RSS

Category Archives: Reflections

Ενα μονοπάτι που καταστράφηκε απ το μίσος

Στην δεκαετία του ’70 είχα εναν φίλο, μεγαλύτερο απο εμένα, ο οποίος πήρε κανα-δυό φορές το Μagic Βus και ήρθε στην Ελλάδα απο την Αγγλία.

Το ταξίδι κρατούσε τρεισήμισι μέρες και κόστιζε 25 λίρες και περνούσε μεσα απο Ολλανδία, Γαλλία, Γερμανία, Αυστρία, Γιουγκοσλαβία και έκανε μια στάση Θεσσαλονίκη και τερμάτιζε Αθήνα.

Δεν ξέρω αν το έκανε επειδή ήταν φοιτητής στην Αγγλία και το εισιτήριο του ερχόταν φτηνότερα ή επειδή ήθελε απλά να γνωρίσει κοπέλες, αλλά φαντάζομαι πως ήταν μεγάλη ταλαιπωρία…

Μου είχε πεί πως το λεωφορείο έφευγε μια συγκεκριμένη ωρα την Τρίτη απο την οδό Φιλελλήνων, στην Αθήνα, απέναντι απο την Αγγλικανική εκκλησία του Αγίου Παύλου και πως στο πίσω μέρος κοιμόντουσαν οι οδηγοί οι οποίοι ηταν και μηχανικοί για περίπτωση βλάβης.

Νομίζω πως θυμάμαι μια τζαμαρία που έγραφε Magic Bus, εκεί που είναι ακόμα και σήμερα η στάση του λεωφορείου, δίπλα στην είσοδο για την Πλάκα.

Ελεγε οτι υπήρχε κάποια σύνδεση με την Ινδία που μπορούσες να πάρεις μετά, αλλά ποτέ δεν έμαθα πως γινόταν…

Σύμφωνα με τον Rory MacLean,  τον συγγραφέα του βιβλίου “Magic Bus: On the Hippie Trail from Istanbul to India” το πρώτο γνωστό λεωφορείο ήταν κάποιο που μετέφερε ενα group Γάλλων τουριστών απο το Παρίσι στην Βομβάη το 1956.

Ανάμεσα στους επιβάτες βρίσκονταν δύο γνωστές Γαλλίδες ηθοποιοί και 14 ακόμα άτομα ενω τους πήρε δύο μήνες για να ολοκληρώσουν αυτό το ταξίδι των 14.000 χιλιομέτρων.

Λίγα χρόνια αργότερα, όταν διάβασα το “On The Road” του Jack Kerouac, άρχισα να μπαίνω στο νόημα της γοητείας ενός τέτοιου ταξιδιού που το έκανε αδύνατο η εισβολή των Σοβιετικών στο Αφγανιστάν καθως και οι εξελίξεις αργότερα στο Ιραν και στις υπόλοιπες χώρες.

ΞΕΚΙΝΩΝΤΑΣ ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ

Αλλά ο Kerouac δεν είχε κάνει μόνο εμένα να σκέφτομαι τα ταξίδια, είτε με ωτοστόπ είτε με οτιδήποτε άλλο.

Αυτές τις μέρες έβλεπα ένα άρθρο να ξεφυτρώνει συνέχεια μπροστά μου σχετικά με το «Χίππικο Μονοπάτι» και μου κίνησε το ενδιαφέρον.

Είναι ενα κείμενο που έγραψε φέτος στις 9 Αυγούστου ο Mitchell Friedman  για την Agenda, μια ηλεκτρονική έκδοση των (άγνωστων σε εμένα) ξενοδοχείων Tablet.

Θα το χρησιμοποιήσω λοιπόν σαν βάση αλλά θα προσθέσω και αποσπάσματα απο άλλα κείμενα που θα βοηθήσουν να κάνω ενα ταξίδι σε εκείνους τους δρόμους που ακολούθησαν πολλοί νεαροί, επηρεασμένοι απο τον Kerouac, και την beat γενιά γενικότερα.

Αρχικά φανταστείτε έναν έφηβο που αποφασίζει να πάει με ωτοστόπ από το Λονδίνο στην Καμπούλ. Τώρα φανταστείτε «εκατοντάδες χιλιάδες άλλους σαν κι αυτόν να ξεκινούν κι απο τις δύο πλευρές του Βόρειου Ατλαντικού για να πάνε μέσω της Ευρώπης στην Ινδία, το Νεπάλ και ακόμα πάρα πέρα. Ταυτόχρονα, μερικοί ταξιδιώτες απο την Αυστραλία, είχαν τον ίδιο προορισμό περνώντας μέσα απο την Νοτιο-Ανατολική Ασία. Απο την Δυτική Ευρώπη ο δρόμος περνούσε απο την Γιουγκοσλαβία, την Ελλάδα (με μια στάση στα Μάταλα ίσως?) ή την Βουλγαρία, Τουρκία, Ιραν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία και Νεπάλ. Προτιμότερο μεταφορικό μέσο ηταν το βανάκι της Βολκσβαγκεν αλλά άλλοι έκαναν ωτοστόπ ή έπαιρναν το τραίνο. Υπήρχαν και εξειδικευμένες πανσιόν στον δρόμο για τους ταξιδευτές» αναφέρει ο Hans Roodenburg στο website του “On the Hippie Trail”.

Μπορεί ολο αυτό να ακούγεται τολμηρό, άγριο ή τρελό σήμερα, το 2019, συνέβαινε όμως με εκπληκτική συχνότητα το 1969, σε μια διαδρομή γνωστή ως «Χίππικο Μονοπάτι» κάνοντάς με να πιστεύω πως αντί ο κόσμος να πηγαίνει μπροστά πάει πίσω…

Τα ταξίδια που έκαναν οι χίπις στην ανατολή, είναι η εύθυμη εκδοχή απέναντι στα βίαια ταξίδια που έκαναν οι συνομήλικοί τους στο Βιετνάμ – και σήμερα αντιπροσωπεύουν μια τραγική εναλλακτική ιστορία των χωρών που κάποτε επισκέπτονταν αλλά που σήμερα σπαράσσονται απο πολέμους. Τονίζουν με αυτό τον τρόπο το πόσο γοητευτικές είναι αυτές οι περιοχές, και πως θα μπορούσαν αποκτήσουν και πάλι τουρισμό απο ολο τον κόσμο αλλά και να αποκατασταθεί η παγκόσμια εκτίμηση για τον πολιτισμό τους.

Από τα τέλη της δεκαετίας του ‘50 έως και τη δεκαετία του ’70, οι νέοι έβγαιναν στο δρόμο μαζικά για να επισκεφθούν κάποια μέρη που σήμερα θεωρούνται απο τα πιο επικίνδυνα του πλανήτη.

Στην εποχή του, όμως, το μονοπάτι, όπως και το ίδιο το κίνημα των hippies, αποτελούσε μια μορφή εξέγερσης ενάντια στην αυστηρή κονφορμιστική κουλτούρα που επέβαλε η μεγαλύτερη γενιά. Αν οι γονείς τους πετούσαν με τζετ για το Παρίσι και τη Ρώμη, εκείνοι πήγαιναν με ενα πολύχρωμο Volkswagen βανάκι στην Τεχεράνη και στο Κατμαντού.

Αλλιώς, αυτό που χρειαζόσουν ήταν να φτάσεις με κάποιο τρόπο στην Κωνσταντινούπολη. Το μέρος για να βρείς συντρόφους ή να ζητήσεις πληροφορίες και συμβουλές για το πού να πάς, ήταν το Pudding Shop, ένα καφέ κοντά στο Μπλε Τζαμί που το είχαν δύο αδέρφια, ο Idris και ο Namak Colpan.

ΟΙ ΠΡΩΤΟΙ ΔΙΔΑΞΑΝΤΕΣ

Οι πρώτες εμπνεύσεις για το μονοπάτι μπορούν να εντοπιστούν πίσω στους beatniks. Ο Jack Kerouac και ο William Burroughs θεωρούνται μερικές φορές η πρώτη πηγή έμπνευσης για τους οπαδούς τους που πήγαιναν στο Μαρόκο, όπως έκαναν κι εκείνοι στα τέλη της δεκαετίας του ’50.

Jack Kerouac, William S. Burroughs, Allen Ginsberg, Peter Orlovesky, Tennessee Williams, Truman Capote, όλοι τους ταξίδεψαν μέχρι την Ταγγέρη στις δεκαετίες του 1950 και του 1960.

Πολλοί απο αυτούς πήγαν να συναντήσουν εκεί τον Αμερικανό συγγραφέα και μουσικό Paul Bowles, ο οποίος έζησε στην πόλη αυτή για 50 χρόνια, μέχρι τον θάνατό του.

Ο πρώτος που μετακόμισε εκεί ηταν ο Burroughs ο οποίος νοίκιασε ενα δωμάτιο, επηρεασμένος απο τον Bowles. Τον Νοέμβριο του 1954, επέστρεψε στην Ταγγέρη, μετά απο ενα τραγικό ατύχημα κατα το οποίο πυροβόλησε και σκότωσε κατα λάθος την γυναίκα του στο Μεξικό, καθώς παίζανε μεθυσμένοι κάποιο παιχνίδι.

Στην Ταγγέρη δούλεψε για τέσσερα χρόνια το βιβλίο του «Γυμνό Γεύμα» και το 1957 κατέφθασε και ο Kerouac με σκοπό να τον βοηθήσει να γράψει κάποια χειρόγραφα αλλά αυτός έμεινε μόνο για εναν μήνα.

Στις 22 Μαρτίου του 1957, τους ακολούθησαν και ο Αμερικάνος ποιητής και ηθοποιός Peter Orlovsky, παρέα με τον Irwin Allen Ginsberg, και ο Burroughs με τον Kerouac τους περίμεναν στο λιμάνι.

Η φήμη της Ταγγέρης ως πόλη-έμπνευσης έφτασε και σε άλλους καλλιτέχνες όπως ο Brion Gysin, ένας Βρετανός ζωγράφος, συγγραφέας, ποιητής και ερμηνευτής που μετακόμισε στην εκεί το 1950 για να ανοίξει με τον Mohamed Hamri ένα εστιατόριο που ονομαζοταν «Οι Χίλιες και μία νύχτες» οπου έπαιζαν μουσική οι Βερβέροι Σούφι, Master Musicians of Jajouka από το χωριό Jajouka. Με αυτούς έπαιξε αργότερα και ο Brian Jones των Rolling Stones στο άλμπουμ “Brian Jones Plays With The Pipes Of Pan At Joujouka” το 1971.

Ο Geoff Dyer είναι ο συγγραφέας του ταξιδιωτικού βιβλίου “Yoga for People Who can’t be Bothered to Do It” και το 1983 είχε ενα ατυχές συμβάν με κάποιες παράνομες ναρκωτικές ουσίες στο Μαρόκο.

25 χρόνια αργότερα επέστρεψε για να βρεί τί ειχε απομείνει απο τους χίππηδες στην χώρα, να αντιμετωπίσει εκείνη την κακή εμπειρία του και να περιγράψει στην εφημερίδα Guardian τι είχε βρεί…

«Ως επιμελής ρεπόρτερ εψάχνα για σημάδια εναπομείναντως χιππισμού. Δεν υπήρχαν. Ή τουλάχιστον υπήρχαν κάτι λίγα, όπως ο τύπος με το σακίδιο στην πλάτη, στο Cafe des Epices στο Place Rahba Qedima, που διάβαζε το “Hideous Kinky” (μια αυτοβιογραφική νουβέλα της Esther Freud, δισέγγονης του Sigmund Freud και κόρης του Βρετανού ζωγράφου Lucian Freud). Υπήρχαν επίσης λεπτομέρειες που είχαν γίνει μέρος της καθημερινής ζωής παντού: κεριά, θυμιάματα, κοσμήματα, χάντρες. Αυτό, ωστόσο, δεν αποτελεί σοβαρή απόδειξη. Στην Ινδία, ειδικά στη Goa, μπορεί κάποιος ακόμα να συναντήσει πενηντάρηδες και εξηντάρηδες που πήγαν εκει στην δεκαετία του ’70 και έμειναν, κάνοντας γιόγκα, διαλογισμό και άλλα τέτοια, αόριστα ανατολικά. (Εγιναν οι παπούδες της psy-trance σκηνής των 90ς). Αυτά τα άτομα απουσίαζαν απο το Μαρακές. Για να καταλάβουμε τι απέγινε η μαγεία στο Μαρόκο, έπρεπε να επιστρέψουμε και πάλι, στους νονούς της hippy σκηνής, στους Ginsberg, Burroughs και Kerouac, τους Beats, που ήρθαν εδώ στα τέλη της δεκαετίας του 1950

Στη δεκαετία του ’60, καθώς οι beatniks έδωσαν τη θέση τους στους hippies, η αυξανόμενη δημοτικότητα του Βουδισμού και του Ινδουισμού έστρεψε το μονοπάτι προς τα ανατολικά. Το πιο διάσημο παράδειγμα ήταν, το επιβλητικό ταξίδι των Beatles για να δούν τον Maharishi Mahesh Yogi στην Ινδία.

Ο Christian Caryl στο άρθρο του «Οταν το Αφγανιστάν ήταν απλά μια στάση στο Χίππικο μονοπάτι» αναφέρει…

«Στις αρχές του 21ου αιώνα, έχουμε την τάση να σκεφτόμαστε το Αφγανιστάν ως τόπο καταραμένο από εναν αιώνιο πόλεμο, μια ατέρμονα αιμορραγική πληγή στο παγκόσμιο πολιτικό σώμα. Αυτό που παραβλέπουμε είναι ότι αυτή η εικόνα της χώρας είναι μια πρόσφατη εφεύρεση, η οποία εχει να κάνει με το πρόσφατο παρελθόν της. Στη δεκαετία του 1970, πριν να ξεσπάσει ο πόλεμος, η κοινή άποψη για το Αφγανιστάν ήταν απόλυτα διαφορετική – ήταν περισσότερο κάτι σαν το Μπαλί ή το Μπουτάν, από οτι ενα γεωπολιτικό πρόβλημα. Αυτά ήταν τα χρόνια του «Χίππικου Μονοπατιού», όταν οι αυτοαποκαλούμενοι “ταξιδιώτες του κόσμου” συσσωρεύονταν σε μεταχειρισμένα βανάκια Volkswagen και ξεκινούσαν για ένα μονοπάτι εσωτερικής ανακάλυψης που οδηγούσε από την Κωνσταντινούπολη στο Κατμαντού.

Το Αφγανιστάν δεν ήταν το τέλος του ταξιδιού, αλλά ήταν σίγουρα ψηλά στις προτιμήσεις. “Η Herat [στα σύνορα με το Ιράν] ήταν ο πρώτος πραγματικός προορισμός στο Χίππικο Μονοπάτι”, θυμάται ένας ταξιδιώτης. “Η παρανοία του καταπιεστικού ελέγχου στην Τουρκία και στο Ιράν έμενε πίσω για μια πιο άγρια αλλά φιλόξενη κατάσταση αναρχίας.” Οι Αφγανοί φαίνονταν να αγαπούν τους ξένους. Μπορούσες πάντα να βρεις κάποιον που θα σου διέθετε κάμποσο απο τον χρόνο του για μια φιλική συνομιλία – ή για μια κοινή δειγματοληψία από το πολύ καλό τοπικό χασίς. Όλοι φαίνονταν να το καπνίζουν. Και οι τιμές ήταν τόσο χαμηλές που δεν παλεύονταν. Ναι, φυσικά, αυτό ήταν το αποτέλεσμα της τοπικής κοινωνικής εξαθλίωσης. Αλλά σίγουρα η καλύτερη θεραπεία για αυτούς τους ανθρώπους ήταν να ξοδέψετε με κάποιον τρόπο τα χρήματα σας στον τόπο τους.

Στην Καμπούλ θα μπορούσατε να μείνετε στο Sigi’s Hotel, ένα ορόσημο στο μονοπάτι. Δεδομένου ότι το δολάριο ή το Γερμανικό μάρκο διένυαν μια τόσο μεγάλη απόσταση στο Αφγανιστάν της δεκαετίας του 1970, θα μπορούσατε εύκολα να μείνετε εκεί για εβδομάδες, μαστουρώνοντας, να γευτείτε φθηνά κεμπάπ ή να βγείτε έξω στους φανταστικούς αρχαιολογικούς χώρους που ήταν σπαρμένοι στην πόλη και τα περίχωρα της. (Οι πραγματικοί χίππηδες απολάμβαναν ιδιαίτερα την επικοινωνία με τους γιγαντιαίους Βούδες που είχαν χαραχθεί σε μια βουνοπλαγιά στο Bamiyan, μια μέρα περίπου απόσταση από την πρωτεύουσα.) Στη συνέχεια, όταν θα έφτανε η ωρα, θα μπορούσατε να συνεχίσετε το ταξίδι σας μέχρι το Νεπάλ, το El Dorado για τους χρήστες παραισθησιογόνων ναρκωτικών. Παρόλα αυτά, οι συχνοί επισκέπτες του μονοπατιού θυμούνται την παραμονή τους στο Αφγανιστάν – στο εύθραυστο Αφγανιστάν – με ιδιαίτερη αγάπη.

Αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Οι Δυτικοί που ζούσαν στην πραγματικότητα στο Αφγανιστάν τη δεκαετία του ’70, στις περιηγήσεις τους οταν κάνανε την θητεία τους με το Ειρηνευτικό Σώμα ή με τα ευρωπαϊκά αναπτυξιακά προγράμματα, αγάπησαν τον τόπο για τον χαλαρό εξωτισμό του. Εάν χρειαζόσουν μια κομψή πολυτέλεια, το μόνο που είχες να κάνεις ήταν να πας σε ένα από τα κλαμπ για αλλοδαπούς που προσέφεραν όλες τις ανέσεις ή να επισκεφτείς το Hotel Intercontinental για μια βουτιά στην υπέροχη πισίνα του. Ηταν μια μικρή αμαρτία. Ένας Αμερικανός φοιτητής γυμνασίου, ο πατέρας του οποίου είχε κάποια δουλειά να κάνει στο Πανεπιστήμιο της Καμπούλ, δεν φοβόταν εκείνη την εποχή να πάρει το λεωφορείο για το Πεσαβάρ, πέρα από τα σύνορα στο Πακιστάν, και να περάσει εκεί το Σαββατοκύριακο.

Τέτοιες απόψεις δεν ήταν εντελώς απατηλές. Στην αρχή της δεκαετίας του 1970, το Αφγανιστάν ήταν αναμφισβήτητα φτωχό και υποβαθμισμένο, αλλά φάνηκε να σημειώνει αξιοσημείωτη πρόοδο στην προσπάθειά του να αγκαλιάσει τη σύγχρονη πραγματικότητα. Στην έκδοση του οδηγού που έγραψε για την Καμπούλ, το 1971, η Αμερικανίδα συγγραφέας Nancy Hatch Dupree στεναχωριόταν επειδή δυσκολεύτηκε να εντοπίσει τα αξιοθέατα μιας πόλης στην οποία η “αλλαγή είναι αχαλίνωτη”. Αλλά ήταν αποφασισμένη να καταγράψει τις υπόλοιπες ομορφιές που παρέμειναν – όπως το εστιατόριο Khyber στον πρώτο όροφο του υπουργείου Οικονομικών στην πλατεία Pushtunistan: “Είναι ένα δημοφιλές σημείο συνάντησης στην Καμπούλ, ειδικά το καλοκαίρι, όταν τραπέζια πεζοδρομίων που βρίσκονται κάτω από χαρωπές ομπρέλες φιλοξενούν κουρασμένους περιηγητές. Ο Κινηματογράφος Ariana δίπλα στο εστιατόριο προβάλει ξένες ταινίες σε πολλές διαφορετικές γλώσσες.“»

Η Αμερική και η Σοβιετική Ένωση έφτιαξαν από κοινού μια καταπληκτική, απίστευτα ομαλή εθνική οδό που διέρχεται από το κεντρικό Αφγανιστάν. Κάποτε στην Καμπούλ, υπήρχαν ομοϊδεάτες χίπηδες παντού, ειδικά γύρω από την οδό Chicken Street και την οδό Green Doors. Μερικοί απο αυτούς έστησαν αξιοπρεπείς επιχειρήσεις εισαγωγής-εξαγωγής  χειροποίητων αφγανικών γαμήλιων παλτών, τα οποία ήταν της μόδας στο Ηνωμένο Βασίλειο και την Ευρώπη στα τέλη της δεκαετίας του ’60».

Αυτή η εισροή νεαρών μακρυμάλληδων απο την δύση προξενούσε περιέργεια στους ντόπιους, οι οποίοι, σε μεγάλο βαθμό, δεν ήταν συνηθισμένοι σε τουρίστες κάθε είδους τότε. Αλλά ήταν γενικά φιλόξενοι και πολλοί βρήκαν καλοσυνάτους τρόπους για να αντλήσουν επιπλέον έσοδα. Την εμπειρία αυτή διακωμωδεί το 1971 η Ινδική κινηματογραφική ταινία “Hare Rama Hare Krishna”, σε μια σκηνή της οποίας εμφανίζονται μερικοί hippies να καπνίζουν χασίσι με τα πιπάκια τους ενω ακουγεται το εξαιρετικά δημοφιλές την εποχή εκείνη, τραγούδι “Dum Maro Dum” της Asha Bosle.

Οι hippies ξόδευαν περισσότερο χρόνο επικοινωνώντας με τον ντόπιο πληθυσμό από οτι οι παραδοσιακοί τουρίστες και δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για πολυτελή καταλύματα, ακόμα κι αν μπορούσαν να το αντέξουν οικονομικά (κάτι που λίγοι απο αυτούς μπορούσαν) ενω μερικοί την έβρισκαν με την φύση. Φυσικά, ήταν ακόμα πραγματικοί τουρίστες, αν και διαφορετικού είδους, και ο ηδονισμός ήταν ο πρωταρχικός τους στόχος.

Ένα ινδικό hotspot που ονομαζόταν Crank’s Ridge προσέλκυσε ακόμα περισσότερες διασημότητες, έχοντας κερδίσει μια ενδιαφέρουσα φήμη ως “κέντρο θετικής ενέργειας”. Ολοι, από τον Timothy Leary ως τον Cat Stevens το επισκέφθηκαν, ενω ενας ντόπιος ακόμα θυμάται εκείνον τον ξένο “που τραγουδούσε πολύ μαζί με τον φίλο του και περιπλανιόταν στην γύρω περιοχή με την κιθάρα του.” Αυτός ήταν ο Bob Dylan.

Δεν είχαν όλοι οι ταξιδιώτες μακριά μαλλιά και δεν άκουγαν ολοι rock’n’roll. Ουτε είχαν διαβάσει όλοι την Ωδή του Allen Ginsburg που είχε γράψει στο περιοδικό The Atlantic για το νόμιμο κάπνισμα της μαριχουάνας στην Ινδία. Και δεν έκαναν ολοι αυτοί ναρκωτικά. Αλλά σε γενικές γραμμές – και λόγω του εύρους του μονοπατιού, θα πρέπει να γενικεύσουμε και να πούμε πως το έκαναν.

ΥΠΗΡΧΑΝ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ

Κατά κάποιο τρόπο, η αναζήτηση ναρκωτικών δεν φαινόταν να παρεμποδίζει την εμπειρία, αλλά να διευκολύνει πραγματικά την αλληλεπίδραση μεταξύ των πολιτισμών. Να το εξηγήσουμε αυτό:

Σε μία από τις λίγες απόπειρες μιας ολοκληρωμένης καταγραφής της ιστορίας του «Χίππικου Μονοπατιού» από τους συγγραφείς Sharif Gemie και Brian Ireland, μπορείτε να βρείτε μια έκθεση της Daily Express του 1967, που εκτιμά ότι το ένα τέταρτο αυτών των προσκυνητών ήταν εθισμένοι στα ναρκωτικά. Ο Observer με τη σειρά του το περιέγραψε ως “μια ετήσια πλημμύρα δεκάδων χιλιάδων νέων που αναζητούν αφγανικό όπιο και ηρωίνη“.

Οι συγγραφείς ονομάζουν αυτές τις αναφορές “ευαισθητοποιημένες” και είναι δύσκολο να μην καταλάβουμε την επιθυμία των εφημερίδων να παρουσιάσουν τους χίπις σαν τους κακούς που έχουν βγεί για να καταστρέψουν την αξιοπρεπή κοινωνία μας. Παρόλα αυτά, τα ναρκωτικά έπαιξαν κάποιο ρόλο στο μονοπάτι και μπορούσες εύκολα να τα βρείς σε κάποιες συγκεκριμένες τοποθεσίες. Όπως σημειώνουν ο Gemie και ο Ireland, ένας ταξιδιώτης θυμήθηκε ότι «υπήρχαν πολλοί … που είχαν το Αφγανιστάν για τελικό τους προορισμό λόγω της αφθονίας και της χαμηλής τιμής της μαριχουάνας».

Μερικοί τρομοκρατήθηκαν αρκετά από τη στάση ορισμένων κυβερνήσεων σχετικά με την πορεία προς τα ναρκωτικά, συμπεριλαμβανομένου του Ιράν, το οποίο παρουσίαζε σε κοινή θέα κάποιες αποτυχημένες συσκευές λαθρεμπορίου στα σύνορά του με το Αφγανιστάν. Και αν έχετε δει το Midnight Express, θα είστε εξοικειωμένοι με την πολιτική της Τουρκίας για την μηδενική ανοχή στα ναρκωτικά.

«Κάποιοι προσελκύονταν από άφθονα φάρμακα όπως το χασίς και το όπιο. Ένας τρόπος που περνούσαν λαθραία τα ναρκωτικά μέσα απο το Ιράν και την Τουρκία ήταν να τα σφραγίσουν σε βαζάκια μαρμελάδας με το αστείο όνομα «Μαρμελάδα Kandahar

«Πολλοί ταξιδιώτες αισθάνθηκαν εκφοβισμένοι από το νέο περίεργο περιβάλλον τους» γράφουν ο Gemie και ο Ireland, και συνεπώς έμεναν προσκολλημένοι στο λεωφορείο, στην ομάδα τους ή στα καφέ και τα ξενοδοχεία οπου σύχναζαν οι λευκοί πελάτες. Το ακριβώς αντίθετο συνέβαινε με τους καπνιστές που πήγαιναν σε αυτα τα μέρη συχνότερα, παίρνοντας πρωτοβουλίες, έμαθαν βασικές φράσεις σε ξένες γλώσσες, συναντήθηκαν με τους ντόπιους και στη συνέχεια τους ακολούθησαν μέσα σε σκοτεινά σοκάκια».

Έπρεπε να μάθεις λίγο απο την γλώσσα, να πάρεις μερικά ρίσκα, και να πετύχεις κάποιους τοπικούς αξιοθαύμαστους στόχους που δεν ήταν για να διαφημίζονται. Για τους πιο ατρόμητους, αν ήσουν ρεαλιστής, οσο δηλαδή ηταν αυτό δυνατό, ολη αυτή η ιστορία ήταν κάτι σαν διαγωνισμός.

ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ

Το 1957, η Indiaman Bus Company πιθανότατα έγινε η πρώτη επιχείρηση που έκανε το ταξίδι από το Λονδίνο ως την Βομβάη, και η επιτυχία ήταν τέτοια που δημιουργήθηκαν αντίγραφά της όπως η εταιρία Swagman Tours και το γνωστό Magic Bus που ανέφερα αρχικά, τα οποία μετέφεραν hippies αλλά και οποιονδήποτε άλλον ήθελε, προς και από τα διάφορα σημεία της Μέσης Ανατολής και της ευρύτερης περιοχής.

Το ταξίδι με το λεωφορείο, ήταν σχεδόν σαν να βλέπουμε τηλεόραση“, έγραψε ο συγγραφέας John Worrall, στο “Μονοπάτι προς το Κατμαντού” το ’72.

Αλλοι τολμηροί εξερευνητές οδήγησαν τα αυτοκίνητά τους οι ίδιοι, ή πήραν τρένα, και άφθονοι έκαναν ωτοστόπ. Ο απώτερος στόχος τους ήταν να είναι “ταξιδιώτες” και όχι “τουρίστες”. Ήταν φυσικό να μην τους αρέσει το λεωφορείο, ακόμα κι αν οι ξεναγήσεις με αυτό, συχνά λειτουργούσαν ως σημείο εκκίνησης για να αποκτήσει ο ταξιδιώτης αυτοπεποίθησή και να βγεί εξω για να κάνει το υπόλοιπο ταξίδι απο μόνος του.

Rory-MacLean

Αλλά χωρίς λεωφορεία και καθώς μέχρι τη δεκαετία του ’70, δεν υπήρχαν τουριστικοί οδηγοί, πώς θα μπορούσες να μάθεις από πού να ξεκινήσεις; Πώς θα μπορούσες να γνωρίζεις ποιους  κινδύνους να αποφύγεις; Με τόσους πολλούς ανθρώπους στο μονοπάτι, οι ταξιδιώτες πληροφορούνταν από στόμα σε στόμα όταν βρισκόντουσαν σε κοινές στάσεις –  καταλύματα, κάμπινγκ, καφετέριες,και σύνορα – για πληροφορίες. Ετσι δημιουργήθηκε μια κοινότητα και, σε ορισμένες περιπτώσεις, απειλούσε πλέον να καταστρέψει το ίδιο πράγμα που δήλωνε ότι λατρεύει.

Στην Ταγγέρη, στο Μαρόκο, οι επισκέψεις ολων εκείνων των Beat συγγραφέων πιθανόν να έφεραν τους hippies στην πόλη, πιθανόν να της έκαναν κακό κιόλας. Ο φίλος του Paul Bowles, Mohammed Mrabet θρήνησε την έλξη που ασκούσαν τα γραπτά του Kerouac και του Burroughs πάνω στους ανθρώπους. Σε συνέντευξή του στην Ουάσιγκτον Ποστ, τους κατηγόρησε οτι με τα συγγράμματά τους προσέλκυσαν «τρελούς ανθρώπους» και «χρήστες ναρκωτικών».

Ο ίδιος ο Burroughs στο «Γυμνό Γεύμα» περιγράφει μια σκηνή από την Ταγγέρη που φαίνεται να επιβεβαιώνει τον λόγο αυτής της περιφρόνησης απο τον Mrabet:

Μέσα από ανοιχτές πόρτες, τραπέζια και καμπίνες και μπαράκια, κουζίνες και λουτρά, γαμιούνται ζευγάρια πάνω σε σειρές από χάλκινα κρεβάτια, ζευγαράκια διασταυρώνονται χιλιάδες αιώρες, πρεζάκια προσπαθούν να «σουτάρουν», καπνιστές οπίου, καπνιστές χασίς, άνθρωποι τρώνε καθώς κάνουν μπάνιο μέσα σε μια ομίχλη καπνού και ατμού.

Ως πρόγονος του μεταβαλλόμενου χαρακτήρα μιας πόλης λόγω του τουρισμού, οι χίπηδες μάλλον έκαναν ενα κακό προηγούμενο. Ακόμα κι έτσι όμως, υπάρχει κάτι που δεν μπορούμε παρα να θαυμάσουμε σχετικά με την ζωή τους στο μονοπάτι. Στην μεγάλη τους προσπάθεια να πετύχουν κάτι, έγιναν μια κοινότητα εξερευνητών, που εμπνέονταν ο ένας απο τις ιστορίες του άλλου, προσπαθώντας να έχουν τις πιο αυθεντικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, εκείνες που θα τους άλλαζαν την ζωή. Είναι κάτι που όλοι μπορούμε να επιδιώξουμε ακόμα και σήμερα.

ΤΕΛΕΙΩΝΟΝΤΑΣ

Το Αφγανιστάν περιγράφεται συνεχώς ως ένα από τα πιο χαλαρά σημεία του «χίππικου μονοπατιού». Ήταν τόσο ελκυστικό που το 1973, οι συγγραφείς που ξεκίνησαν τον ταξιδιωτικό οδηγό Lonely Planet, έγραψαν ότι η Καμπούλ έχασε τον χαρακτήρα της, κινδυνεύοντας να γίνει μια «παγίδα τουριστών».

Η σοβιετική εισβολή το 1979 τα τελείωσε όλα αυτά και ο φίλος μου που έπαιρνε κάποτε το Magic Bus για να ερθει απο την Αγγλία, βρέθηκε το  1982 στην μέση αυτού του πολέμου για να κάνει δύο ντοκιμαντέρ σχετικά με την κατάσταση στο Αφγανιστάν: το “Warriors of God” και το “Victims of the Bear” (το δεύτερο το βάζω εδω για όποιον θέλει να το δεί και θα βρεί ευκολα και το άλλο…)

Επίσης, η αγωνία στην υπόλοιπη Μέση Ανατολή αυξήθηκε περισσότερο στα τέλη της δεκαετίας του 1970. Η επανάσταση στο Ιράν σήμαινε ότι τα σύνορά της ήταν μόνιμα κλειστά για τους δυτικούς ταξιδιώτες. Ένας συγγραφέας έθεσε καλύτερα τις πολιτιστικές αλλαγές, εξηγώντας ότι “οι ραδιοφωνικοί σταθμοί άλλαξαν το Blue Oyster Cult για ομιλίες του Αγιατολάχ Χομεϊνί“.

Αλλού, ένας εμφύλιος πόλεμος έπληξε τον Λίβανο. Το Κασμίρ γινόταν πιο επικίνδυνο. Το τοπίο άλλαζε. Το 2001, οι Ταλιμπάν ανατίναξαν τους Βούδες του Bamiyan.

Οι χίππηδες που ηταν κατά του πολέμου, τον είδαν να καταστρέφει το μονοπάτι τους.

 
Leave a comment

Posted by on August 28, 2019 in Politics, Publications, Reflections

 

Την μέρα που οι Sex Pistols νίκησαν τον νόμο…

Το εξώφυλλο του “Never Mind The Bollocks, Here’s the Sex Pistols”, του μοναδικού κανονικού άλμπουμ  που κυκλοφόρησαν οι Sex Pistols το 1977, δημιούργησε και νομικό προηγούμενο πέρα απο οτιδήποτε άλλο.

Μιας και τα μέσα ενημέρωσης αρνούνταν να το προβάλουν, η δισκογραφική εταιρία Virgin, ξεκίνησε μια μεγάλη διαφημιστική εκστρατεία στέλνοντας στα δισκοπωλεία αφίσες με το εξώφυλλο του άλμπουμ.

Η αστυνομία αντέδρασε απειλώντας με προσαγωγές και μάλιστα στις 5 Νοεμβρίου η αστυνομικός Julie Dawn Storey κατάσχεσε αντίτυπα του άλμπουμ και συνέλαβε τον Chris Seale,  διευθυντή του καταστήματος της Virgin στο Nottingham, βάση ενός νόμου του 1889, για Απρεπή Διαφήμιση.

Η λέξη “Bollocks” (ως λέξη έχει μια σχέση με την λέξη αρχίδια χωρίς όμως να είναι τόσο προσβλητική, αλλά χρησιμοποιήται και για να πεις πως κάτι είναι ανοησία…) που υπήρχε στον τίτλο, ήταν αυτή που δημιουργούσε το πρόβλημα.

Αυτός ο νόμος έλεγε πως «είναι παράνομη κάθε απεικόνιση ή εκτύπωση ή εγγραφή υλικού το οποίο είναι απρεπούς ή προσβλητικής φύσεως» και είχε περάσει στο Αρθρο 5 απο την  Βικτωριανή εποχή οταν απαγόρευε «οποιαδήποτε διαφήμιση σχετικά με σύφιλη, γονόρροια, νευρική αδυναμία ή άλλη καταγγελία ή αναπηρία που προκύπτει απο ή είναι σχετική με συνουσία.»

Προφανώς το 1889 το Λονδίνο είχε κατακλυστεί απο διαφημίσεις που είχαν να κάνουν με φάρμακα για την καταπολέμηση των αφροδίσιων νοσημάτων οι οποίες είχαν εξοργίσει  καθώς πρέπει πολίτες οπως ο Δούκας του Aberdeen ο οποίος είχε διαμαρτυρηθεί στην Βουλή των Λόρδων σχετικά…

Αν και ο συγκεκριμένος νόμος είχε πολλά χρόνια να χρησιμοποιηθεί, τον επανέφεραν για να στηρίξουν τις κατηγορίες κατά του Chris Seale τον Νοέμβριο του 1977 και η δίκη καλύφθηκε με μιας ευρείας κλίμακας επίθεση απο τα μέσα ενημέρωσης, κατά των Sex Pistols και του punk γενικότερα.

Για την υπεράσπιση, η Virgin προσέλαβε τον John Mortimer, εναν δικηγόρο ο οποίος κάθε άλλο παρά απο τον κόσμο των Sex Pistols ήταν βγαλμένος, και μέχρι το 2009 που πέθανε σε ηλικία 85 ετών, παρέμεινε ως ενας απο τους πιο αγαπημένους δικηγόρους και μυθιστοριογράφους στη βρετανική ιστορία.

Ο Mortimer ήταν βετεράνος δικαστικών αγώνων κατά της λογοκρισίας.

Το 1968 είχε υπερασπιστεί με επιτυχία την Αγγλική έκδοση του βιβλίου “Last Exit in Brooklyn” του Hubert Selby Jr (συγγραφέα του “Ρεκβιεμ για Ενα Ονειρο”) αλλά έχασε τρία χρόνια αργότερα στην περίπτωση του βιβλίου “The Little Red Schoolbook” γραμμένο απο τους Δανούς δασκάλους Søren Hansen και Jesper Jensen.

Το βιβλίο αυτό ενθαρρύνει τους νέους να αμφισβητούν τα κοινωνικά πρότυπα και τους δίνει οδηγίες για το πώς να το κάνουν. Ξεσήκωσε θύελλα διαμαρτυριών απο την μεριά των πολιτικών, απαγορεύτηκε στην Ιταλία και την Γαλλία, και έγινε λόγος να καταστραφεί η πολιτική καριέρα ενος Ελβετού πολιτικού ο οποίος εκανε ολόκληρο αγώνα εναντίον του.

Ακόμα, είναι ο τίτλος του 12ου άλμπουμ που κυκλοφόρησε ο Momus το 1998 (τον μήνυσε η Wendy Carlos – η συνθέτης του soundtrack για το Κουρδιστό Πορτοκάλι – για ενα τραγούδι του άλμπουμ.)

Το 1976, ο Mortimer, υπερασπίστηκε τον συντάκτη του Gay News, Denis Lemon για το αδίκημα της δημοσίευσης του ποιήματος του James Kirkup “The Love that Dares to Speak its Name” με την κατηγορία της βλάσφημης δυσφήμησης. Ο Lemon έχασε την υπόθεση, αλλά την κέρδισε μετά απο έφεση.

Στη δεκαετία του 1960, ο Mortimer, είχε γράψει το βιβλίο “A Voyage Round My Father”, ένα αυτοβιογραφικό έργο για τη σχέση του με τον τυφλό του πατέρα (επίσης δικηγόρο) – το οποίο αργότερα έγινε τηλεοπτική ταινία με τους Laurence Olivier και Alan Bates. Εγραψε επίσης με τη σύζυγό του, το σενάριο για την ταινία που γύρισε το 1965 ο Όττο Πρέμινγκερ “Bunny Lake Is Missing” και το 1975 ξεκίνησε την σειρά μυθιστορημάτων με τον Horace Rumpole.

Ο Mortimer πίστευε απόλυτα στην ελευθερία του λόγου, πράγμα που τον έκανε την τέλεια επιλογή για την περίπτωση των Sex Pistols.

To website 20thcpunkarchives εξηγεί την στρατηγική της υπεράσπισης:

Ο John Mortimer έθεσε το ερώτημα γιατί ο Seale διώχθηκε επειδή εξέθετε το εξώφυλλο του δίσκου, ενώ δεν εκδιώχθησαν οι εφημερίδες που χρησιμοποίησαν την ίδια εικόνα ως φωτογραφία. Ο Mortimer συνέχισε να περιγράφει την ιστορία του όρου “Bollocks” και να τον εντοπίζει τις ρίζες του στον Μεσαίωνα. Υστερα συνέχισε φέρνοντας κάποιον καθηγητή Kingsley, επικεφαλής Αγγλικών σπουδών στο τοπικό πανεπιστήμιο του Nottingham. Ο Kingsley είπε στο δικαστήριο ότι ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί από το έτος 1000 για να περιγράψει μια μικρή μπάλα (ή πράγματα παρόμοιου σχήματος) και ότι εμφανίζεται σε Μεσαιωνικές Βίβλους, κτηνιατρικά βιβλία και στην λογοτεχνία μέσα στους αιώνες. Επίσης αποκάλυψε (χωρίς αυτό να αποτελεί έκπληξη) ότι χρησίμευσε επίσης ως μέρος για τοπωνύμια σε όλο το Ηνωμένο Βασίλειο. Τα φρύδια όλων σηκώθηκαν όταν ο Kingsley είπε ότι ο όρος είχε χρησιμοποιηθεί για να περιγράψει τους κληρικούς του προηγούμενου αιώνα. Σε αυτή την περίπτωση χρησιμοποιείται με παρόμοιο τρόπο όπως η λέξη ανοησίες για να περιγράψει έναν κληρικό που έλεγε κουταμάρες. Η υπεράσπιση συνέχισε να υποδηλώνει ότι ίσως η εισαγγελία δεν ενδιαφέρεται για την ευπρέπεια της εν λόγω λέξης, αλλά αντίθετα διεξήγαγε πόλεμο εναντίον της ίδιας της μπάντας. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας, ο δικαστής συζήτησε για είκοσι λεπτά και απέρριψε όλες τις κατηγορίες εναντίον του Seale. Το εξώφυλλο του άλμπουμ των Sex Pistols βρέθηκε  “αξιοπρεπές” και έθεσε ένα προηγούμενο που θα προστάτευε άλλους ιδιοκτήτες καταστημάτων η οποίοι θα το εξέθεταν δημόσια.

Η ετυμηγορία, που δόθηκε από τον πρόεδρο της εδρας Douglas Betts, ήταν βαθιά κακόβουλη αλλά εντούτοις ευχάριστη για τους πάνκηδες σε ολα τα μέρη: «Όσο κι αν εγω και οι συνάδελφοί μου θρηνούμε με όλη μας την καρδιά για την χυδαία εκμετάλλευση των χειρότερων ενστίκτων της ανθρώπινης φύσης τόσο από εσάς, όσο και από την εταιρεία σας, θα πρέπει απρόθυμα να σας βρούμε αθώο για κάθε μία από τις τέσσερις κατηγορίες.

Ο νόμος για την απρεπή διαφήμιση (Indecent Advertisements Act) δεν επέζησε πολύ περισσότερο απο τους Sex Pistols.

Καταργήθηκε το 1981 για να αντικατασταθεί απο το νόμο κατά της Ασεμνης Εμφάνισης (Indecent Display (Control) Act) για τον οποίο αγωνιζόταν επι χρόνια η συντηρητική κοινωνική ακτιβίστρια Mary Whitehouse και ο οποίος στόχευε πρωτίστως στις φωτογραφίες που έβαζαν στις βιτρίνες τους τα sex shops.

Οταν κατατέθηκε ως πρόταση αρχικά το 1974 (τότε είχε καταψηφιστεί…) υπήρχαν πολλοί μέσα στην ροκ βιομηχανία οι οποίοι διαφώνησαν, με την Melody Maker να προειδοποιεί πως αν ψηφιζόταν αυτός ο νόμος, θα μπορούσε να κηρυχθεί παράνομη όλη η σκηνική παρουσία των Sweet

 
Leave a comment

Posted by on August 10, 2019 in Politics, punk rock, Reflections

 

Μερικά πράγματα για τους Hawkwind και το νέο τους άλμπουμ

Αν θυμάμαι καλά, ήταν το 1991 όταν είδα τους Hawkwind να παίζουν ζωντανά στο Ρόδον, στην Αθήνα.

Θα πρέπει να ήμασταν 500-600 άτομα στο κοινό και πολλοί το σχολιάζαμε μετά, πως ήμασταν πολύ λίγοι για ένα τόσο ιστορικό συγκρότημα.

Δύο απο τα μέλη τους που έπαιξαν εκείνη την βραδιά, ο ιδρυτής του συγκροτήματος, κιθαρίστας , τραγουδιστής και πληκτράς, Dave Brock και ο τρομερός ντράμερ Richard Chadwick, ο οποίος προσχώρησε στην μπάντα απο το 1988, είναι ακόμα στην σύνθεση.

Μαζί τους απο το 2008 είναι και ο μπασίστας και πληκτράς Niall Hone με τον κιθαρίστα  και τραγουδιστή Magnus Martin.

Οι Hawkwind φτιάχτηκαν το 1969 στην κεντρική Αγγλία και άνοιξαν τον δρόμο για το space rock.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες από το σχηματισμό τους, είχαν δημιουργήσει ενα καλό όνομα στο κύκλωμα των φεστιβάλ και έπαιζαν ζωντανά χωρίς χρέωση, οπουδήποτε μπορούσαν. Μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας του άλμπουμ τους ‘X In Search Of Space‘ το 1971, είχαν γίνει ηδη γνωστοί για την θεατρικότητα των συναυλιών τους, οι οποίες φημίζονται για το light show, την κατανάλωση LSD και για (μεταξύ 1971-75) την γυμνή Ιρλανδή χορεύτρια Stacia Blake.

Το συγκρότημα φλερτάρισε αρκετές φορές με το folk rock, την heavy metal, το new wave, την ambient και την techno.

Απο τις τάξεις του πέρασαν μουσική όπως ο Lemmy (ο οποίος θα πήγαινε κατόπιν θα έκανε μεγάλη πορεία με τους Motörhead, όνομα που χρησιμοποίησε απο ενα τραγούδι που ειχε ο ιδιος γράψει για τους Hawkwind), o Ginger Baker των Cream και ο συγγραφέας και πατέρας της Βρετανικής επιστημονικής φαντασίας, Michael Moorcock.

Αυτές τις ημέρες, η Cheery Red Records ανακοίνωσε πως ο τιτλος του νέου άλμπουμ των Hawkwind,  είναι “All Aboard The Skylark”.

Πρόκειται για το 32ο άλμπουμ των Hawkwind και με εννέα νέα τραγούδια, σηματοδοτεί την επιστροφή τους στον space rock ήχο.

Θα κυκλοφορήσει σε διπλό CD στις 25 Οκτωβρίου 2019 και οποιος θέλει μπορεί να το προπαραγγείλει απο ΕΔΩ.

 
 

Richard Hamilton, ο πιό επιδραστικός Βρετανός καλλιτέχνης του 20ου αιώνα

Η pop art ήταν ενα καλλιτεχνικό κίνημα που γεννήθηκε στο Λονδίνο στα μέσα της δεκαετίας του ’50 και αργότερα πέρασε και στην Αμερική.

Πήρε το όνομά της απο τον κριτικό τέχνης Lawrence Alloway το 1958 και είχε μεγάλη απήχηση στην δεκαετία του ’60.

Πηγή έμπνευσής της ήταν η λαϊκή κουλτούρα, τα καταναλωτικά αγαθά, οι διαφημίσεις, καθημερινά σκεύη και οτιδήποτε ερχόταν, εκείνη την εποχή, σε αντίθεση με τις καλές τέχνες.

Ηταν αρκετά εκνευριστική για όσους δεν την καταλάβαιναν γιατί φαινόταν να έχει ενα πάθος με κουτά θέματα οπως η διαφήμιση ή τα χυδαία cartoon και κατα κάποιο τρόπο το είδαν σαν εναν τρόπο με τον οποίο οι νέοι απειλούσαν να αναστατώσουν τις υπάρχουσες συνθήκες.

Σύντομα έδειξαν ενδιαφέρον για την pop art οι rock καλλιτέχνες γιατί ήταν κάτι καινούργιο, νεανικό και συναρπαστικό.

Ενας απο τους πρωτοπόρους αυτου του είδους τέχνης στην Αγγλία, ήταν ο Richard Hamilton, ο πιό επιδραστικός Βρετανός καλλιτέχνης του 20ου αιώνα, ο οποίος είδε το μέλλον να έρχεται και το αποτύπωσε σε αθάνατες εικόνες ενος μοντέρνου κόσμου.

Επηρεασμένος απο τον γλύπτη, ζωγράφο και σκακιστή Γαλλο-Αμερικάνο Marcel Duchamp, και απο τα κολάζ του Σκωτσέζου καλλιτέχνη Eduardo Paolozzi ο οποίος θεωρείται ως ο πρωτοπόρος της pop art, o Hamilton δημιούργησε ενα εντελώς προσωπικό ύφος και παρουσίασε τα πράγματα γύρω του με εναν τρόπο που πριν δεν ήταν ορατός με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το έργο του “Swingeing London”, μια σειρά έργων ζωγραφικής βασισμένων σε μια φωτογραφία της σύλληψης του Mick Jagger και του Robert Fraser με την κατηγορία της κατοχής ναρκωτικών.

Γενικότερα, του άρεσε να συμμετέχει στον μοντέρνο τρόπο ζωής (ήταν γεννημένος το 1922) και τον γοήτευε η τεχνολογία της εποχής του.

Το 1959 ο Hamilton έδωσε μια διάλεξη με τίτλο “Glorious Technicolor, Breathetaking Cinemascope and Stereophonic Sound“, μια φράση παρμένη απο τους στίχους του Cole Porter για την μουσική κωμωδία του 1957 “Silk Stockings” με τον Fred Astaire. Σε αυτή τη διάλεξη, κατα την διάρκεια της οποίας ακουγόταν ποπ μουσική και συμπεριλάμβανε και την επίδειξη μιας πρώιμης φωτογραφικής μηχανής Polaroid, ο Hamilton αποδόμησε την τεχνολογία του κινηματογράφου για να εξηγήσει την γοητείας του Χόλιγουντ. Ανέπτυξε αυτο το θέμα περεταίρω στις αρχές της δεκαετίας του 1960 με μια σειρά από πίνακες εμπνευσμένους από ταινίες και διαφημιστικά πλάνα.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 ήταν επίσης πολύ δραστήριος στην εκστρατεία για τον πυρηνικό αφοπλισμό και δημιούργησε ένα έργο στο οποίο παρωδούσε τον τότε ηγέτη του Εργατικού Κόμματος, Hugh Gaitskell, για την απόρριψη του πυρηνικού αφοπλισμού.

HAMILTON, FRASER, SWINGING LONDON

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1960, τον Hamilton εκπροσωπούσε ο έμπορος έργων τέχνης Robert Fraser, γνωστότερος ως “Groovy Bob“, μια κεντρική φιγούρα της νυχτερινής ζωής του Λονδίνου, ο οποίος ήταν κολλητός των Beatles και των Rolling Stones.

Ο Fraser ήταν γόνος συλλεκτών έργων τέχνης και γοητευμένος απο την αποδοχή που είδε οτι είχε η μοντέρνα τέχνη στην Αμερική, αποφάσισε να την φέρει και στην συντηρητική και κολλημένη στις παραδόσεις Αγγλία, ανοίγοντας μια γκαλερί στο Λονδίνο.

O Paul McCartney έχει πει για τον Fraser πως ήταν «ενας απο τους πιο επιδραστικούς ανθρώπους του Λονδίνου της δεκαετίας του ‘60» και ήταν εκείνος που το 1967 έστησε ολο το σκηνικό του εξωφύλλου του άλμπουμ “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band” προτρέποντας τους Beatles να συνεργαστούν με τον Peter Blake (ο οποίος τελικά και το έκανε) και να απορρίψουν ενα ψυχεδελικό εξώφυλλο που τους είχε προτείνει η Ολλανδική κολεκτίβα γραφιστών The Fool (σχεδίασαν κυρίως τα κουστούμια των The Hollies, Incredible String band, Procol Harum, Move κλπ).

Τόσο το διαμέρισμα του Fraser στον τρίτο όροφο της 23 Mount Street του Λονδίνου, όσο και η γκαλερί του, ήταν τα μέρη στα οποία σύχναζαν αστέρια της ποπ, καλλιτέχνες, συγγραφείς και άλλες διασημότητες, συμπεριλαμβανομένων φυσικά των μελών των Beatles και των Rolling Stones, του φωτογράφου Michael Cooper, του σχεδιαστή Christopher Gibbs, της Marianne Faithfull, του Dennis Hopper, του William Burroughs και άλλων, ενώ ο Fraser ενέπνευσε τον χαρακτήρα του “Dr. Robert” στο ομώνυμο τραγούδι του άλμπουμ “Revolver” των Beatles.

Ακόμα, χρηματοδότησε το 1966 την έκθεση της Yoko Ono στην οποία την πρωτοσυνάντησε ο John Lennon ενω ακόμα έδωσε στον McCartney μια μικρή ζωγραφιά ενός μήλου από τον René Magritte, που πιστεύεται ότι ήταν η έμπνευση για το όνομα και το λογότυπο της δισκογραφικής εταιρείας Apple Records των Beatles.

Το 1967 η αστυνομία έκανε έφοδο στο σπίτι του Keith Richards στο Redlands οπου συνέλαβε τον Richards, τον Mick Jagger και τον Fraser με την κατηγορία της κατοχής και χρήσης ναρκωτικών.

Ηταν η εποχή που ξεκινούσε η τρέλλα για τους celebrities οπως την ξέρουμε σήμερα.

Για την ιστορία, ενω οι δύο των Stones απαλλάχθηκαν μετά από έφεση, ο Fraser ομολόγησε πως είναι ένοχος, εξέτισε μια ποινή εξι μηνών σε καταναγκαστικά έργα πράγμα που έκανε τον Richard Hamilton εξω φρενών γιατί θα φυλάκιζαν έναν άνθρωπο μόνο και μόνο επειδή έκανε χρήση ναρκωτικών.

Έχοντας προσχωρήσει ο Hamilton σε αυτό τον κύκλο γνωριμιών, και τρέφοντας μεγάλη εκτίμηση για τον Fraser, πήρε μια φωτογραφία που εβγαλε ο John Twine και δημοσίευσε η Daily Sketch για να μνημονεύσει ολο το περιστατικό στο έργο τέχνης του “Swingeing London 67” το οποίο αποτελείται απο κολάζ  δημοσιευμάτων του τύπου και το πορτραίτο των Jagger και Fraser δεμένων με χειροπέδες σε ενα αστυνομικό αυτοκίνητο καθώς μεταφέρονται απο την φυλακή στο δικαστήριο σε εξι διαφορετικούς καμβάδες.

Ο ίδιος, είπε σχετικά πως «υπήρξαν μερικές περιπτώσεις που συγκινήθηκα απο κάποιο γεγονός. Οταν είσαι υποχρεωμένος να δράσεις με οποιο τρόπο μπορείς, δρας ως καλλιτέχνης. Θα πρέπει να το εκφράσεις με το μέσο το οποίο γνωρίζεις, και πιστεύω πως η εικόνα του Robert Fraser και του Mick Jagger με χειροπέδες, δίνουν μια ιδιαίτερη εικόνα στον κόσμο. Συμβολίζουν μια συγκεκριμένη εποχή

Η ειρωνεία είναι πως αυτή η εικόνα που ταρακούνησε το κατεστημένο της εποχής, κατέληξε να είναι ενας απο τους σημαντικότερους καλλιτεχνικούς θεσμούς του ίδιου του κατεστημένου.

Εδω ενα κατατοπιστικό βίντεο που συνοδεύει μια συνέντευξη της Harriet Vyner και που θα σας δώσει την εικόνα ολων αυτών που περιγράφω. Η Vyner είναι η συγγραφέας των βιβλίων “Groovy Bob, the life and times of Robert Fraser“ (1999), “Among Ruins” (2006), και έγραψε με τον πρώην πληκτρά των Squeeze και σημερινό τηλεπαρουσιαστή Jools Holland την αυτοβιογραφία του “Barefaced Lies and Boogie-Woogie Boasts” (2007).

Ο Fraser μετά την αποφυλάκισή του βυθίστηκε πιο βαθειά στην πρέζα, χάνοντας το ενδιαφέρον του για την τέχνη και κλείνοντας την γκαλερύ του το 1969 (τον Γενάρη του 1986 έγινε ο πρώτος Βρετανός ασθενής του AIDS που πέθανε στο σπίτι του.)

ROCK’N’ROLL ΚΑΙ ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΑΙΣΘΗΤΙΚΉ

O Hamilton, ο οποίος είχε γίνει φίλος με τον Paul McCartney ανέλαβε να κάνει τα εξώφυλλα και το κολάζ των αφισών του “White Album” των Beatles.

Ο McCartney έλεγε μάλιστα πως στις προθέσεις του Hamilton ήταν να αριθμηθεί ξεχωριστά το κάθε εξώφυλλο (απο το 1968 που κυκλοφόρησε το “White Album” έχει πουλήσει 24 εκατομμύρια κόπιες.) Παρεμπιπτόντως, την πρώτη κόπια την πήρε ο John Lennon.

Την ίδια χρονιά, ο Hamilton εμφανίζεται στην ταινια του  Brian De PalmaGreeting” το θέμα της οποίας έχει να κάνει με κάποιους νεαρούς που προσπαθούν να αποφύγουν να καταταγούν στον στρατό για να μην πάνε στο Βιετναμ και στην οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά σε πρωταγωνιστικό ρόλο ο Robert De Niro.

Απο το 1959 ως το 1966 ο Hamilton δίδασκε στο King’s College του Newcastle έχοντας για μαθητή του τον νεαρό Bryan Ferry τον μελλοντικό τραγουδιστή των Roxy Music, τον οποίο επηρέασε τόσο πολύ ωστε να γράψει το 1977 το τραγούδι “This is Tomorrow” εμπνευσμένο απο μια έκθεση έργων του δασκάλου του με τίτλο “This is Tomorrow” στην Whitechapel Art Gallery του Λονδίνου το 1956.

Εκεί ο Hamilton είχε παρουσιάσει, το “Just what is it that makes today’s homes so different, so appealing?” το πρώτο διάσημο έργο τέχνης της pop art.

Σύμφωνα με το άρθρο του ιστορικού τέχνης John-Paul Stonard, το κολάζ αποτελείται από εικόνες που προέρχονται κυρίως από αμερικανικά περιοδικά. Ολα συνθέτονται πάνω στην  εικόνα ενός σύγχρονου καθιστικού, παρμένο απο μια διαφήμιση του “Ladies Home Journal” για τα δάπεδα της εταιρίας Armstrong. Ο τίτλος του έργου προέρχεται επίσης από  αντίγραφο της διαφήμισης, η οποία δηλώνει  “Just what is it that makes today’s homes so different, so appealing? Open planning of course—and a bold use of color” (Τι ακριβώς κάνει τα σημερινά σπίτια τόσο διαφορετικά, τόσο ελκυστικά; Ανοιχτός σχεδιασμός φυσικά – και τολμηρή χρήση του χρώματος.) Ο bodybuiderάς είναι ο Irvin “Zabo” Koszewski, νικητής του Mister L.A. το 1954. Η φωτογραφία προέρχεται από το περιοδικό Tomorrow’s Man, του Σεπτεμβρίου του 1954. Η καλλιτέχνιδα Jo Baer η οποία φωτογραφιζόταν για νεανικά περιοδικά ερωτικού περιεχομένου, ισχυρίστηκε ότι αυτή είναι η γυναίκα στον καναπέ.

Το τραγούδι του Ferry πάντως μπήκε για εννέα βδομάδες στα Αγγλικά τσαρτ και έφτασε ως το νουμερο 9.

Μιλώντας για τον δάσκαλό του είπε πως «…ηταν μια μεγάλη έμπνευση τόσο ως καλλιτέχνης αλλά και ως προσωπικότητα και αποκάλυψε πόσο ποιητικός αλλά και μυστηριώδης θα μπορούσε να είναι ο μοντέρνος κόσμος».

Αλλά και ο Hamilton περιέγραψε τον Ferry ως το «καλύτερο δημιούργημά του

O Hamilton λάτρευε την νέα τεχνολογία και στις δουλειές του δεν υπάρχουν φραγμοί ανάμεσα στο έργο τέχνης και στον σχεδιασμό του προϊόντος συμπεριλαμβανομένης μιας ζωγραφικής που ενσωμάτωσε ένα state-of-the-art ραδιοφωνικό δέκτη και το κουτί ενός υπολογιστή Dataindustrier AB.

Εχοντας μπεί στον χώρο του βιομηχανικού σχεδίου, σχεδίασε το 1984 το εξωτερικό του  πρωτότυπου υπολογιστή OHIO (για μια σουηδική εταιρεία που ονομάζεται Isotron, το 1984) και του DIAB DS-101 (για την επίσης Σουηδική Dataindustrier AB, το 1986).

Το 1987, μια τηλεοπτική σειρά του BBC με τίτλο “Painting with Light” έκανε τον Hamilton να πρωτοδουλέψει με το Quantel Paintbox, της εταιρίας Quantel, ενα νέο πρόγραμμα του κομπιούτερ για την παραγωγή γραφικών και τηλεοπτικών βίντεο και από τότε χρησιμοποίησε αυτό ή παρόμοιά προγράμματα για να παράγει και να τροποποιήσει το έργο του.

(Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, η Quantel κινήθηκε νομικά κάνοντας αγωγές εναντίον του Adobe “Photoshop” και του συστήματος “Matisse” Spaceward Graphics σε μια προσπάθεια να προστατεύσει τα κατοχυρωμένα με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας πτυχές του συστήματος Paintbox. Κέρδισε την πρώτη υπόθεση κατά της Spaceward το 1990, αλλά τελικά έχασε αυτήν κατά της Adobe το 1997.

Τόσο άλμπουμ των Queen “The Miracle” όσο και το βίντεο του “Money For Nothing” των Dire Straits, δημιουργήθηκαν με Quantel Paintbox.)

Το 1992, το BBC ανέθεσε στον Richard Hamilton να αναδημιουργήσει το διάσημο έργο του, “Just What Is It That Makes Today’s Homes So Different, So Appealing?” με σκοπό να δείξει το τι ένιωθε πως ηταν το μέσο νοικοκυριό της δεκαετίας του ΄90.

Αυτή την φορά όμως αντι του bodybuilderά, χρησιμοποίησε έναν λογιστή που εργαζόταν σε ένα γραφείο κι αντί της ημίγυμνης γυναίκας, χρησιμοποίησε μια γυναίκα body builder παγκόσμιας κλάσης.

Το 1981, αφού παρακολούθησε ενα τηλεοπτικό ντοκυμαντέρ για τις διαδηλώσεις «της Κουβέρτας» που οργάνωσαν οι κρατούμενοι του IRA στις φυλακές Long Kesh (γνωστές με το όνομα The Maze) ο Hamilton άρχισε να δουλεύει σε μια τριλογία ζωγραφικών έργων βασισμένη στις σύγκρουση της Βόρειας Ιρλανδίας.

The citizen 1981-3 Richard Hamilton 1922-2011 Purchased 1985 http://www.tate.org.uk/art/work/T03980

Το έργο του “The Citizen” (1981-83) αναπαριστά τον κρατούμενο Hugh Rooney του IRA να απεικονίζεται ως Ιησούς, με μακριά μαλλιά και γενειάδα.

Οι Ρεπουμπλικανοί κρατούμενοι αρνούνταν να φορέσουν τις στολές της φυλακής, υποστηρίζοντας πως ήταν πολιτικοί κρατούμενοι.

Οσο γινόταν αυτό, οι δεσμοφύλακες αρνούνταν να αφήσουν “τους διαδηλωτές με τις κουβέρτες” να χρησιμοποιούν τις τουαλέτες αν δεν φορούσαν στολές φυλακισμένων.

Οι Ρεπουμπλικανοί αντέδρασαν απλώνοντας τα περιττώματα τους στους τοίχους των κελιών τους.

Ο Χάμιλτον εξήγησε (στα σχόλια του καταλόγου της εκθεσης των έργων του στην Tate Gallery το 1992) ότι είδε την εικόνα του «ανθρώπου με την κουβέρτα» ως μια δημοσιοσχετίστικη εικόνα με τεράστια αποτελεσματικότητα. Είχε την ηθική υπόσταση μιας θρησκευτικής εικόνας και την πειστικότητα της πιο ονειρεμένης διαφήμισης σαπουνιού για τους ανθρώπους – αλλά παρόλα αυτά, ήταν η παρούσα πραγματικότητα.

Το “The subject” (1988-89) δείχνει εναν Orangeman, ενα μέλος του τάγματος που είχε σκοπό να διατηρηθεί η Ενωση στη Βόρεια Ιρλανδία και το “The State” (1993) δείχνει έναν Βρετανό στρατιώτη να περιπολεί περπατώντας στον δρόμο.

Ο Hamilton πέθανε το 2011 σε ηλικία 89 ετών.

 

 
 

Tags: , , , ,

Το φαινόμενο Rocky Horror Show

Κάποια στιγμή προς τα τέλη της δεκαετίας του ’70, επέστρεψε απο το εξωτερικό ο μεγάλος αδερφός ενός φίλου φορτωμένος με δίσκους συγκροτημάτων, κασσέτες και ιστορίες.

Μια απο αυτές τις ιστορίες είχε να κάνει με ενα περίεργο θεατρικό έργο που είχε παρακολουθήσει στην Αγγλία.

Το κοινό σε αυτή την παράσταση συμμετείχε κι αυτό, μιας και φορούσε τα ίδια ρούχα με τους χαρακτήρες του έργου ενώ ολοι ήξεραν απ εξω τα λόγια.

Οταν ερχόταν η σειρά του τάδε χαρακτήρα να μιλήσει, εκείνοι που βρίσκονταν ανάμεσα στο κοινό και φορούσαν τα ίδια ρούχα με τον συγκεκριμένο χαρακτήρα, σηκωνόντουσαν και λέγανε κι αυτοί τα λόγια του ρόλου.

Το έργο λεγόταν The Rocky Horror Show και ηταν ενα μιούζικαλ το οποίο βγήκε στο θέατρο για πρώτη φορά το 1973 σε σενάριο και μουσική του Richard O’Brien, ο οποίος συμμετείχε στον θίασο αλλά είχε γράψει και το βιβλίο.

Ο O’Brien ηταν προηγουμένως μέλος του Αγγλικού θιάσου της θεατρικής παράστασης του “Hair” στον οποίο συμμετείχε και ο Tim Curry, οπότε όταν έψαχναν ηθοποιούς για το Rocky Horror Show ο Curry πέρασε μια απλή οντισιόν τραγουδώντας το “Tutti Frutti” του Little Richard για τον πρωταγωνιστικό ρόλο του Dr. Frank-N-Furter.

Ξεκινήσαμε τις παραστάσεις του Rocky Horror απο το Theatre Upstairs, ενα θεατράκι 60 θέσεων” αναφέρει σε μια συνέντευξή του ο Tim Curry και συνεχίζει ”μας είχαν γίνει κάποιες προσφορές για να ανεβάσουμε το έργο σε θέατρα του West End, αλλά δεν θέλαμε. Μεταφερθήκαμε για τους επόμενους τρείς μήνες σε εναν μεγαλύτερο χώρο, στο Chelsea του Λονδίνου, τον οποίο θα κατεδάφιζαν, οποτε το ενοίκιο ήταν πιο οικονομικό και αυτό μας βοήθησε να κρατήσουμε την τιμή των εισιτηρίων χαμηλή. Πήγαμε πολύ καλά εισπρακτικά και οταν ηρθε η ωρα να κατεδαφίσουν το κτήριο πήγαμε σε εναν κινηματογράφο στην King’s Road.

Η ιστορία του έργου έχει να κάνει με ενα νιόπαντρο ζευγάρι το οποίο μπαίνει μια βροχερή νύχτα σε ενα πύργο ψάχνοντας για τηλέφωνο.

Τον πύργο έχουν καταλάβει όμως κάτι περίεργα άτομα, τα οποία γιορτάζουν την ετήσια συνεύρεσή τους, με επικεφαλής εναν τρελλό επιστήμονα ο οποίος είναι ενας εξωγήινος τραβεστί (ο Mick Jagger ήθελε να παίξει αυτό τον ρόλο) και η όλη κατάσταση εξελίσσεσαι σε μια παρωδία των φτηνών ταινιών επιστημονικής φαντασίας (b-movies.)

Έπαιξα το Rocky στο Λονδίνο για 6-7 μήνες” θυμάται ο Curry “και μετά πήγα με το έργο στο Λος Αντζελες. Οι Αμερικάνικοι νόμοι είναι πολύ αυστηροί οσον αφορά στο να εισάγουν  Αγγλικές εταιρίες οπότε εκεί το κάναμε σε παραγωγή μιάς Αμερικάνικης εταιρίας για άλλους επτά μήνες. Βασικά ανέβηκε για έναν ολόκληρο χρόνο αλλά στους έξι μήνες εγω έφυγα για να γυρίσω την κινηματογραφική εκδοχή του…

Η θεατρική παράσταση φιλοξενούνταν στο Roxy Theatre στην Sunset Street του Λος Αντζελες. Ηταν ενα παλιό στρηπτιζάδικο που το 1940 λεγόταν “The Largo” και η ατμόσφαιρα θύμιζε ακόμα τον ιδιωτικό ντεντεκτιβ Philip Marlow. Είχε αγοραστεί στις αρχές της δεκαετίας του ’70 απο μερικούς rock’n’roll μεγαλοεπιχειρηματίες με σκοπό να κάνουν rock εκδηλώσεις αλλά αρχικά δεν πήγε καλά και έψαχναν για κάτι διαφορετικό, στο στυλ του καμπαρέ.

Ο Lou Adler, που ήταν γνωστός απο τις παραγωγές που έκανε σε δουλειές της Carole King, των Mamas & Papas, του χίπικου κωμικού δίδυμου Cheech & Chong και γενικά ήταν ενα άτομο που καταπιανόταν με πολλά, είχε δεί το Rocky Horror στο Λονδίνο, του άρεσε και αναλαμβάνοντας την παραγωγή της Αμερικάνικης παράστασης, πίστεψε πως το Roxy ήταν κατάλληλο για την περίσταση.

Η επιτυχία της θεατρικής παράστασης ήταν τόσο μεγάλη που το 1975 γυρίστηκε σε κινηματογραφική ταινία απο τον Αυστραλό σκηνοθέτη Jim Sharman ο οποίος έγραψε και το σενάριο, και σε παραγωγή του Lou Adler. Εκτός απο τον Richard O’Brien πού έπαιζε στην θεατρική παράσταση μαζί με τον Tim Curry (ο οποίος μετα απο ενα μεγάλο εγκεφαλικό που έπαθε το 2012 βρίσκεται σε αναπηρική πολυθρόνα), στην ταινία εμφανίζεται η ηθοποιάρα και γνωστή ακτιβίστρια Susan Sarandon, ο Barry Bostwick, και πολλοί άλλοι, ανάμεσά τους ακόμα και ο Meat Loaf (είχε παίξει προηγουμένως στην Αμερικάνικη θεατρική εκδοχή του “Hair.”)

Μάλιστα ο Meat Loaf θυμάται πως “η Carole King είχε έρθει αρκετές φορές να δει την παράσταση και στο τέλος ερχόταν ντυμένη οπως η Magenta. Ερχόταν ακόμα ο Keith Moon των Who και μόλις βλέπαμε εννιά μπουκάλια σαμπάνιας στην σκηνή, καταλαβαίναμε πως ο Keith Moon βρισκόταν στο κοινό. Είχε έρθει ο Elvis Presley και είχα μια φριχτή εμπειρία ενα βράδυ οταν στεκόμουν γυμνός στον διάδρομο και τότε εμφανίστηκε η Raquel Welch. Ντράπηκα τόσο πολύ και δεν ήξερα τι να κάνω οπότε την κοίταξα και φώναξα Ωπα!!! η Ann-Margret!!! και δεν ήταν καθόλου χαρούμενη με αυτό οπότε της έγραψα ενα γράμμα ζητώντας συγγνώμη.”

Κάποια στιγμή, στην δεκαετία του ΄80, η ταινία προβλήθηκε και στην Ελλάδα και πήγα να την δω.

Εχει μια εμφανή περιρρέουσα μετα-χίππικη ατμόσφαιρα, το χιούμορ της οποίας ανακατευόταν με την φιλοσοφία του sex and drugs and rock’n’roll και δεν θα γινόταν ευκολα κατανοητό απο μια συντηρητική μερίδα του Ελληνικού κοινού της εποχής.

Εγω όμως, παρότι δεν με συγκινούν τα μιούζικαλ, πέρασα ομολογουμένως πολύ καλά παρακολουθώντας την και μάλιστα πήγα και αγόρασα την επόμενη μέρα το soundtrack γιατί έχει κάποια πραγματικά πολύ καλά τραγούδια.

Η μουσική και οι στίχοι είναι φυσικά του Richard O’Brien, ο οποίος την εποχή που τα έγραφε περνούσε μια περίοδο λατρείας για το rock’n’roll της δεκαετίας του ’50 και τον Buddy Holly.

Σχετικά με το κοινό το οποίο ήξερε απ’ έξω τις ατάκες των ηθοποιών, η άποψη του O’Brien είναι πως “ήταν κάτι που συνέβη μετά την κυκλοφορία της ταινίας, επειδη ο χρόνος στην ταινία είναι κάθε φορά ο ίδιος, οπότε υπήρχε αυτή η αλληλεπίδραση γιατί γνώριζαν τι θα επακολουθούσε. Στις θεατρικές παραστάσεις υπήρχε ενα πρόβλημα με το timing του κοινού βέβαια αλλά απ την άλλη, αν συμμετέχει μόνο το 25% του κοινού που παρακολουθεί, ενω το 75% που δεν είναι φανατικοί του έργου, δεν συμμετέχουν, τότε είναι σαν να έχεις πάει σε ενα πάρτυ απρόσκλητος. Οπότε προσπαθήσαμε να έχουμε τον έλεγχο του έργου πάνω στην σκηνή.

Δεν σας κρύβω πως ισως εξαιτίας αυτης της ταινίας να αναπτύχθηκε μέσα μου μια αγάπη για τα B-movies…

Πάντως στην ηχογράφηση του soundtrack συμμετείχαν έξοχοι μουσικοί, οπως δύο απο τα μέλη των Procol Harum, ο ντάμμερ B. J. Wilson και ο κιθαρίστας Mick Grabham.

Παίζουν ακόμα, ο συνεργάτης του Rick Wakeman και του Roger Daltrey μπασίστας Dave Wintour, o πιανίστας και πληκτράς John “Rabbit” Bundrick, ο οποίος έχει συνεργαστεί με πολλούς, ανάμεσέ τους οι Eric Burton, Bob Marley and the Wailers, Who, Roger Waters, και οι Free.

Ο σαξοφωνίστας Phil Kenzie, ενας άνθρωπος που έχει περιοδεύσει και ηχογραφήσει με τους Beatles, Eagles, Graham Nash, Carly Simon, David Crosby, Black Sabbath, Jackson Browne, Stevie Nicks, Alan Parsons, David Essex, Leo Sayer, Wishbone Ash, Manfred Mann Chapter Three, Annie Lennox, The Pointer Sisters, The Temptations, Rod Stewart, David Bowie, America, και άλλους…

Φαντάζομαι πως μετά απο αυτά τα ονόματα, ο καθένας μπορεί να καταλάβει οτι το soundtrack της ταινίας δεν είναι για πλάκα, αλλά είναι μια πολύ σοβαρή δουλειά…

Εδω ενα βίντεο ολόκληρης της θεατρικής παράστασης οπως ανέβαινε στο Λονδίνο το 2015

Το make-up της ταινίας ανέλαβε ο Pierre La Roche, o προσωπικός στυλίστας του David Bowie ενω το πρώτο τραγούδι της ταινίας, με τίτλο “Science Fiction, Double Feature,” κάνει αναφορά στις ταινίες: Όταν σταμάτησε η Γη (1951), Flash Gordon (γενικά), Ο Αόρατος Ανθρωπος (1933), Κινγκ Κονγκ (1933), Επιδρομή από το Απειρο (1953), Doctor X (1932), Μονομαχία δύο κόσμων (1956), Tarantula (1955), The Day of the Triffids (1963), Η Νύχτα του Δαίμονα (1957), και οι Τελευταίες στιγμές της Γής (1951).

Ο πύργος στον οποίο έγιναν τα γυρίσματα λέγεται Oakley Court και χτίστηκε το 1859 ενω το 1891 έγινε ξενοδοχείο.

Εχει χρησιμοποιηθεί για να γυριστούν ταινίες τρόμου της εταιρίας Hammer (η κατ εξοχήν εταιρία παραγωγης κλασσικών ταινιών τρόμου με τον Christopher Lee, τον Peter Cushing κλπ) και κάποιες απο αυτές τις ταινίες είναι το The Reptile (1966), Η εκδίκησις του Δράκουλα (1960), το The Man in Black (1949), Το κομμένο χέρι του βρυκόλακα (1973), The Old Dark House (1963), και η τρομερή κωμωδία, Πρόσκληση σε γεύμα από έναν υποψήφιο δολοφόνο (1976).

Το Rocky Horror γράφτηκε σε μια εποχή που οι ηθοποιοί έπαιζαν ενα θεατρικό έργο για τρείς εβδομάδες και μετά έψαχναν να πιάσουν δουλειά στο επόμενο έργο. Σήμερα, 45 χρόνια αργότερα, η θεατρική παράσταση ακόμα παίζεται ενω η ταινία προβάλεται σε Αμερικάνικες κιν/κές αίθουσες ασταμάτητα απο το 1975 έχοντας δημιουργήσει ενα μοναδικό ρεκόρ.

 

Tags: , , , , ,

Elvis Presley: The Searcher (HBO 2018)

I generally like documentaries, so last night I had on last year’s “Elvis Presley: The Searcher” directed by Thom Zimmy.

Before I write the following, I’d like to note that although I am not a Presley fan, I know a great number of his songs, since I come from a generation whose parents were playing songs from the Greek islands, Latin music, Greek pop of the ‘60s, rock’n’roll bands from the US and the UK, 60’s mod jazz, etc.

The funny memories of my relatives holding each other to do the yanka dance and then mambo with Greek bouzouki are parts of my childhood.

In any case, throwing two different music styles into a melting pot and mixing them is interesting and still happens today, maybe more than ever before…

I won’t refer to Presley’s political views here, since the documentary only states his strong religious beliefs.

I will try to see the whole thing from a different angle, with good intentions, and with a sociological interest (as much as I can analyze it that is):  A white young man named Elvis Presley was born in the decade of the Great Depression in Tupelo, Mississippi, and relocated to Memphis, Tennessee, with his family when he was 13 years old.

He was born in the two-room shotgun house.

The poorest of the poor lived in those houses.

His twin brother didn’t survive birth, and his father went to prison for a period of six months after he was found guilty of altering a check written by his landowner.

As most of us that live on this side of the pond, have in mind this image of the American South, on which, on one hand, you have the poor African-Americans and on the other hand you have the white supremacists.  I’d like to add a third group of people to the equation: the poor whites who were living under the same conditions as the African-Americans.

All these poor people, regardless of their skin complexion, were living together, working together, being friends with each other, having fun at the same places, and were going to the same churches.

It wasn’t just the poor African-Americans that the white supremacists didn’t like, they didn’t like the poor white people either ’cause they associated with the Afro-Americans.

Interracial marriages were out of the question of course, being banned in some states until the mid-1960s.

Loving” is an interesting movie dealing with this very subject.

Produced in 2016, “Loving” tells the story of Richard and Mildred Loving, a couple whose arrest for interracial marriage in 1960s Virginia began a legal battle that would end with the Supreme Court’s historic 1967 decision.

Living 65 years later in a far away land doesn’t help us to fully realize under which conditions this social class was surviving.

Since we are talking about both colors, I think this is the proper definition, and I really consider it to be the “working class” in these American states. It is actually the poorest level of it.

I find this to be of great interest and that’s why I write this blog, to point out what a white musician, who was acceptable by the wide white audience of his era, due to his color, could succeed by playing African-American music, which would not pass to the wide white audience in any other case.

I saw someone quoting that “rhythm and blues and gospel music had a baby and it was called rock’n’roll” and that sounds right to me.

But if you are interested in the living conditions of those African-Americans, look for the history-making classic “Black Like Me” by John Howard Griffin.

“Griffin was an American journalist and author from Texas who wrote about racial equality.

He is best known for his project to temporarily pass as a black man and journey for six weeks through the segregated Deep South (Louisiana, Mississippi, Alabama, and Georgia) of 1959 to see life and segregation from the other side of the color line.

He first published a series of articles on his experience in Sepia Magazine, which had underwritten the project.

He published a fuller account in the book “Black Like Me” (1961). This was later adapted as a 1964 film of the same name.” – Wikipedia

What happened to John Howard Griffin – from the outside and within himself – as he made his way through the segregated Deep South generated a number of so many threats, that when his book was published, it made him take his family and leave the US.

Back to Elvis Presley.

Through this everyday friction of the white boy with the gospel songs of the church, music went straight to his soul.

There wasn’t much to do in the area apart from music and the church so I can fully understand that these songs, passionately sung by the believers during the Sunday sermons, worked as a way of expression, as a psychological relief, and way to have a good time for those poor people.

By the age of 13 Elvis and his family moved to Memphis and by the age of 17 he would hang out in the Flamingo Room.

Music giants such as BB King, Rufus Thomas, Johnny Ace, and Bobby “Blue” Bland used to play in little neighborhood juke joints, and, like Ike Turner quotes, “Elvis would park his truck in the alley behind the club and he used to come around to the back of this place…” and he would watch them play…

The story of Presley’s evolution is more or less known to most of us but for anyone who wants to spend three and a half hours of his life with country, blues, and rock’n’roll music would enjoy watching “Elvis Presley: The Searcher”.

But, the way I see it, if Elvis Presley did not exist, we probably wouldn’t listen to the music genre that we call “rock music”.

In any possible musical form …

So, how would life be without, The Beatles, The Rolling Stones, Black Sabbath, Sex Pistols, Motorhead, or any other band like these?

Irish writer and musician Larry Kirwan came very close to what I am trying to say here with his book “Liverpool Fantasy” that was published in 2003 (an alternate history where the Beatles split up after recording “Love Me Do“).

To explain myself:
The teen’s opinion regarding the music that would be played in the house was worthless before 1955 as all that mattered on that section was father’s music taste.

The emergence of rock’n’roll created a new consuming power: the teenagers.

Young boys and girls started spending their pocket money buying records and that was great news to the ears of the record companies.

A new target group for the entire music industry.

At the same time, there were other musicians playing rock’n’roll, but they were either black, or white that didn’t have Elvis’s background and were lacking the knowledge of black music that he had acquired.

On the bottom line, maybe they just weren’t lucky enough…

To cut a long story short, there were others out there playing rock’n’roll too but only Elvis was # 1, only he became “Τhe King”.

Yes, he was playing African-American music and as you realize those were difficult times to filter it into the “white” market but there were a number of reasons the people of the industry used in order to work things out and skip any undesired obstacles: he was a “good” hard working, God-fearing Southern boy that loved his mama.

He was probably shaking his hips a little more than what was needed but for every shake of his hips the sweet sound of dollars echoed in the cash desk of the record label/manager/promoter, etc.

The queue of people who made money out of the idea of having a 19 year-old white boy playing black music was endless.

His influence reached the islands across the ocean.

Young English musicians were waiting for night to come to break into the customs office, open the boxes with the rock’n’roll singles that were imported from the States, learn how to play these new songs and perform them live at the local club the following night.

That’s how the Mersey scene was founded and all those music bands that followed and brought this music to me and you, spreading it to the mountains and the deserts.

Songs were penned expressing political opinions, philosophical ideas, religious views or simply erotic confessions in every spoken language of the world.

People conceived babies, becoming parents while listening to this music genre while others heard a song and cried because they had shared it with someone who they were no longer together with anymore …

I hope that now it’s obvious why I wrote this post…

 

Blackout Radio exclusive Interview with author and Bauhaus co-founder Kevin Haskins

The Blackout Radio Show with Mike Pougounas goes on air as follows:

The show is aired as follows:
Mad Wasp Radio [UK] – Saturday 8AM – Sunday 11PM – Tuesday 9AM
Wicked Spins Radio [UK]-Thursdays 7PM – 9PM
KOWS 92,5FM [CA-USA]- Tuesday 10PM-12 Midnight
Fasching Web Radio [CANADA]- Wednesdays from 5 – 7PM

Playlist

01 Soft Science – Undone
02. The Lost End – Self Control
03. Squeeze – Innocence In Paradise
04. The Fall – Brillo De Facto
05. Serpent Power – Golden Dawn
06. Ministry – Public Image
07. SPC ECO – Incomplete
08. Bauhaus – god in an alcove (flexi version)
09. Siouxsie & the Banshees – Metal Postcard (Mittageisen)
10. Bauhaus – She’s In Parties
11. Love & Rockets – So Alive
12. Love & Rockets – Mirror People ’88
13. Tones On Tail – Lions
14. Bauhaus – Passion of Lovers
15. Bauhaus – In the Flat Field
16. Schubert – Trio in E Flat, Op. 100 (Excerpt)
17. Bauhaus – Ziggy Stardust
18. Bauhaus – Bela Lugosi’s Dead
19. Love & Rockets – Sweet Lover Hangover
20. Bauhaus – Kick in the Eye 2
21. Love & Rockets – Ball Of Confusion
22. Bauhaus – Dark Entries (Live At Coachella)
23. New Zero God – Shadow Of Wealth
24. Seatemples – The Burning World
25. Savage Cut with Leyla Josephine – Andy From Finance
26. Dsease – Selfist Darky Tender
27. Permanent Clear Light – One in Five