόμενη δημοτικότητα του Βουδισμού και του Ινδουισμού έστρεψε το μονοπάτι προς τα ανατολικά. Το πιο διάσημο παράδειγμα ήταν, το επιβλητικό ταξίδι των Beatles για να δούν τον Maharishi Mahesh Yogi στην Ινδία.

Ο Christian Caryl στο άρθρο του «Οταν το Αφγανιστάν ήταν απλά μια στάση στο Χίππικο μονοπάτι» αναφέρει…

«Στις αρχές του 21ου αιώνα, έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε το Αφγανιστάν ως τόπο καταραμένο από εναν αιώνιο πόλεμο, μια ατέρμονα αιμορραγική πληγή στο παγκόσμιο πολιτικό σώμα. Αυτό που παραβλέπουμε είναι ότι αυτή η εικόνα της χώρας είναι μια πρόσφατη εφεύρεση, η οποία εχει να κάνει με το πρόσφατο παρελθόν της. Στη δεκαετία του 1970, πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος, η κοινή άποψη για το Αφγανιστάν ήταν απόλυτα διαφορετική – ήταν περισσότερο κάτι σαν το Μπαλί ή το Μπουτάν, από οτι ενα γεωπολιτικό πρόβλημα. Αυτά ήταν τα χρόνια του «Χίππικου Μονοπατιού», όταν οι αυτοαποκαλούμενοι “ταξιδιώτες του κόσμου” συσσωρεύονταν σε μεταχειρισμένα βανάκια Volkswagen και ξεκινούσαν για ένα μονοπάτι εσωτερικής ανακάλυψης που οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη στο Κατμαντού.

Το Αφγανιστάν δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού, αλλά ήταν σίγουρα ψηλά στις προτιμήσεις. “Η Herat [στα σύνορα με το Ιράν] ήταν ο πρώτος πραγματικός προορισμός στο Χίππικο Μονοπάτι”, θυμάται ένας ταξιδιώτης. “Η παρανοία του καταπιεστικού ελέγχου στην Τουρκία και στο Ιράν έμενε πίσω για μια πιο άγρια αλλά φιλόξενη κατάσταση αναρχίας.” Οι Αφγανοί φαίνονταν να αγαπούν τους ξένους. Μπορούσες πάντα να βρεις κάποιον που θα σου διέθετε κάμποσο απο τον χρόνο του για μια φιλική συνομιλία – ή για μια κοινή δειγματοληψία από το πολύ καλό τοπικό χασίς. Όλοι φαίνονταν να το καπνίζουν. Και οι τιμές ήταν τόσο χαμηλές που δεν παλεύονταν. Ναι, φυσικά, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της τοπικής κοινωνικής εξαθλίωσης. Αλλά σίγουρα η καλύτερη θεραπεία για αυτούς τους ανθρώπους ήταν να ξοδέψετε με κάποιον τρόπο τα χρήματα σας στον τόπο τους.

Στην Καμπούλ θα μπορούσατε να μείνετε στο Sigi’s Hotel, ένα ορόσημο στο μονοπάτι. Δεδομένου ότι το δολάριο ή το Γερμανικό μάρκο διένυαν μια τόσο μεγάλη απόσταση στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του 1970, θα μπορούσατε εύκολα να μείνετε εκεί για εβδομάδες, μαστουρώνοντας, να γευτείτε φθηνά κεμπάπ ή να βγείτε έξω στους φανταστικούς αρχαιολογικούς χώρους που ήταν σπαρμένοι στην πόλη και τα περίχωρα της. (Οι πραγματικοί χίππηδες απολάμβαναν ιδιαίτερα την επικοινωνία με τους γιγαντιαίους Βούδες που είχαν χαραχθεί σε μια βουνοπλαγιά στο Bamiyan, μια μέρα περίπου απόσταση από την πρωτεύουσα.) Στη συνέχεια, όταν θα έφτανε η ωρα, θα μπορούσατε να συνεχίσετε το ταξίδι σας μέχρι το Νεπάλ, το El Dorado για τους χρήστες παραισθησιογόνων ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, οι συχνοί επισκέπτες του μονοπατιού θυμούνται την παραμονή τους στο Αφγανιστάν – στο εύθραυστο Αφγανιστάν – με ιδιαίτερη αγάπη.

Αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Οι Δυτικοί που ζούσαν στην πραγματικότητα στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’70, στις περιηγήσεις τους οταν κάνανε την θητεία τους με το Ειρηνευτικό Σώμα ή με τα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα, αγάπησαν τον τόπο για τον χαλαρό εξωτισμό του. Εάν χρειαζόσουν μια κομψή πολυτέλεια, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να πας σε ένα από τα κλαμπ για αλλοδαπούς που προσέφεραν όλες τις ανέσεις ή να επισκεφτείς το Hotel Intercontinental για μια βουτιά στην υπέροχη πισίνα του. Ηταν μια μικρή αμαρτία. Ένας Αμερικανός φοιτητής γυμνασίου, ο πατέρας του οποίου είχε κάποια δουλειά να κάνει στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, δεν φοβόταν εκείνη την εποχή να πάρει το λεωφορείο για το Πεσαβάρ, πέρα από τα σύνορα στο Πακιστάν, και να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο.

Τέτοιες απόψεις δεν ήταν εντελώς απατηλές. Στην αρχή της δεκαετίας του 1970, το Αφγανιστάν ήταν αναμφισβήτητα φτωχό και υποβαθμισμένο, αλλά φάνηκε να σημειώνει αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθειά του να αγκαλιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην έκδοση του οδηγού που έγραψε για την Καμπούλ, το 1971, η Αμερικανίδα συγγραφέας Nancy Hatch Dupree στεναχωριόταν επειδή δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τα αξιοθέατα μιας πόλης στην οποία η “αλλαγή είναι αχαλίνωτη”. Αλλά ήταν αποφασισμένη να καταγράψει τις υπόλοιπες ομορφιές που παρέμειναν – όπως το εστιατόριο Khyber στον πρώτο όροφο του υπουργείου Οικονομικών στην πλατεία Pushtunistan: “Είναι ένα δημοφιλές σημείο συνάντησης στην Καμπούλ, ειδικά το καλοκαίρι, όταν τραπέζια πεζοδρομίων που βρίσκονται κάτω από χαρωπές ομπρέλες φιλοξενούν κουρασμένους περιηγητές. Ο Κινηματογράφος Ariana δίπλα στο εστιατόριο προβάλει ξένες ταινίες σε πολλές διαφορετικές γλώσσες.“»

Η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση έφτιαξαν από κοινού μια καταπληκτική, απίστευτα ομαλή εθνική οδό που διέρχεται από το κεντρικό Αφγανιστάν. Κάποτε στην Καμπούλ, υπήρχαν ομοϊδεάτες χίπηδες παντού, ειδικά γύρω από την οδό Chicken Street και την οδό Green Doors. Μερικοί απο αυτούς έστησαν αξιοπρεπείς επιχειρήσεις εισαγωγής-εξαγωγής  χειροποίητων αφγανικών γαμήλιων παλτών, τα οποία ήταν της μόδας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’60».

Αυτή η εισροή νεαρών μακρυμάλληδων απο την δύση προξενούσε περιέργεια στους ντόπιους, οι οποίοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήταν συνηθισμένοι σε τουρίστες κάθε είδους τότε. Αλλά ήταν γενικά φιλόξενοι και πολλοί βρήκαν καλοσυνάτους τρόπους για να αντλήσουν επιπλέον έσοδα. Την εμπειρία αυτή διακωμωδεί το 1971 η Ινδική κινηματογραφική ταινία “Hare Rama Hare Krishna”, σε μια σκηνή της οποίας εμφανίζονται μερικοί hippies να καπνίζουν χασίσι με τα πιπάκια τους ενω ακουγεται το εξαιρετικά δημοφιλές την εποχή εκείνη, τραγούδι “Dum Maro Dum” της Asha Bosle.

Οι hippies ξόδευαν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας με τον ντόπιο πληθυσμό από οτι οι παραδοσιακοί τουρίστες και δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για πολυτελή καταλύματα, ακόμα κι αν μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά (κάτι που λίγοι απο αυτούς μπορούσαν) ενω μερικοί την έβρισκαν με την φύση. Φυσικά, ήταν ακόμα πραγματικοί τουρίστες, αν και διαφορετικού είδους, και ο ηδονισμός ήταν ο πρωταρχικός τους στόχος.

Ένα ινδικό hotspot που ονομαζόταν Crank’s Ridge προσέλκυσε ακόμα περισσότερες διασημότητες, έχοντας κερδίσει μια ενδιαφέρουσα φήμη ως “κέντρο θετικής ενέργειας”. Ολοι, από τον Timothy Leary ως τον Cat Stevens το επισκέφθηκαν, ενω ενας ντόπιος ακόμα θυμάται εκείνον τον ξένο “που τραγουδούσε πολύ μαζί με τον φίλο του και περιπλανιόταν στην γύρω περιοχή με την κιθάρα του.” Αυτός ήταν ο Bob Dylan.

Δεν είχαν όλοι οι ταξιδιώτες μακριά μαλλιά και δεν άκουγαν ολοι rock’n’roll. Ουτε είχαν διαβάσει όλοι την Ωδή του Allen Ginsburg που είχε γράψει στο περιοδικό The Atlantic για το νόμιμο κάπνισμα της μαριχουάνας στην Ινδία. Και δεν έκαναν ολοι αυτοί ναρκωτικά. Αλλά σε γενικές γραμμές – και λόγω του εύρους του μονοπατιού, θα πρέπει να γενικεύσουμε και να πούμε πως το έκαναν.

ΥΠΗΡΧΑΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Κατά κάποιο τρόπο, η αναζήτηση ναρκωτικών δεν φαινόταν να παρεμποδίζει την εμπειρία, αλλά να διευκολύνει πραγματικά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτισμών. Να το εξηγήσουμε αυτό:

Σε μία από τις λίγες απόπειρες μιας ολοκληρωμένης καταγραφής της ιστορίας του «Χίππικου Μονοπατιού» από τους συγγραφείς Sharif Gemie και Brian Ireland, μπορείτε να βρείτε μια έκθεση της Daily Express του 1967, που εκτιμά ότι το ένα τέταρτο αυτών των προσκυνητών ήταν εθισμένοι στα ναρκωτικά. Ο Observer με τη σειρά του το περιέγραψε ως “μια ετήσια πλημμύρα δεκάδων χιλιάδων νέων που αναζητούν αφγανικό όπιο και ηρωίνη“.

Οι συγγραφείς ονομάζουν αυτές τις αναφορές “ευαισθητοποιημένες” και είναι δύσκολο να μην καταλάβουμε την επιθυμία των εφημερίδων να παρουσιάσουν τους χίπις σαν τους κακούς που έχουν βγεί για να καταστρέψουν την αξιοπρεπή κοινωνία μας. Παρόλα αυτά, τα ναρκωτικά έπαιξαν κάποιο ρόλο στο μονοπάτι και μπορούσες εύκολα να τα βρείς σε κάποιες συγκεκριμένες τοποθεσίες. Όπως σημειώνουν ο Gemie και ο Ireland, ένας ταξιδιώτης θυμήθηκε ότι «υπήρχαν πολλοί … που είχαν το Αφγανιστάν για τελικό τους προορισμό λόγω της αφθονίας και της χαμηλής τιμής της μαριχουάνας».

Μερικοί τρομοκρατήθηκαν αρκετά από τη στάση ορισμένων κυβερνήσεων σχετικά με την πορεία προς τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, το οποίο παρουσίαζε σε κοινή θέα κάποιες αποτυχημένες συσκευές λαθρεμπορίου στα σύνορά του με το Αφγανιστάν. Και αν έχετε δει το Midnight Express, θα είστε εξοικειωμένοι με την πολιτική της Τουρκίας για την μηδενική ανοχή στα ναρκωτικά.

«Κάποιοι προσελκύονταν από άφθονα φάρμακα όπως το χασίς και το όπιο. Ένας τρόπος που περνούσαν λαθραία τα ναρκωτικά μέσα απο το Ιράν και την Τουρκία ήταν να τα σφραγίσουν σε βαζάκια μαρμελάδας με το αστείο όνομα «Μαρμελάδα Kandahar

«Πολλοί ταξιδιώτες αισθάνθηκαν εκφοβισμένοι από το νέο περίεργο περιβάλλον τους» γράφουν ο Gemie και ο Ireland, και συνεπώς έμεναν προσκολλημένοι στο λεωφορείο, στην ομάδα τους ή στα καφέ και τα ξενοδοχεία οπου σύχναζαν οι λευκοί πελάτες. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τους καπνιστές που πήγαιναν σε αυτα τα μέρη συχνότερα, παίρνοντας πρωτοβουλίες, έμαθαν βασικές φράσεις σε ξένες γλώσσες, συναντήθηκαν με τους ντόπιους και στη συνέχεια τους ακολούθησαν μέσα σε σκοτεινά σοκάκια».

Έπρεπε να μάθεις λίγο απο την γλώσσα, να πάρεις μερικά ρίσκα, και να πετύχεις κάποιους τοπικούς αξιοθαύμαστους στόχους που δεν ήταν για να διαφημίζονται. Για τους πιο ατρόμητους, αν ήσουν ρεαλιστής, οσο δηλαδή ηταν αυτό δυνατό, ολη αυτή η ιστορία ήταν κάτι σαν διαγωνισμός.

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Το 1957, η Indiaman Bus Company πιθανότατα έγινε η πρώτη επιχείρηση που έκανε το ταξίδι από το Λονδίνο ως την Βομβάη, και η επιτυχία ήταν τέτοια που δημιουργήθηκαν αντίγραφά της όπως η εταιρία Swagman Tours και το γνωστό Magic Bus που ανέφερα αρχικά, τα οποία μετέφεραν hippies αλλά και οποιονδήποτε άλλον ήθελε, προς και από τα διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής.

Το ταξίδι με το λεωφορείο, ήταν σχεδόν σαν να βλέπουμε τηλεόραση“, έγραψε ο συγγραφέας John Worrall, στο “Μονοπάτι προς το Κατμαντού” το ’72.

Αλλοι τολμηροί εξερευνητές οδήγησαν τα αυτοκίνητά τους οι ίδιοι, ή πήραν τρένα, και άφθονοι έκαναν ωτοστόπ. Ο απώτερος στόχος τους ήταν να είναι “ταξιδιώτες” και όχι “τουρίστες”. Ήταν φυσικό να μην τους αρέσει το λεωφορείο, ακόμα κι αν οι ξεναγήσεις με αυτό, συχνά λειτουργούσαν ως σημείο εκκίνησης για να αποκτήσει ο ταξιδιώτης αυτοπεποίθησή και να βγεί εξω για να κάνει το υπόλοιπο ταξίδι απο μόνος του.

Rory-MacLean

Αλλά χωρίς λεωφορεία και καθώς μέχρι τη δεκαετία του ’70, δεν υπήρχαν τουριστικοί οδηγοί, πώς θα μπορούσες να μάθεις από πού να ξεκινήσεις; Πώς θα μπορούσες να γνωρίζεις ποιους  κινδύνους να αποφύγεις; Με τόσους πολλούς ανθρώπους στο μονοπάτι, οι ταξιδιώτες πληροφορούνταν από στόμα σε στόμα όταν βρισκόντουσαν σε κοινές στάσεις –  καταλύματα, κάμπινγκ, καφετέριες,και σύνορα – για πληροφορίες. Ετσι δημιουργήθηκε μια κοινότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούσε πλέον να καταστρέψει το ίδιο πράγμα που δήλωνε ότι λατρεύει.

Στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, οι επισκέψεις ολων εκείνων των Beat συγγραφέων πιθανόν να έφεραν τους hippies στην πόλη, πιθανόν να της έκαναν κακό κιόλας. Ο φίλος του Paul Bowles, Mohammed Mrabet θρήνησε την έλξη που ασκούσαν τα γραπτά του Kerouac και του Burroughs πάνω στους ανθρώπους. Σε συνέντευξή του στην Ουάσιγκτον Ποστ, τους κατηγόρησε οτι με τα συγγράμματά τους προσέλκυσαν «τρελούς ανθρώπους» και «χρήστες ναρκωτικών».

Ο ίδιος ο Burroughs στο «Γυμνό Γεύμα» περιγράφει μια σκηνή από την Ταγγέρη που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον λόγο αυτής της περιφρόνησης απο τον Mrabet:

Μέσα από ανοιχτές πόρτες, τραπέζια και καμπίνες και μπαράκια, κουζίνες και λουτρά, γαμιούνται ζευγάρια πάνω σε σειρές από χάλκινα κρεβάτια, ζευγαράκια διασταυρώνονται χιλιάδες αιώρες, πρεζάκια προσπαθούν να «σουτάρουν», καπνιστές οπίου, καπνιστές χασίς, άνθρωποι τρώνε καθώς κάνουν μπάνιο μέσα σε μια ομίχλη καπνού και ατμού.

Ως πρόγονος του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα μιας πόλης λόγω του τουρισμού, οι χίπηδες μάλλον έκαναν ενα κακό προηγούμενο. Ακόμα κι έτσι όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε παρα να θαυμάσουμε σχετικά με την ζωή τους στο μονοπάτι. Στην μεγάλη τους προσπάθεια να πετύχουν κάτι, έγιναν μια κοινότητα εξερευνητών, που εμπνέονταν ο ένας απο τις ιστορίες του άλλου, προσπαθώντας να έχουν τις πιο αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, εκείνες που θα τους άλλαζαν την ζωή. Είναι κάτι που όλοι μπορούμε να επιδιώξουμε ακόμα και σήμερα.

ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ

Το Αφγανιστάν περιγράφεται συνεχώς ως ένα από τα πιο χαλαρά σημεία του «χίππικου μονοπατιού». Ήταν τόσο ελκυστικό που το 1973, οι συγγραφείς που ξεκίνησαν τον ταξιδιωτικό οδηγό Lonely Planet, έγραψαν ότι η Καμπούλ έχασε τον χαρακτήρα της, κινδυνεύοντας να γίνει μια «παγίδα τουριστών».

Η σοβιετική εισβολή το 1979 τα τελείωσε όλα αυτά και ο φίλος μου που έπαιρνε κάποτε το Magic Bus για να ερθει απο την Αγγλία, βρέθηκε το  1982 στην μέση αυτού του πολέμου για να κάνει δύο ντοκιμαντέρ σχετικά με την κατάσταση στο Αφγανιστάν: το “Warriors of God” και το “Victims of the Bear” (το δεύτερο το βάζω εδω για όποιον θέλει να το δεί και θα βρεί ευκολα και το άλλο…)

Επίσης, η αγωνία στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή αυξήθηκε περισσότερο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η επανάσταση στο Ιράν σήμαινε ότι τα σύνορά της ήταν μόνιμα κλειστά για τους δυτικούς ταξιδιώτες. Ένας συγγραφέας έθεσε καλύτερα τις πολιτιστικές αλλαγές, εξηγώντας ότι “οι ραδιοφωνικοί σταθμοί άλλαξαν το Blue Oyster Cult για ομιλίες του Αγιατολάχ Χομεϊνί“.

Αλλού, ένας εμφύλιος πόλεμος έπληξε τον Λίβανο. Το Κασμίρ γινόταν πιο επικίνδυνο. Το τοπίο άλλαζε. Το 2001, οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τους Βούδες του Bamiyan.

Οι χίππηδες που ηταν κατά του πολέμου, τον είδαν να καταστρέφει το μονοπάτι τους.

 
Leave a comment

Posted by on August 28, 2019 in Politics, Publications, Reflections

 

Την μέρα που οι Sex Pistols νίκησαν τον νόμο…

Το εξώφυλλο του “Never Mind The Bollocks, Here’s the Sex Pistols”, του μοναδικού κανονικού άλμπουμ  που κυκλοφόρησαν οι Sex Pistols το 1977, δημιούργησε και νομικό προηγούμενο πέρα απο οτιδήποτε άλλο.

Μιας και τα μέσα ενημέρωσης αρνούνταν να το προβάλουν, η δισκογραφική εταιρία Virgin, ξεκίνησε μια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία στέλνοντας στα δισκοπωλεία αφίσες με το εξώφυλλο του άλμπουμ.

Η αστυνομία αντέδρασε απειλώντας με προσαγωγές και μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου η αστυνομικός Julie Dawn Storey κατάσχεσε αντίτυπα του άλμπουμ και συνέλαβε τον Chris Seale,  διευθυντή του καταστήματος της Virgin στο Nottingham, βάση ενός νόμου του 1889, για Απρεπή Διαφήμιση.

Η λέξη “Bollocks” (ως λέξη έχει μια σχέση με την λέξη αρχίδια χωρίς όμως να είναι τόσο προσβλητική, αλλά χρησιμοποιήται και για να πεις πως κάτι είναι ανοησία…) που υπήρχε στον τίτλο, ήταν αυτή που δημιουργούσε το πρόβλημα.

Αυτός ο νόμος έλεγε πως «είναι παράνομη κάθε απεικόνιση ή εκτύπωση ή εγγραφή υλικού το οποίο είναι απρεπούς ή προσβλητικής φύσεως» και είχε περάσει στο Αρθρο 5 απο την  Βικτωριανή εποχή οταν απαγόρευε «οποιαδήποτε διαφήμιση σχετικά με σύφιλη, γονόρροια, νευρική αδυναμία ή άλλη καταγγελία ή αναπηρία που προκύπτει απο ή είναι σχετική με συνουσία.»

Προφανώς το 1889 το Λονδίνο είχε κατακλυστεί απο διαφημίσεις που είχαν να κάνουν με φάρμακα για την καταπολέμηση των αφροδίσιων νοσημάτων οι οποίες είχαν εξοργίσει  καθώς πρέπει πολίτες οπως ο Δούκας του Aberdeen ο οποίος είχε διαμαρτυρηθεί στην Βουλή των Λόρδων σχετικά…

Αν και ο συγκεκριμένος νόμος είχε πολλά χρόνια να χρησιμοποιηθεί, τον επανέφεραν για να στηρίξουν τις κατηγορίες κατά του Chris Seale τον Νοέμβριο του 1977 και η δίκη καλύφθηκε με μιας ευρείας κλίμακας επίθεση απο τα μέσα ενημέρωσης, κατά των Sex Pistols και του punk γενικότερα.

Για την υπεράσπιση, η Virgin προσέλαβε τον John Mortimer, εναν δικηγόρο ο οποίος κάθε άλλο παρά απο τον κόσμο των Sex Pistols ήταν βγαλμένος, και μέχρι το 2009 που πέθανε σε ηλικία 85 ετών, παρέμεινε ως ενας απο τους πιο αγαπημένους δικηγόρους και μυθιστοριογράφους στη βρετανική ιστορία.

Ο Mortimer ήταν βετεράνος δικαστικών αγώνων κατά της λογοκρισίας.

Το 1968 είχε υπερασπιστεί με επιτυχία την Αγγλική έκδοση του βιβλίου “Last Exit in Brooklyn” του Hubert Selby Jr (συγγραφέα του “Ρεκβιεμ για Ενα Ονειρο”) αλλά έχασε τρία χρόνια αργότερα στην περίπτωση του βιβλίου “The Little Red Schoolbook” γραμμένο απο τους Δανούς δασκάλους Søren Hansen και Jesper Jensen.

Το βιβλίο αυτό ενθαρρύνει τους νέους να αμφισβητούν τα κοινωνικά πρότυπα και τους δίνει οδηγίες για το πώς να το κάνουν. Ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών απο την μεριά των πολιτικών, απαγορεύτηκε στην Ιταλία και την Γαλλία, και έγινε λόγος να καταστραφεί η πολιτική καριέρα ενος Ελβετού πολιτικού ο οποίος εκανε ολόκληρο αγώνα εναντίον του.

Ακόμα, είναι ο τίτλος του 12ου άλμπουμ που κυκλοφόρησε ο Momus το 1998 (τον μήνυσε η Wendy Carlos – η συνθέτης του soundtrack για το Κουρδιστό Πορτοκάλι – για ενα τραγούδι του άλμπουμ.)

Το 1976, ο Mortimer, υπερασπίστηκε τον συντάκτη του Gay News, Denis Lemon για το αδίκημα της δημοσίευσης του ποιήματος του James Kirkup “The Love that Dares to Speak its Name” με την κατηγορία της βλάσφημης δυσφήμησης. Ο Lemon έχασε την υπόθεση, αλλά την κέρδισε μετά απο έφεση.

Στη δεκαετία του 1960, ο Mortimer, είχε γράψει το βιβλίο “A Voyage Round My Father”, ένα αυτοβιογραφικό έργο για τη σχέση του με τον τυφλό του πατέρα (επίσης δικηγόρο) – το οποίο αργότερα έγινε τηλεοπτική ταινία με τους Laurence Olivier και Alan Bates. Εγραψε επίσης με τη σύζυγό του, το σενάριο για την ταινία που γύρισε το 1965 ο Όττο Πρέμινγκερ “Bunny Lake Is Missing” και το 1975 ξεκίνησε την σειρά μυθιστορημάτων με τον Horace Rumpole.

Ο Mortimer πίστευε απόλυτα στην ελευθερία του λόγου, πράγμα που τον έκανε την τέλεια επιλογή για την περίπτωση των Sex Pistols.

To website 20thcpunkarchives εξηγεί την στρατηγική της υπεράσπισης:

Ο John Mortimer έθεσε το ερώτημα γιατί ο Seale διώχθηκε επειδή εξέθετε το εξώφυλλο του δίσκου, ενώ δεν εκδιώχθησαν οι εφημερίδες που χρησιμοποίησαν την ίδια εικόνα ως φωτογραφία. Ο Mortimer συνέχισε να περιγράφει την ιστορία του όρου “Bollocks” και να τον εντοπίζει τις ρίζες του στον Μεσαίωνα. Υστερα συνέχισε φέρνοντας κάποιον καθηγητή Kingsley, επικεφαλής Αγγλικών σπουδών στο τοπικό πανεπιστήμιο του Nottingham. Ο Kingsley είπε στο δικαστήριο ότι ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί από το έτος 1000 για να περιγράψει μια μικρή μπάλα (ή πράγματα παρόμοιου σχήματος) και ότι εμφανίζεται σε Μεσαιωνικές Βίβλους, κτηνιατρικά βιβλία και στην λογοτεχνία μέσα στους αιώνες. Επίσης αποκάλυψε (χωρίς αυτό να αποτελεί έκπληξη) ότι χρησίμευσε επίσης ως μέρος για τοπωνύμια σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα φρύδια όλων σηκώθηκαν όταν ο Kingsley είπε ότι ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους κληρικούς του προηγούμενου αιώνα. Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται με παρόμοιο τρόπο όπως η λέξη ανοησίες για να περιγράψει έναν κληρικό που έλεγε κουταμάρες. Η υπεράσπιση συνέχισε να υποδηλώνει ότι ίσως η εισαγγελία δεν ενδιαφέρεται για την ευπρέπεια της εν λόγω λέξης, αλλά αντίθετα διεξήγαγε πόλεμο εναντίον της ίδιας της μπάντας. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο δικαστής συζήτησε για είκοσι λεπτά και απέρριψε όλες τις κατηγορίες εναντίον του Seale. Το εξώφυλλο του άλμπουμ των Sex Pistols βρέθηκε  “αξιοπρεπές” και έθεσε ένα προηγούμενο που θα προστάτευε άλλους ιδιοκτήτες καταστημάτων η οποίοι θα το εξέθεταν δημόσια.

Η ετυμηγορία, που δόθηκε από τον πρόεδρο της εδρας Douglas Betts, ήταν βαθιά κακόβουλη αλλά εντούτοις ευχάριστη για τους πάνκηδες σε ολα τα μέρη: «Όσο κι αν εγω και οι συνάδελφοί μου θρηνούμε με όλη μας την καρδιά για την χυδαία εκμετάλλευση των χειρότερων ενστίκτων της ανθρώπινης φύσης τόσο από εσάς, όσο και από την εταιρεία σας, θα πρέπει απρόθυμα να σας βρούμε αθώο για κάθε μία από τις τέσσερις κατηγορίες.

Ο νόμος για την απρεπή διαφήμιση (Indecent Advertisements Act) δεν επέζησε πολύ περισσότερο απο τους Sex Pistols.

Καταργήθηκε το 1981 για να αντικατασταθεί απο το νόμο κατά της Ασεμνης Εμφάνισης (Indecent Display (Control) Act) για τον οποίο αγωνιζόταν επι χρόνια η συντηρητική κοινωνική ακτιβίστρια Mary Whitehouse και ο οποίος στόχευε πρωτίστως στις φωτογραφίες που έβαζαν στις βιτρίνες τους τα sex shops.

Οταν κατατέθηκε ως πρόταση αρχικά το 1974 (τότε είχε καταψηφιστεί…) υπήρχαν πολλοί μέσα στην ροκ βιομηχανία οι οποίοι διαφώνησαν, με την Melody Maker να προειδοποιεί πως αν ψηφιζόταν αυτός ο νόμος, θα μπορούσε να κηρυχθεί παράνομη όλη η σκηνική παρουσία των Sweet

 
Leave a comment

Posted by on August 10, 2019 in Politics, punk rock, Reflections