RSS

Category Archives: Rock

O Elvis Presley και η εποχή του

Γενικά μου αρέσουν  τα ντοκιμαντέρ, και  κάποια μέρα έκατσα και είδα το περσινό “Elvis Presley – The Searcher” σε παραγωγή της Sony.

Πριν να γράψω τα παρακάτω, να σημειώσω ότι παρόλο που δεν είμαι οπαδός του Presley, γνωρίζω (εξ ακοής) έναν μεγάλο αριθμό τραγουδιών που έχει πει, μιας και ανήκω σε μία γενιά της οποίας οι γονείς άκουγαν ανάκατα νησιώτικα, λάτιν, λαϊκά, rock’n’roll, mod jazz κλπ…

Η εικόνα των πάρτι όπου οι νεαροί τότε συγγενείς μου πιάνονταν «τραινάκι» για να χορέψουν yanka και μετά mambo με τραγούδια του Χιώτη είναι μέρος των παιδικών μου χρόνων.

Ετσι κι αλλιώς, το πάντρεμα στην μουσική είναι κάτι που γίνεται πάντα…

Δεν θα αναφερθώ εδώ στις πολιτικές απόψεις του Presley μιας και το ντοκιμαντέρ αναφέρει μόνο τις θρησκευτικές του απόψεις, που καλά έκανε ο άνθρωπος και τις είχε, εμένα πάντως δεν με αφορούν.

Θα προσπαθήσω να το κοιτάξω απο μια άλλη άποψη, με μια καθαρά συμπαθητική ματιά, γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο να το δω κάπως κοινωνιολογικά (οσο μπορεί το φτωχό μυαλό μου να το αναλύσει):

Ενας λευκός νεαρός γεννιέται μέσα στην δεκαετία του ’30 και του μεγάλου οικονομικού κραχ σε μια πολιτεία του Αμερικάνικου Νότου.

Η οικογένειά του είναι φτωχή και ο πατέρας του πάει για λίγο φυλακή κιόλας, για μια μικρο απάτη που έκανε για να εξασφαλίσει το φαϊ της οικογένειάς του.

Σημαντικό ρόλο, στην υπόλοιπη ζωή του Elvis, θα παίξει ακόμα ο θάνατος του αδερφού του, Jesse Garon Presley, ο οποίος γεννήθηκε νεκρός 35 λεπτά πριν τον Elvis.

Επειδή σήμερα έχουμε στο μυαλό μας μια εικόνα για τον Αμερικάνικο Νότο στην οποία υπάρχουν απο την μία οι φτωχοί Αφρο-Αμερικάνοι κι απ την άλλη οι ρατσιστές λευκοί, να προσθέσω εδω και μια τρίτη ομάδα ανθρώπων, τους φτωχούς λευκούς, οι οποίοι είναι στο ιδιο οικονομικό επίπεδο με τους Αφρο-Αμερικάνους.

Ολοι αυτοί οι φτωχοί, ανεξάρτητα απο χρώμα, συναναστρέφονται ο ενας τον άλλον, είναι φίλοι μεταξύ τους, διασκεδάζουν στα ιδια μέρη και πάνε στις ιδιες εκκλησίες.

Οι λευκοί ρατσιστές όμως, όπως δεν γουστάρουν τους φτωχούς Αφρο-Αμερικάνους, ετσι  δεν γουστάρουν και τους λευκούς που κάνουν παρέα μαζί τους.

Μάλιστα οι διαφυλετικοί γάμοι απαγορεύονταν δια νόμου σε κάποιες πολιτείες του Νότου, μέχρι που καταργήθηκαν το 1967.

Οποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να δεί την ταινία “Loving” του 2016 η οποία αναφέρεται στο τι τράβηξε το ζεύγος Richard Loving (λευκός) και Mildred Jeter (Αφρο-Αμερικανή) απο το 1958 που παντρεύτηκαν κρυφά, ως το 1967 οπότε και αναγνώρισε τον γάμο τους το Ανώτατο Δικαστήριο και κατάργησε την απαγόρευση των διαφυλετικών γάμων στην πολιτεία της Βιρτζίνια.

Επειδή ζούμε σε μια άλλη χώρα και σε μια άλλη εποχή, μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τις συνθήκες ζωής αυτές της κοινωνικής τάξης – μιας και μιλάμε για ανθρώπους και των δύο φυλών, νομίζω πως αυτός είναι ο σωστός ορισμός:  «τάξη» και πραγματικά αυτήν θεωρώ εργατική τάξη σε αυτές τις Αμερικάνικες πολιτείες. Το φτωχότερο μάλιστα επίπεδό της.

Επειδή το ζήτημα με ενδιαφέρει, γι αυτό γράφω και αυτο το κείμενο, για να δείξω τι απέφερε το μουσικό συνταίριασμα Αφρο-Αμερικάνικης μουσικής (που το σύστημα είδε έντρομο να προσελκύει το νεανικό κοινό των λευκών) και ενός λευκού μουσικού (ο οποίος ηταν αποδεκτός λόγω χρώματος και προωθήθηκε ωστε να γίνει οικονομική πηγή ενα πρωτοεμφανιζόμενο αγοραστικό κοινό, οι έφηβοι).

Για να διευκρινίσω λίγο την κατάσταση: πριν την εμφάνιση του rock’n’roll η πλειοψηφία των λευκών αγοριών και κοριτσιών, άκουγε μέσα στο σπίτι την μουσική που ήταν στα γούστα του πατέρα τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και στις αρχές της δεκαετίας του ’50 σημειώθηκαν αξιοσημείωτες εξελίξεις στην δισκογραφία, και κυρίως η εμφάνιση, το 1948, των δίσκων βινυλίου 33 1 / 3 στροφών, που αντικατέστησαν κείνους των 78 στροφών.

Το rock’n’roll στα μέσα της δεκαετίας του ’50 πλασαρίστηκε (και ήταν) ως νεανική μουσική.

Απευθυνόταν στους teenagers και έτσι έκανε την νέα γενιά να πάρει το χαρτζιλίκι της και να αρχίσει να το ξοδεύει σε δίσκους της δικής της, πλέον, μουσικής, ανοίγοντας έτσι μια νέα αγορά και ενδυναμώνοντας την μέχρι τότε μουσική βιομηχανία.

Οταν μιλάμε για μουσική βιομηχανία, σε εκείνα τα χρόνια, θα πρέπει να βάλουμε στο μυαλό μας οτι μιλάμε για αχαρτογράφητα νερά, και πως ακόμα και τα συμβόλαια εκείνης της εποχής, ήταν σε πολύ πρωταρχικό στάδιο, αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς οτι αν και οι Rolling Stones σχηματίστηκαν το 1962, πληρώθηκαν τα πρώτα 2000 δολάρια απο τις πωλήσεις των δίσκων τους, μόλις το 1965, χρονιά δηλαδή, που έβγαλαν το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο άλμπουμ τους.

Το rock’n’roll όμως ήταν η εξέλιξη του blues των μαύρων, η πρόσμιξη τoυ με την country-western, με κάποια στοιχεία απο την jazz κλπ κλπ.

Η υποτυπώδης (σε σχέση με το τι έγινε στο μέλλον) μουσική βιομηχανία όμως, είδε με τρόμο του λευκούς νέους έφηβους να ακούν την μουσική των μαύρων και προσπάθησε με διάφορους τρόπους να στρέψει τα παιδιά προς λευκούς καλλιτέχνες.

Δεν ήταν μόνο το οτι οι λευκοί ιδιοκτήτες των εταιριών αυτών έχαναν λεφτά, ήταν και ρατσιστικό το ζήτημα…

Το έργο αυτό ανέλαβε κυρίως το Αμερικάνικο παράρτημα της δισκογραφικής εταιρίας Decca Records, η οποία ξεκίνησε απο το Λονδίνο αλλά οι ιδιοκτήτες της προτίμησαν να ξεφορτωθούν τις μετοχές τους βλέποντας πως έρχεται ο πόλεμος και να επιστρέψουν στην Αγγλία.

Το 1939, η πρόσφατα ανεξάρτητη αμερικανική Decca αντιπροσώπευε πάνω από το ένα τρίτο των πωλήσεων των δίσκων στις ΗΠΑ και έφτασε να κόβει περίπου 135.000 αντίτυπα δίσκων την ημέρα.   Με καλλιτέχνες όπως οι The Sisters Andrews, Bing Crosby και Billie Holliday, η Αμερικανική Decca βγήκε απο τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως μια εξαιρετικά επιτυχημένη και εδραιωμένη εταιρεία. Το 1952 έγινε μέρος της Universal-International, που  το 1962 έγινε μέλος της MCA και ολα αυτά κατέληξαν στο Universal Music Group.

Το 1954 η Decca άρχισε να υπογράφει λευκούς καλλιτέχνες οπως ο Bill Haley & His Comets, ενα hillbilly συγκρότημα, με σκοπό να τραβήξει το κοινό των νεαρών λευκών απο την μαύρη μοσυική…

(Oι Rolling Stones ανήκαν στο δυναμικό της Decca απο το 1964 μέχρι το 1970 και το Sticky Fingers ήταν το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην δική τους εταιρία, το 1971.)

   Τώρα, εαν ενδιαφέρεστε να μάθετε τις συνθήκες ζωής εκείνων των Αφρο-Αμερικανών του Νότου, στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’50 οπότε και εμφανίζεται ο νεαρός Elvis Presley,  αναζητήστε ενα μικρό βιβλίο, γραμμένο απο τον Αμερικάνο δημοσιογράφο John Howard Griffin με τίτλο “Black Like Me”.

Ο Griffin, όντας λευκός, τόλμησε στην δεκαετία του ’50 να μεταμορφωθεί με διάφορα τεχνάσματα σε μαύρο και να ζήσει για ενα χρονικό διάστημα, περίπου έξι μηνών, στις πολιτείες του βαθύ Αμερικάνικου νότου (Louisiana, Mississippi, Alabama και Georgia) με σκοπό να καταγράψει την καθημερινότητα και να κατανοήσει την ψυχολογία ενός άνεργου μαύρου άντρα.

Ηταν μια εμπειρία που άλλαξε και τον ιδιο μέσα του και που οταν εκδόθηκε το βιβλίο του δέχθηκε τόσες απειλές που πήρε την οικογένειά του και εγκατέλειψε τις ΗΠΑ.

Και επιστρέφω στον Presley.

Μέσα απο την καθημερινή τριβή του λευκού αγοριού με τα gospel τραγούδια της εκκλησίας (οσο και αν δεν υποστηρίζω την θρησκεία μπορώ να κατανοήσω πως τα τραγούδια που με πάθος έλεγαν τις Κυριακές οι πιστοί σε αυτές τις λειτουργίες ήταν ένας έντονος τρόπος έκφρασης/ψυχικού ξεφορτώματος ακόμα και διασκέδασης για τους φτωχούς) μπήκαν βαθειά στην ψυχή του.

Τα βράδια ο νεαρός Presley πήγαινε πίσω απο τα μπαρ που διασκέδαζαν οι μαύροι, οπως το μπάρ Flamingo Room, οπου άκουγε και μελετούσε την ζωντανή μουσική πού έπαιζαν εκεί, μουσικοί όπως οι BB King, Rufus Thomas, Johnny Ace, Bobby “Blue” Bland

Η ιστορία της εξέλιξής τού Presley είναι γνωστή και για όποιον θέλει να περάσει ευχάριστα 2+1= τρεις και κάτι ωρίτσες απο την ζωή του με country, blues και rock’n’roll μπορεί να δει το “Elvis Presley – The Searcher”.

Βλέποντάς το όμως, μέσα απο την δική μου σκοπιά, σκεφτόμουν πως αν δεν υπήρχε ο Presley, μάλλον δεν θα ακούγαμε ροκ όσοι απο εμας ακούνε.

Σε καμμιά μορφή της…

Πως θα ηταν λοιπόν μια ζωή χωρις, Beatles, Rolling Stones, Black Sabbath, Sex Pistols, Motorhead και όλους αυτους?

(Παρεμπιπτόντως υπάρχει ενα ωραίο μυθιστόρημα με τίτλο “Liverpool Fantasy” το οποίο μιλά για έναν κόσμο δίχως τους Beatles…)

Υπήρχαν και άλλοι που έπαιζαν rock’n’roll την εποχή που εμφανίστηκε ο Presley, αλλά είτε δεν ήταν λευκοί είτε ήταν, αλλά δεν είχαν όλο αυτό το background. αυτές τις γνώσεις σχετικά με τη μαύρη μουσική που είχε αποκτήσει ο Presley λόγω της τριβής του με τους φτωχούς Αφρο-Αμερικάνους.

Ίσως δεν ήταν τόσο τυχεροί όσο ο Elvis…

Elvis & Brook Benton

Στην τελική, υπήρξαν κι άλλοι που έπαιξαν rock’n’roll, αλλά μόνο ο Presley είχε τις διαστάσεις του # 1, του “βασιλιά”.

Ναι, έπαιξε μαύρη μουσική, αλλά υπήρχαν διάφοροι τρόποι για να τον προωθήσουν οι εταιρίες στην αγορά και να τον δεχτούν οι οικογένειες των λευκών: ήταν ένα «καλό» παιδί απο τον Νότο, που αγαπούσε τη μητέρα του και ήταν επίσης θρησκευόμενος.

Ναι, ίσως να κουνούσε τους γοφούς του λίγο παραπάνω, αλλά με κάθε κούνημα της λεκάνης του Presley, εγραφε εισπράξεις το ταμείο της εταιρείας του μανατζερ, του συναυλιακού χώρου… ολοι έβγαζαν λεφτά.

Η ουρά ολων αυτων που έβγαζαν λεφτά απο ενα 19χρονο λευκό αγόρι που έπαιζε μαύρη μουσική ήταν ατελείωτη.

Η επιρροή του πέρασε τον ωκεανό και χτύπησε το νησί απέναντι κάνοντας τους νεαρούς Αγγλους μουσικούς να μπαίνουν κρυφά στο τελωνείο τα βράδια.

Εκεί άνοιγαν τις κούτες με τους εισαγόμενους rock’n’roll δίσκους απ την Αμερική, μάθαιναν να παίζουν τα νέα τραγούδια και τα παρουσίαζαν σαν δικά τους την επόμενη βραδιά στο κλάμπ. (Το ίδιο, περίπου, έκαναν χρόνια αργότερα και οι Metallica)

Ετσι ξεκίνησε το Mersey Beat στο Λίβερπουλ, οι Beatles, οι Rolling Stones και έφτασε αυτή η μουσική σε εμένα και σε εσένα, πέρα απο βουνά και ερήμους.

Αυτή η μουσική έγινε η βάση για να γραφτούν στίχοι πολιτικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί ή απλά ερωτικές εξομολογήσεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κάποιοι έγιναν γονείς με αυτή την μουσική ενω άλλοι την ακούνε και κλαίνε γιατι την μοιράζονταν με κάποιον που δεν είναι πλέον μαζί.

Ισως τώρα να είναι προφανής η οπτική μέσα απο την οποία είδα αυτό το ντοκιμαντέρ, και ο τρόπος με τον οποίο βλέπω κάθε ντοκιμαντέρ…

 
Leave a comment

Posted by on September 9, 2019 in Documentaries, Rock

 

Tags: , , , , ,

Οι Goodbye Mr MacKenzie, η πρώτη μπάντα της Shirley Manson, ανακοίνωσαν την επανακυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ

Ένα από τα πιο γνωστά ροκ συγκροτήματα της Σκωτίας, οι Goodbye Mr MacKenzie θα επανακυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ “Good Deeds and Dirty Rags”. Ορμώμενοι από τη μεγάλη επιτυχία της περιοδείας τους για την επέτειο των 30 χρόνων τους, κάνουν μια επανέκδοση σε βινύλιο και CD το άλμπουμ απο το οποίο ξεκίνησαν όλα. Ο ήχος εχει ξαναμαστεραριστεί και για τα δύο format στα οποία θα κυκλοφορήσει. Η CD έκδοση θα περιλαμβάνει 3 επιπλέον κομμάτια από αυτά τα πρώτα χρόνια, τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική κυκλοφορία.

Στην σύνθεση της μπάντας ήταν ο Martin Metcalfe στα φωνητικά, ο John Duncan στην κιθάρα (έπαιζε στην πρώτη σύνθεση των Exploited απο το 1979 ως το 1984, ως “Big John”), ο Fin Wilson στο μπάσο, η Shirley Manson και η Rona Scobie στα πλήκτρα και στα φωνητικά ενω ο Derek Kelly ήταν στα τύμπανα.

“Αυτή η επανέκδοση του Good Deeds ήταν τόσο μεγάλη έκπληξη για εμάς όσο και για ολους τους άλλους. Πήραμε μια γρήγορη απόφαση να επανασυνδεθούμε τον Ιανουάριο και απο τότε βρισκόμαστε σε περιοδεία. Μας πήρε χρόνο να αποκτήσουμε τα δικαιώματα της επανέκδοσης, αλλά τώρα που τα πήραμε είμαστε πραγματικά ευχαριστημένοι. Στις συναυλίες οι οπαδοί μας φέρνουν τα πάνω – κάτω, τραγουδώντας μαζί μας κάθε λέξη », λέει ο Martin Metcalfe.

Goodbye Mr MacKenzie (1989) – photo by Simon Fowler

Τριάντα χρόνια είναι μισή ζωή πίσω, αλλά αισθανόμαστε πως οι στίχοι μας εξακολουθουν να έχουν σημασία. Δύο τραγούδια, το “Good Deeds” και το “Goodwill City” τελειώνουν με στίχους σχετικά με την ψεύτικη γνώση που μας δίνουν στην εποχή μας και είναι πολύ σχετικά με τα σύγχρονα “fake news”. Αλλα τραγούδια μας, εξετάζουν το φαινόμενο της τότε ανόδου της χριστιανικής δεξιάς στις ΗΠΑ και τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ πληρώνουν τους λογαριασμούς τους εκμεταλλευόμενοι τις τραγωδίες… Όλα αυτά συμβαίνουν και τώρα. Ζούμε σε τρομακτικές εποχές και το αποκαλυπτικό τοπίο του LP φαίνεται να το αντικατοπτρίζει αυτό.”

Το “Good Deeds and Dirty Rags” ήταν το πρώτο album των Goodbye Mr MacKenzi, το οποίο κυκλοφόρησε το 1989. Έφτασε στο νούμερο 16στα chart της Μεγάλης Βρετανίας και η μπάντα γρήγορα προσέλκυσε ενα μεγάλο πιστό ακροατήριο οπαδών βόρεια των Αγγλικών συνόρων. Απίστευτες ζωντανές εμφανίσεις και singles όπως το ‘The Rattler‘ που μπήκε κι αυτο στα 50 πρώτα, στερέωσαν περισσότερο το συγκρότημα στις καρδιές πολλών.

Μια πολύχρωμη και ποικίλη σταδιοδρομία ακολούθησε με την κυκλοφορία άλλων 2 άλμπουμ μέσω μεγάλων εταιριών, μπήκαν κι άλλα singles τους στα Βρετανικά chart, συνεργάστηκαν και ηχογράφησαν με μέλη των Talking Heads και περιόδευσαν κάνοντας συναυλίες με συγκροτήματα όπως οι Blondie, οι Ramones, οι BAD, οι Afghan Whigs, οι Aztec Κάμερα και άλλοι.

Goodbye Mr MacKenzie – photo by Andrew Barr

Όπως αναφέρει η λίστα με τα 50 μεγαλύτερα σκωτσέζικα συγκροτήματα, “Οι MacKenzies άφησαν πίσω από το πιο περίπλοκο και συναρπαστικό αποτύπωμα απο οποιαδήποτε άλλη σκωτσέζικη μπάντα. Στα live ήταν εκπληκτικοί. Ο ηγέτης τους. Ο τραγουδιστής Martin Metcalfe έμοιαζε με MC κάποιου ιδιαίτερα εξωφρενικού θιάσου. Ενώ οι Σκωτσέζοι ομολόγοι τους εμπνέονταν απο την soul και τους Steely Dan, οι MacKenzies έπαιρναν την έμπνευσή τους απο τους Pixies και τους Birthday Party ».

Σχηματισμένοι στο Bathgate, κοντά στο Εδιμβούργο, οι Goodbye Mr MacKenzie εμφανίστηκαν στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και υπέγραψαν με την Capitol Records μετά την κυκλοφορία των δύο πρώτων τους singles σε ανεξάρτητες εταιρίες. Αεικίνητοι, κυκλοφόρησαν συνολικά 6 άλμπουμ πριν τελικά μεταμορφωθούν σε Angelfish στις ΗΠΑ με τη σύνθεση των Manson, Metcalfe, Wilson και Kelly και με την  Manson να αναλαμβάνει τα φωνητικά.

Οι Goodbye Mr MacKenzie έδωσαν την τελευταία ζωντανή τους συναυλία στα τέλη του 1995 και η Shirley Manson έφυγε για να κάνει τεράστια επιτυχία με τους Garbage, ενώ οι Martin Metcalfe, Derek Kelly και Fin Wilson επέστρεψαν στη Σκωτία για να σχηματίσουν τους Isa and The Filthy Tongues. Τώρα λέγονται απλά The Filthy Tongues, ένα τρίο που εξακολουθεί ακόμα να ευδοκιμεί. Ο Big John Duncan έγινε τεχνικός των Nirvana και έπαξε κιθάρα μαζί τους στην συναυλία που έδωσαν το 1993 στο Roseland Ballroom, της Νέας Υόρκης, και συνεργάστηκε ακόμα με τους Twisted Sister, τους Foo Fighters και τους Ministry.

Το “Good Deeds and Dirty Rags” θα κυκλοφορήσει μέσω της Neon Tetra Records την 1η Νοεμβρίου. Ενώ μερικά από τα κομμάτια από την αρχική έκδοση κυκλοφορούν στο Spotify, η νέα εκτεταμένη και remastered έκδοση διατίθεται αποκλειστικά από το κατάστημα της μπάντας.

Μετά από μια σειρά από sold-out πρόσφατες εμφανίσεις, οι Goodbye κ. MacKenzie θα κάνουν περισσότερες συναυλίες αργότερα φέτος στη Σκωτία και την Αγγλία. Μέχρι τότε, οι Filthy Tongues φαίνεται επίσης να έχουν μια σειρά από εμφανίσεις τον Σεπτέμβριο.

TRACKLIST
01  Open Your Arms
02  Wake It Up
03  His Masters Voice
04  Goodwill City
05  Candlestick Park
06  Goodbye Mr Mackenzie
07  The Rattler
08  Dust
09  You Generous Thing
10  Good Deeds
11  Open Your Arms (1987 Demo) – bonus track
12  Diamonds (1987 Demo) – bonus track
13  You Generous Thing (1987 Demo) – bonus track

CREDITS
All tracks produced by Mack, except ‘Wake It Up’ produced by Terry Adams
‘Goodwill City’ and ‘Good Deeds’ initial production by Terry Adams, additional production and mixing by Mack
‘Goodbye Mr Mackenzie’ initial production by Kevin Maloney, overdubs by Terry Adams
and additional production and mixing by Mack
‘The Rattler’ production by the Mackenzies, extra production and mixing by Mack
Recorded in Munich , West Germany and Edinburgh, Scotland
Neon Tetra Records. Licensed from Capitol Records/UMusic 2019

Photography by The Douglas Brothers
Sleeve design by Goodbye Mr Mackenzie/Peter Barrett & Andrew Biscomb
2019 Art Refresh by David Wells

Martin Metcalfe – vocals
John Duncan – guitar
Fin Wilson – bass guitar
Shirley Manson – keyboards and backing vocals
Rona Scobie – keyboards and backing vocals
Derek Kelly – drums
Demos produced by Terry Adams 1987
Guitars on demos by Jimmy Anderson
Additional bass on demos by Neil Baldwyn

TOUR DATES 
Sept 12  Aberdeen, Scotland – The Tunnels (as The Filthy Tongues)
Sept 13  Edinburgh, Scotland – The Voodoo Rooms (as The Filthy Tongues)
Sept 15  Dundee, Scotland – Church (as The Filthy Tongues)
Sept 19  Dunfermline, Scotland – PJ Malloys (as The Filthy Tongues)
Sept 20  Glasgow, Scotland – Oran Mor (as The Filthy Tongues)
Nov. 02  Middlesbrough, England – Westgarth
Nov. 08  London, England – Dingwalls (with The Cesarians, Seil Lein)
Nov. 09  Corby, Northamptonshire, England – The Raven
Dec. 20  Glasgow, Scotland – Barrowlands  SOLD OUT

PHOTO CREDITS
New photos by Karen Lamond
Album photo by The Douglas Brothers
Brandenburg Gate promo photos by Martin Becker
Old black and white photo by Andrew Barr
Old colour photo by Simon Fowler
Capitol Records photo by Kate Garner

Keep up with Goodbye Mr Mackenzie
Website | Shop | Facebook | Twitter | Soundcloud | Instagram | YouTube | Apple | Spotify | Press contact

 
 

Tags: , ,

Νικώντας τον θάνατο με την κιθάρα του Wilco Johnson

Στο ντοκιμαντέρ του Julien TempleThe Ecstasy of Wilco Johnson” για το BBC, ο Wilco εξομολογείται πως οταν έμαθε οτι πάσχει απο καρκίνο στο πάγκρεας, ένιωσε μια απελευθέρωση, σχεδόν μια ευφορία, γιατί η απειλή του θανάτου σε κάνει να εκτιμάς την ομορφιά της ζωής.

Γνώριζα για την περιπέτειά του, αλλά στο ντοκιμαντέρ αυτό, αναπτύσσεται όλη η φιλοσοφία του, δοσμένη καταπληκτικά μέσα απο Σαίξπηρικούς μονολόγους και φλερτάροντας με την «Έβδομη Σφραγίδα» του Ingmar Bergman, σε μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι με τον θάνατο.

Ο Wilco Johnson γεννήθηκε το 1947, ως John Peter Wilkinson στο Canvey Island, ενα μικρό νησί 38.000 κατοίκων, περίπου μιά ωρα Ανατολικά απο το Λονδίνο, στην εκβολή του Τάμεση στο Essex.

«Εμαθα κιθάρα προσπαθώντας απεγνωσμένα να αντιγράψω τον Mick Green» τον κιθαρίστα των Johnny Kidd and The Pirates.

Το στύλ παιξίματος του Green ήταν να παίζει ταυτόχρονα ρυθμική αλλά και lead κιθάρα, πράγμα που το ξεσήκωσε και ο Wilkinson.

«Εκείνη την εποχή στα ‘60ς δεν είχα την δυνατότητα να τον δω να παίζει ζωντανά, οπότε προσπαθούσα να μάθω κιθάρα μόνο ακούγοντάς τον. Φαντάζομαι πως αυτό θα πρέπει να κάνει ο καθένας: να προσπαθήσει να αντιγράψει τον τρόπο που παίζει το ίνδαλμα του, να τα παίξει όλα λάθος κι ετσι να δημιουργήσει ενα δικό του στυλ…»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο Wilkinson άλλαξε το όνομά του σε Wilco Johnson και άρχισε να παίζει με μια beat μπάντα που λεγόταν Roomers.

Μετά το σχολείο μπήκε στο πανεπιστήμιο οπου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία με ειδίκευση στα Αρχαία Αγγλικά και τα Αρχαία Ισλανδικά (όπου γράφω «αρχαία» εννοώ Old αλλά δεν μου κολάει να τις λέω «παλιές» τις γλώσσες…).

Οταν τέλειωσε με τις σπουδές του, έφυγε για την Goa της Ινδίας οπου έκατσε για ενα-δύο χρόνια και επέστρεψε οταν αρρώστησε απο ηπατίτιδα.

Γυρίζοντας στην Αγγλία, δούλεψε για λίγο ως δάσκαλος σε σχολεία.

«Υπάρχει ενα σημείο στο ντοκιμαντέρ “Oil City Confidential” στο οποίο είμαι με μακρυά μαλλιά και είναι ακριβώς η εποχή που είχα παραιτηθεί απο το σχολείο και διαδηλώναμε γιατι έχτιζαν νέα διυλιστήρια πετρελαίου στο Canvey Island. Αυτό ηταν το στυλάκι μου ως δάσκαλος. Ο μακρυμάλλης χίππυ δάσκαλος…» λέει ο ίδιος γελώντας.

Το “Oil City Confidential” είναι ενα ντοκιμαντερ που γύρισε ο Julien Temple το 2009 για να αφηγηθεί την ιστορία των Dr Feelgood, του συγκροτήματος με το οποίο έπαιξε κιθάρα ο Wilco οταν παράτησε το δασκαλίκι.

Ο Wilco είχε συναντήσει τον Lee Brilleaux το 1972 κι με την πρόσθεση των John B Sparks στο μπάσο και John “The Big Figure” Martin με τον οποίο ο Wilco έπαιζε στους Roomers, δημιουργήθηκαν οι  Dr. Feelgood και άρχισαν να παίζουν στα μαγαζιά του Canvey Island.

O μανατζερ τους, Chris White, κατάφερε να τους κλείσει μερικές εμφανίσεις στην Ολλανδία οπου είχε πάει για εναν γάμο.

Την εποχή εκείνη, δούλευε σε μια τοπική εφημερίδα ο Heinz Burt των Tornadoes.

To 1963 είχε μια δική του επιτυχία, το “Just Like Eddie” το οποίο είχε γράψει για τον Eddie Cochran. Αυτό που είναι “ιδιαίτερο” σε αυτό τραγούδι είναι οτι την κιθάρα είχε ηχογραφήσει ο Ritchie Blackmore που αργότερα έφτιαξε τους Deep Purple

O Heinz λοιπόν ζήτησε απο τους Dr. Feelgood να γίνουν η μπάντα του για μερικές συναυλίες που είχε να κάνει και έτσι το συγκρότημα βρέθηκε το 1972 να παίζει στο γήπεδο του Wembley με τον Bo Diddley, τον Jerry Lee Lewis, τον Little Richard, τον Chuch Berry και τον Bill Haley σε ενα φεστιβάλ που λεγόταν London Rock and Roll Show και στο οποίο συμμετείχαν και οι MC5.

ΕΝΑ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΥΣΙΚΟ

Το pub rock ξεκίνησε οταν τον Μάη του 1971 το τριμελές Καλιφορνέζικο συγκρότημα Eggs over Easy, ζήτησαν να παίξουν στην pub Tally Ho! στο Kentish Town.

Ο ιδιοκτήτης τους είπε πως το μαγαζί παίζει jazz κι εκείνοι του πρότειναν να τους δώσει την ευκαιρία να δοκιμάσουν τα rhythm n blues, rock και pop τραγούδια τους την ωρα του φαγητού και βλέποντας και κάνοντας…

Οι Αγγλοι ενθουσιάστηκαν επειδή «ηταν αυθεντικοί Αμερικάνοι με ενα τεράστιο ρεπερτόριο λες και ήταν ζωντανό juke box» θυμάται ο διοργανωτής των συναυλιών για το Ziggy Stardust του David Bowie, Dai Davis στο ντοκιμαντέρ Punk Britannia, ενω ο μουσικός Nick Lowe (λίγο αργότερα θα έκανε παραγωγές για την Stiff Records με πρώτο και καλύτερο, το ντεμπούτο άλμπουμ των Damned) θυμάται όλο τον κόσμο να χορεύει ασταμάτητα…

Ηταν μια στιγμή επιφοίτησης και ολοι οι μανατζερς και οι μουσικοί πήγαν να δούν τι συμβαίνει με την Αμερικάνικη αυτή μπάντα…

Αυτό έδωσε δουλειές σε ανθρώπους, έστειλε τους μανατζαρέους να ψάχνουν στις παμπ αν υπάρχει κάποιο μεγάλο δωμάτιο για να στήσουν συναυλίες και απο εκεί που ηταν το καταφύγιο κάποιων που το έσκαγαν απο τις γυναίκες τους για να πιουν καμιά μπύρα, τώρα έγινε το μέρος που συχνάζανε όλοι οι πιτσιρικάδες για να πιουν και να χορέψουν.

Τα συγκροτήματα έπαιζαν rock, funk rhythm and blues, οπότε ο όρος pub rock δεν σημαίνει μουσικό είδος αλλά συναυλιακούς χώρους…

Μετά το Tally Ho!, σειρά πήρε το Hope & Anchor το 1972, ακολούθησε το Red Cow στο Hammersmith, το Nashvile και έγινε ο κυριότερος τρόπος για εναν νεο καλλιτέχνη να παρουσιάσει την δουλειά δημόσια.

Ο Wilco θυμάται: «Παίζαμε σε τοπικά μαγαζιά μέχρι που κάποιος μας είπε πως υπήρχαν ενα σωρό pub στο Λονδίνο που είχαν γίνει λαιβάδικα και όλοι οι σοβαροί μουσικοί πήγαιναν εκεί και έπαιζαν. Είχε στηθεί ολόκληρη μουσική σκηνή με τους Kilburn And the High Roads (το πρώτο συγκρότημα του Ian Dury) τους Ace (o Paul Carrack απο αυτούς αργότερα έπαιξε με τους Mike + The Mechanics), τους Ducks Deluxe, κι εμεις στο Canvey Island δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Είχαν ανοίξει τον δρόμο αλλά κι εμείς, αν και ηρθαμε αργότερα, εντελώς άγνωστοι, αρχίσαμε να παίζουμε και γρήγορα γίναμε γνωστοί.»

Το pub rock έβαλε τα θεμέλια για το punk rock που θα ερχόταν σε λίγο.

Μεγάλο μέρος του κοινού αποτελούνταν απο νεαρά άτομα που τις επόμενες χρονιές θα έφτιαχναν punk συγκροτήματα, επηρεασμένοι σε μεγάλο ποσοστό απο την απλότητα και την δύναμη των Dr. Feelgood και το duck walk του Wilco.

Εκεί ειναι που τους βρήκε και ο ραδιοφωνικός παραγωγός Bob Harris και τους προσκάλεσε να πάνε στην εκπομπή του για να παίξουν.

Επειδή μέχρι εκείνη την στιγμή το συγκρότημα έπαιζε μόνο διασκευές, ο Wilco σκέφτηκε να γράψουν και δικό τους υλικό, οπότε έγραψε το “She Does it Right” το οποίο έπαιξαν στο ραδιόφωνο την επόμενη βραδιά.

Φτάνοντας τις 200 ζωντανές εμφανίσεις τον χρόνο, υπέγραψαν με την United Artists και το πρώτο τους άλμπουμ κυκλοφόρησε μονοφωνικό τον Γενάρη του 1975 με τιτλο “Down At The Jetty”.

Ανάμεσα σε αυτούς που τους γούσταραν πολύ ήταν και ο Robert Plant.

Ο Chris White πήγε στην Αμερική για να τους βρεί εταιρία αλλά οι απαντήσεις που πήρε ηταν αρνητικές. Οταν ομως οι Led Zeppelin έκλεισαν μερικές εμφανίσεις στο Earl’s Court, ο Plant κάλεσε τους Dr. Feelgood για να παίξουν την βραδιά που οι Zeppelin θα διοργάνωναν ενα after show πάρτυ.

Εκεί βρέθηκαν ολοι οσοι δούλευαν στην Atlantic Records και το συγκρότημα βρήκε την εταιρία που ήθελε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Οι τέσσερις άντρες που φορούσαν φτηνά κουστούμια και είχαν βγεί απο το Canvey Island στις αρχές των ’70s, γεφύρωναν πλέον το pub rock με το punk rock.

Στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ τους “Malpractice”, η φωτογραφία του Keith Morris δείχνει τέσσερις τύπους που θα μπορούσαν να είναι οι κακοποιοί κάποιας τηλεοπτικής σειράς.

Ο Keith Morris εκτός απο τους Dr. Feelgood, είχε βγάλει μερικές απο τις πιό γνωστές φωτογραφίες του Marc Bolan καί έμεινε γνωστός για τις τελευταίες φωτογραφίες που εβγαλε τον Nick Drake λίγο πριν τον θάνατό του.

Στην καριέρα του φωτογράφησε τους Led Zeppelin, Van der Graaf Generator, Janis Joplin, Fairport Convention, Richard Thompson, The Albion Band, B. B. King, Jimi Hendrix, John Cale, Fred Astaire, The Damned, Elvis Costello and the Attractions, Nick Lowe, The Kursaal Flyers και έκανε το εξώφυλλο του “Pictures at an Exhibition” των ELP.

To 1976, το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ των Dr. Feelgood “Stupidity” πήγε στο νούμερο 1 του Αγγλικού chart. Η πρώτη πλευρά είναι ηχογραφημένη τον Νοέμβριο του ’75 στο Kursaal του Southend και η δεύτερη τον Μάη του ιδιου χρόνου στο Sheffield.

Οι συνεχείς συγκρούσεις όμως ανάμεσα στον Wilco και τον Lee Brilleaux με τους υπόλοιπους, είχαν σαν αποτέλεσμα να απολυθεί απο το συγκρότημα τον Σεπτέμβριο του 1977 ο πρώτος, αμέσως μετά την κυκλοφορία του single “Sneakin’ Suspicion” το οποίο μπήκε κι αυτό στo chart.

Αμέσως σχημάτισε τους Solid Senders, με τον πληκτρά John Potter, τον μπασίστα Steve Lewins, και τον ντράμμερ Alan Platt για να κυκλοφορήσουν το 1978 το μοναδικό ομώνυμο άλμπουμ τους.

Στην συνέχεια έκανε τους Wilko Johnson Band με τους οποίους έπαιξε στο Hope and Anchor, παίρνοντας μέρος σε ενα punk φεστιβαλ που κράτησε τρεις εβδομάδες και λεγόταν ‘Front Row Festival‘.

Δύο απο τα τραγούδια που έπαιξε με τους Wilko Johnson Band (το “Dr. Feelgood” και το “Twenty Yards Behind“) συμπεριλήφθηκαν σε ενα διπλό άλμπουμ με ηχογραφήσεις απο αυτο το φεστιβάλ, το οποίο έφτασε ως το νούμερο 28 στο chart.

Υστερα άρχισε να σκέφτεται σκέφτεται σοβαρά να τα παρατήσει όλα και να επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο για το διδακτορικό του στην Αγγλοσαξωνική ποίηση ωστε να γίνει κάποια μέρα καθηγητής πανεπιστημίου.

Οταν όμως ο πληκτράς του Ian Dury, Chaz Jankel, εγκατέλειψε τους Blockheads, ο Dury, που γνώριζε τον Wilco απο την εποχή του pub rock, πήγε μαζί με τον σαξοφωνίστα του, Davey Payne και έπεισαν τον Wilco να προσχωρήσει στο συγκρότημα.

Ετσι, το 1980, μόλις ο πληκτράς Mick Gallagher επέστρεψε απο την Αμερικάνικη περιοδεία των Clash, ξεκίνησαν οι πρόβες για το Laughter, το τρίτο αλμπουμ των Ian Dury & The Blockheads.

Ηταν το τελευταίο που έκανε το συγκρότημα για την Stiff Records και θα περνούσαν αρκετά χρόνια μέχρι ο Dury να ξανακάνει άλμπουμ με τους Blockheads.

«Ηταν το 1979 με 1980 οταν κάναμε περιοδεία στην Αυστραλία με τον Ian Dury και τους Blockheads. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο και βουηζαν τα κεφάλια ολων μας απο το jet lag. To ξενοδοχείο είχε πισίνα και άραξα και κοιτούσα τα αστέρια. Πολλά αστέρια με πολλά χρώματα. Υστερα κατάλαβα πως ηταν πυγολαμπίδες και συνειδητοποίησα πως δεν έχω ιδέα απο αστρονομία. Τωρα πιά, έχω ενα τηλεσκόπιο στην ταράτσα μου…»

O Wilco θα γνωριστεί και θα γίνει φίλος με τον μπασίστα του συγκροτήματος, Norman Watt-Roy.

To 1983 έκανε ενα νέο συγκρότημα με τον αρμονικίστα Lew Lewis, κυκλοφόρησαν ενα σιγκλάκι και οταν έμαθε πως οι Clash εδιωξαν τον Topper Headon, τον πήρε στο σχήμα και βγήκαν για live στο Marquee, στο Reading Festival και σε μερικές ακόμα εμφανίσεις.

Το 1984 ξανασχημάτισε τους Wilko Johnson Band και έβγαλε μια σειρά απο άλμπουμς.

Συμμετείχε ακόμα και στο “Que Sera Sera” το άλμπουμ που έβγαλε το 1985 ο Johnny Thunders.

Την δεκαετία του ’80, του ’90 και μέσα στη νέα χιλιετία, συνέχισε να εμφανίζεται ζωντανά στην Βρετανία, την Ευρώπη και την Ιαπωνία οπου έπαιξε πέντε φορές.

Το βραβευμένο ντοκυμαντέρ που έκανε ο Julien Temple το 2009 με τίτλο “Oil City Confidential” επανέφερε στην επικαιρότητα τόσο τους Dr. Feelgood οσο και τον Wilco Johnson..

Η καριέρα του πήρε μια διαφορετική πορεία οταν το 2010 του έδωσαν τον ρόλο του μουγκού εκτελεστή Ilyn Payne στην τηλεοπτική σειρά Game of Thrones. Επαιξε σε τέσσερα επεισόδια τα οποία προβλήθηκαν το 2011 και το 2012.

Την ιδια χρονιά ο Wilko και η βιογράφος του Zoë Howe εξέδωσαν το βιβλίο ‘Wilko Johnson: Looking Back At Me’.

To 2012 διαγνώσθηκε σε τελικό στάδιο παγκρεατικού καρκίνου αλλά παρά τις προβλέψεις των γιατρών, μετά απο μια εγχείρηση, το 2013, αποδείχθηκε πως γλύτωσε.

Το 2014 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Going Back Home“, σε συνεργασία με τον Roger Daltrey των Who το οποίο έφτασε στο νούμερο 3 των Βρετανικών charts. Οι δυό τους αποφάσισαν να δουλέψουν μαζί στο άλμπουμ όχι μόνο επειδή και οι δύο είναι φανατικοί θαυμαστές των Johnny Kidd and The Pirates, αλλά καθώς όλοι πίστευαν ότι ο Wilko θα πεθάνει από τον καρκίνο, σκέφτηκαν πως καλό θα ήταν να βιαστούν να το ηχογραφήσουν γιατί ολο έλεγαν να το κάνουν και δεν το είχαν κάνει ποτέ… Επίσης στο άλμπουμ παίζουν ο Norman Watt-Roy και ο Dylan Howe οι οποίοι είναι τα δύο μέλη των Wilko Johnson Band , o  αρμονικίστας Steve ‘West’ Weston και ο χαμοντίστας Mick Talbot των Style Council.

Το 2016 εκδόθηκε μια δεύτερη βιογραφία του με τίτλο ‘Don’t You Leave Me Here’, ενω πέρσι οι Wilco Johnson Band κυκλοφόρησαν το άλμπουμ “Blow Your Mind”.

Εδω μπορείτε να δείτε “Την Εκσταση του Wilco Johnson” σε σκηνοθεσία Julien Temple…

 

.

 
Leave a comment

Posted by on August 23, 2019 in Rock

 

Tags: , , , , , , ,

Πως γυρίστηκε το Easy Rider

Τον θάνατο του ηθοποιού, συγγραφέα και σκηνοθέτη Peter Fonda, σε ηλικία 79 ετών ανακοίνωσε χτές στους New York Times ο manager του, Alan Somers.

Σκέφτηκα να βάλω εδω ως φόρο τιμής στον Fonda, ενα ντοκιμαντέρ σχετικά με το πως φτιάχτηκε το Easy Rider, την ταινία με την οποία θα μείνει στην μνήμη ολων εκείνων που δεν τον γνώρισαν απο κοντά…

Ο Fonda ήταν ο γιος του ηθοποιού Henry Fonda και ο μικρότερος αδερφός της ηθοποιού και ακτιβίστριας Jane Fonda. Η κόρη του, Bridget Fonda, έχει επίσης πρωταγωνιστήσει σε αρκετές ταινίες. Ο πρώτος ρόλος του Peter Fonda ήταν αυτός του Dr. Mark Cheswick στην κωμωδία του Harry KellerTammy and the Doctor” του 1963. Εκανε δεκάδες ταινίες.

Το “Easy Rider”, το οποίο συνέγραψε με τον Dennis Hopper και τον Terry Southern ακολουθεί τους τσοπεράδες Wyatt (Fonda) και Billy (Hopper) καθώς ταξιδεύουν από το Λος Άντζελες στη Νέα Ορλεάνη, γνωρίζοντας στην πορεία τους ασυνήθιστους χαρακτήρες στην πορεία.

 
Leave a comment

Posted by on August 17, 2019 in Documentaries, Rock

 

Μερικά πράγματα για τους Hawkwind και το νέο τους άλμπουμ

Αν θυμάμαι καλά, ήταν το 1991 όταν είδα τους Hawkwind να παίζουν ζωντανά στο Ρόδον, στην Αθήνα.

Θα πρέπει να ήμασταν 500-600 άτομα στο κοινό και πολλοί το σχολιάζαμε μετά, πως ήμασταν πολύ λίγοι για ένα τόσο ιστορικό συγκρότημα.

Δύο απο τα μέλη τους που έπαιξαν εκείνη την βραδιά, ο ιδρυτής του συγκροτήματος, κιθαρίστας , τραγουδιστής και πληκτράς, Dave Brock και ο τρομερός ντράμερ Richard Chadwick, ο οποίος προσχώρησε στην μπάντα απο το 1988, είναι ακόμα στην σύνθεση.

Μαζί τους απο το 2008 είναι και ο μπασίστας και πληκτράς Niall Hone με τον κιθαρίστα  και τραγουδιστή Magnus Martin.

Οι Hawkwind φτιάχτηκαν το 1969 στην κεντρική Αγγλία και άνοιξαν τον δρόμο για το space rock.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες από το σχηματισμό τους, είχαν δημιουργήσει ενα καλό όνομα στο κύκλωμα των φεστιβάλ και έπαιζαν ζωντανά χωρίς χρέωση, οπουδήποτε μπορούσαν. Μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας του άλμπουμ τους ‘X In Search Of Space‘ το 1971, είχαν γίνει ηδη γνωστοί για την θεατρικότητα των συναυλιών τους, οι οποίες φημίζονται για το light show, την κατανάλωση LSD και για (μεταξύ 1971-75) την γυμνή Ιρλανδή χορεύτρια Stacia Blake.

Το συγκρότημα φλερτάρισε αρκετές φορές με το folk rock, την heavy metal, το new wave, την ambient και την techno.

Απο τις τάξεις του πέρασαν μουσική όπως ο Lemmy (ο οποίος θα πήγαινε κατόπιν θα έκανε μεγάλη πορεία με τους Motörhead, όνομα που χρησιμοποίησε απο ενα τραγούδι που ειχε ο ιδιος γράψει για τους Hawkwind), o Ginger Baker των Cream και ο συγγραφέας και πατέρας της Βρετανικής επιστημονικής φαντασίας, Michael Moorcock.

Αυτές τις ημέρες, η Cheery Red Records ανακοίνωσε πως ο τιτλος του νέου άλμπουμ των Hawkwind,  είναι “All Aboard The Skylark”.

Πρόκειται για το 32ο άλμπουμ των Hawkwind και με εννέα νέα τραγούδια, σηματοδοτεί την επιστροφή τους στον space rock ήχο.

Θα κυκλοφορήσει σε διπλό CD στις 25 Οκτωβρίου 2019 και οποιος θέλει μπορεί να το προπαραγγείλει απο ΕΔΩ.

 
 

Δεύτερες φωνές που θα μπορούσαν να είναι πρώτες…

Οταν είδα το ντοκυμαντέρ 20 feet from Stardom, είδα μια σκηνή στην οποία σοκαρίστικα.

Το ντοκιμαντέρ αυτό έχει να κάνει με τους ανθρώπους που κάνουν δεύτερα φωνητικά, και έχουν πάρει χαρακτηριστικά εκείνους που τραγουδούν πίσω απο τους Rolling Stones, τον Bruce Springsteen και τους Police: Darlene Love, Merry Clayton, Lisa Fischer, Patti Austin και άλλοι.

Οι άνθρωποι που κάνουν τα δεύτερα φωνητικά, δεν είναι κάποιας κατώτερης ποιότητας απο εκείνους που κάνουν τα πρώτα. Ισα-ίσα, τις περισσότερες φορές έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες, αλλά έτυχε να πρέπει να βρεθούν στην πίσω σειρά, 20 πόδια απο την διασημότητα όπως λέει ο τίτλος του πολύ καλού αυτού ντοκυμαντερ το οποίο προτείνω ανεπιφύλακτα, γιατί οπως λέει και ο Sprinsteen, “το να έρθεις μπροστά, είναι κάπως περίπλοκο…”

Μάλιστα, η περιγραφή της βραδιάς που η Merry Clayton έκανε τα φωνητικά στο “Gimme Shelter” των Rolling Stones είναι μοναδική, αστεία και ιστορική μιας και ολοι οσοι εχουν ακούσει το τραγούδι θα κουνήσουν το κεφάλι τους χαμογελώντας.

Οι μουσικοί αυτοί, δεν παρέμειναν στα δεύτερα φωνητικά. Κυκλοφόρησαν και δικές τους δουλειές οι οποίες ηταν εξίσου αξιόλογες.

Για παράδειγμα, η Darlene Love είχε ήδη ενα δικό της νούμερο ενα με το “He’s A Rebel” το 1962, δουλεύοντας παράλληλα για τον παραγωγό Phil Spector. Αυτή η Κυρία τραγούδησε πίσω απο θρυλικές μορφές των δεκαετιών του ’50 και του ΄60 οπως οι Sam Cooke, Dionne Warwick, Bill Medley, the Beach Boys, Elvis Presley, Tom Jones και οι Sonny and Cher.

Απλά οι μουσικοί αυτοί κάνουν και τα δεύτερα φωνητικά για να εξασφαλίζουν το ψωμάκι τους, γνωρίζουν ανθρώπους σε θέσεις κλειδιά και στην περίπτωση της Love, ο Lou Adler, o παραγωγός του Rocky Horror Show, ήταν αυτος που την έπεισε να πάρει μέρος στο 20 feet from Stardom.

Η στιγμή που με σοκάρισε στο ντοκιμαντέρ αυτό ήταν εκεί που η Lisa Fischer, επίσης στα δεύτερα φωνητικά των Stones, του Sting, του Luther Vandross και της Tina Turner, αλλά κατά 18 χρόνια νεώτερη της Darlene Love, σε ενα δικό της τραγούδι, το “How Can I Ease The Pain” ανεβάζει την φωνή της τόσο ψηλά που γίνεται σφύριγμα.

Εκεί πετάχτηκα πάνω απο το κάθισμα και αναρωτήθηκα τι στο διάολο κάνει…

Εψαξα να βρω δουλειές της και απο τότε την παρακολουθώ.

Επέλεξα να ανεβάσω εδω ενα βίντεο του 2014 οπου το τραγουδά στα 56 της και οχι στην ηλικία των 30, για να δείξω οτι η Κυρία είναι φωνάρα…

 

Ο λόγος που γράφω αυτό το κείμενο όμως δεν είναι καμία απο τις δύο Κυρίες, ούτε το 20 feet from stardom.

Σήμερα άκουγα το “Black Napkins” του Frank Zappa ηχογραφημένο ζωντανά το 1976 στην Φιλαδέλφεια.

Οπως ισως ξέρετε, ο Zappa έπαιρνε τους καλύτερους μουσικούς που υπήρχαν στο επάγγελμα.

Κάποια στιγμή λοιπόν, άκουσα μια γυναικεία φωνή να κάνει κάποια εξίσου άπιαστα φωνητικά και τσέκαρα να δω ποιά είναι.

Είναι η Bianca Thornton η οποία έπαιζε σε εκείνη την περιοδεία τα πλήκτρα και έκανε και φωνητικά.

Ξεκινά απο το 2 λεπτό και 20 δευτερόλεπτο και στο 3.43 ξεφεύγει απο τα πλαίσια της ανθρώπινης φωνής… για να το ξανακάνει στο 4.13 και πάλι…

Ανέτρεξα στην Wikipedia να δώ περι τίνος πρόκειται και μεταφράζω εδω εν συντομία το βιογραφικό της:

Γεννήθηκε το 1953, ξεκίνησε απο gospel, σπούδασε μουσική στο San Francisco και έγινε γνωστή ως Lady Bianca.

Το 1972, έπαιξε το ρόλο της Billie Holiday στην θεατρική παραγωγή σκηνής ‘Evolution of the Blues’ και αργότερα μπήκε στους Sly and the Family Stone για να κάνει τα δεύτερα φωνητικά και να παίζει πλήκτρα στο άλμπουμ του 1976, Heard Ya Missed Me, Well I’m Back.

Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς ξεκίνησε περιοδεία ενός μηνός με τον Frank Zappa (απ’όπου και το εν λόγω τραγούδι) στη Βόρεια Αμερική και ηχογράφησε μαζί του το τραγούδι “Wind Up Workin’ in a Gas Station” για να τσακωθεί μαζί του τον Νοέμβριο και να αποχωρήσει…

Εκανε δεύτερα φωνητικά σε δουλειές του Taj Mahal, ενω απο το 1981 ως το 1986 περιόδευσε και ηχογράφησε με τον  Van Morrison, στα Beautiful Vision (1982), Inarticulate Speech of the Heart (1983), Live at the Grand Opera House Belfast (1984), A Sense of Wonder (1985), και No Guru, No Method, No Teacher (1986).

Η Lady Bianca δούλεψε ακόμα με τον John Lee Hooker και τον Willie Dixon.

Το πρώτο της σόλο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1995 με τίτλο Best Kept Secret και ακολούθησαν άλλα πέντε, τέσσερα απο τα οποία κυκλοφόρησε με την δική της δισκογραφική εταιρία Magic-O.

Τρία απο τα άλμπουμ της έχουν προταθεί για Grammy ενω αυτη την εποχή δουλεύει το εβδομο.

Δεν έχει σταματήσει να κάνει δεύτερα φωνητικά σε άλλους καλλιτέχνες.

 

 

 

 

Tags: , , , , , ,

Ο Φόβος και η Οργή του Hunter S. Thompson

Δεν θυμάμαι πότε και πως ανακάλυψα τον Hunter S. Thompson.

Ισως ηταν to 1998 χάριν στην ταινία του Terry Gilliam, “Fear and Loathing in Las Vegas”.

Πραγματικά δεν θυμάμαι, αλλά έβρισκα πολύ έξυπνα και ειλικρινή αυτά που έλεγε αλλά ταυτόχρονα και αστεία.

Για παράδειγμα, αυτό που είχε δηλώσει στις 15 Φεβρουαρίου του 1973, στο περιοδικό Rolling Stone, πως “Αν είχα γράψει την αλήθεια γι αυτά που γνώριζα τα τελευταία δέκα χρόνια, περίπου 600 άνθρωποι – εμού συμπεριλαμβανομένου – θα σάπιζαν σήμερα σε διάφορες φυλακές απο το Rio ως το Seattle. Η απόλυτη αλήθεια είναι ένα πολύ σπάνιο και επικίνδυνο εμπόρευμα οταν μιλάμε για επαγγελματική δημοσιογραφία.

Η αλήθεια είναι πως επρόκειτο για μια αρκετά ιδιαίτερη προσωπικότητα, που τρελαινόταν να ακούει μουσική και ήταν γνωστό πως σε όλη του την ζωή έπινε αλκοόλ, έπαιρνε ναρκωτικά, λάτρευε τα πυροβόλα όπλα, έχοντας μια τεράστια συλλογή περιστρόφων, καραμπινών και διαφόρων αυτόματων και ημι-αυτόματων όπλων, καθώς και αναρίθμητα δακρυγόνα, ενώ περιφρονούσε την εξουσία και τον αυταρχισμό.

Φυσικά, όντας χρήστης ο ίδιος, υπήρξε ένθερμος υποστηρικτής της νομιμοποίησης των ναρκωτικών και έμεινε γνωστός για τις λεπτομερείς καταγραφές της χρήσης των δικών του ναρκωτικών.

Σε κάποια συνέντευξή του το 1997 είχε δηλώσει πως «τα ναρκωτικά πρέπει να νομιμοποιηθούν. Μπορεί να φανεί σκληρό στην αρχή σε κάποιους, αλλά νομίζω ότι είναι ο μόνος τρόπος να ασχοληθούμε σοβαρά με τα ναρκωτικά. Πάρτε για παράδειγμα την ποτοαπαγόρευση. Το μόνο που κατάφερε ήταν να κάνει κάποιους εγκληματίες πλούσιους.»

ΑΓΟΡΑΣΕ ΤΟ ΕΙΣΗΤΗΡΙΟ, ΚΑΝΕ ΤΗΝ ΒΟΛΤΑ

Οπως λέει ο Nick Nolte στο ντοκυμαντέρ “Buy the Ticket, Take the Ride” «ο Hunter S. Thompson βρέθηκε στο επίκεντρο του λαβυρίνθου στον οποίο μπήκε η Αμερικάνικη κουλτούρα στα ‘60ς και στα ‘70ς.

Για μιά δεκαετία, απο το 1965 ως το 1975, ο Thompson βρέθηκε στην κορυφή, λές και ήταν πλασμένος για τα ‘60ς και τα ‘70ς.

Σύμφωνα με τον ηθοποιό Harry Dean Stanton «ήταν ενας μοναδικός τύπος, ήταν ενας τρελός, ενας θεότρελος ποιητής.»

Η ταινία “Fear and Loathing in Las Vegas” είναι αυτή που έκανε ευρέως γνωστό τον Hunter S. Thompson πέρα απο τα Αμερικάνικα σύνορα και ισως είναι ο λόγος που ήρθα κι εγω για πρώτη φορά σε επαφή με τον έργο του.

Πρόκειται ουσιαστικά για την κινηματογραφική μεταφορά στην μεγάλη οθόνη του βιβλίου που κυκλοφόρησε ο Hunter S. Thompson το 1971, με πλήρη τίτλο “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream”.

Περιγράφει τα δύο ταξίδια που έκανε ο συγγραφέας το 1971 με τον δικηγόρο και ακτιβιστή για τα δικαιώματα των (Chicano) Μεξικάνων, Oscar Zeta Acosta, στο Las Vegas οπου πήγε για να καλύψει κάποιους ποδηλατικούς αγώνες για λογαριασμό του περιοδικού Rolling Stone, αλλά αντί αυτού πέρασαν ολο το ταξίδι λιώμα απο διάφορα ψυχεδελικά ναρκωτικά που έπαιρναν ασταμάτητα…

Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους βρίσκονται, ο δηλωμένος θαυμαστής του Thompson, Johnny Depp και ο Benicio Del Toro.

GONZO – ΕΝΑΣ ΔΙΑΦΟΡΕΤΙΚΟΣ ΤΡΟΠΟΣ ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΙΑΣ

Το στυλ της δημοσιογραφίας του Hunter S. Thompson ονομάζεται Gonzo δημοσιογραφία και ουσιαστικά δεν έχει σκοπό της να είναι αντικειμενική.

Συνήθως ο δημοσιογράφος είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας και αφηγήται τις εμπειρίες και τα συναισθήματά του σε πρώτο πρόσωπο, αυτοσαρκαζόμενος, και κάνοντας κοινωνική κριτική, σε αντίθεση με την παραδοσιακή δημοσιογραφία, η οποία κρατά μια απόσταση, ενώ βασίζεται σε γεγονότα και μαρτυρίες οι οποίες μπορούν να εξακριβωθούν από τρίτους.

Η ορος “gonzo” πιστεύεται ότι χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1970 από τον εκδότη της The Boston Globe, Bill Cardoso για να περιγράψει το άρθρο του Thompson “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved“, το οποίο γράφτηκε για το περιοδικό Scanlan’s Monthly.

Οταν ρώτησαν τον Cardoso τι σημαίνει η λέξη “gonzo” εκείνος δήλωσε πως στην Ιρλανδική αργκώ της Νότιας Βοστόνης, περιγράφει τον τελευταίο άνδρα που καταφέρνει να στέκεται όρθιος μετά από μια νύχτα μπεκρουλιάσματος. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν μια παραφθορά της γαλλο-καναδέζικης λέξης “gonzeaux“, που σημαίνει “λαμπερό μονοπάτι”, αν και αυτό αμφισβητείται…

Μια άλλη εικασία είναι ότι η λέξη μπορεί να έχει προέλθει από ενα τραγούδι του 1960 με τίτλο “Gonzo” του μπλουζ πιανίστα απο την Νέα Ορλεάνη, James Booker. Αυτή η πιθανότητα έχει υποστηριχθεί και απο τον ιδιο τον Thompson σε μια βιογραφία του που κυκλοφόρησε το 2007, οπου δήλωνε ότι ο όρος προέρχεται από ένα τραγούδι του Booker, αλλά δεν εξηγεί γιατί ο Thompson ή ο Cardoso επέλεξαν αυτό τον όρο για να περιγράψουν αυτού του είδους την δημοσιογραφία.

Ο Thompson βάσισε το στυλ του στην αντίληψη του σπουδαίου Αμερικανού συγγραφέα  William Faulkner πως “η φαντασία είναι συχνά το καλύτερο γεγονός.

Δεν τον ενδιέφερε να πεί τα πράγματα ακριβώς ως είχαν.

Ενώ οσα περιέγραφε βασίζονταν σε πραγματικά γεγονότα, χρησιμοποιούσε σατυρικούς μηχανισμούς ωστε να πετύχει τον στόχο του. Συνήθως έγραφε για τα ψυχεδελικά ναρκωτικά και το αλκοόλ έτσι ωστε να προσθέτει μια υποκειμενική οπτική στα όσα περιέγραφε.

Απεχθάνομαι να υπερασπίζομαι τα ναρκωτικά, το οινόπνευμα, τη βία ή την παραφροσύνη σε οποιονδήποτε, αλλά πάντα δούλευαν για μένα” δήλωνε συχνά.

Το 1998, ο Αμερικάνος, αναλυτής, δημοσιογράφος και συγγραφέας Christopher Locke υποστήριξε οτι τα ηλεκτρονικά περιοδικά, τα webzines, ως είδος, είναι απόγονοι της gonzo δημοσιογραφίας.

HELL’S ANGELS – ΜΙΑ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΡΧΗ

Ο Thompson εμφανίστηκε στα γράμματα για πρώτη φορά το 1967, με την έκδοση του βιβλίου του “Hell’s Angels: The Strange and Terrible Saga of the Outlaw Motorcycle Gangs” το οποίο έγραψε ακολουθώντας για ενα χρόνο την συμμορία των Hell’s Angels του San Francisco και του Oakland, ωστε να ζήσει απο πρωτο χέρι την ζωή και τις εμπειρίες των μελών της λέσχης.

Εκείνη την εποχή οι Hell’s Angels κατηγορούνταν για διάφορες εγκληματικές ενέργειες (τέσσερα χρόνια αργότερα θα σκότωναν τον 18άχρονο Meredith Hunter στο φεστιβάλ του Altamont) ενω οι New York Times εγραφαν πως ο Thompson μιλούσε στο βιβλίο του για “έναν κόσμο που οι περισσότεροι από εμάς δεν θα τολμούσαν ποτέ να πλησιάσουν.

Είχε κάνει βέβαια την παράτολμη κίνηση να είναι ειλικρινής απο την αρχή με τον πρόεδρό τους, συγγραφέα, ηθοποιό και καταδικασμένο εγκληματία Ralph “Sonny” Barger (πρωτοεμφανίστηκε σε ταινία το 1968 στο “Angels From Hell”, σε τρία επεισόδια της σειρας “Sons of Anarchy” απο το 2010 ως το 2012 και στην ταινία “Dead in 5 Heartbeats” το 2013) αλλά δεν το έκρυψε ουτε απο τους υπόλοιπους, πως ήταν δημοσιογράφος, πράγμα πολύ επικίνδυνο μιας και οι Hell’s Angels δεν εμπιστεύονταν καθόλου τα Μέσα Ενημέρωσης.

Στις συνεντεύξεις τους στο κασετόφωνο, τα μέλη της λέσχης ήταν ειλικρινή αλλά μετά εξέταζαν για καλό και για κακό τα κείμενα του Thompson ωστε να ελέγχουν αν τα έχει γράψει οπως του τα είπαν.

Μάλιστα, προς μεγάλη απογοήτευση της γυναίκας του και των γειτόνων, κάποτε τον επισκέφτηκαν στο διαμέρισμά του στην 318 Parnassus Avenue στο San Francisco, αλλά εκείνος δεν φάνηκε να έχει πρόβλημα.

Οταν «για πλάκα» τον απείλησαν πως θα τον χτυπήσουν, ξεκρέμασε το δίκαννό του απο τον τοίχο και τους απάντησε κι αυτός «αστειευόμενος» πως εντάξει, αλλά αρχικά θα πυροβολούσε δύο απο αυτούς.

Η σχέση του με την λέσχη τελείωσε όταν είχε ολοκληρωθεί και η δουλειά του.

Πιο συγκεκριμένα, έφαγε πολύ ξύλο απο τα μέλη, οταν είπε πως «μόνο ενας αλήτης χτυπά την συζυγό του» σε εναν απο αυτούς επειδή έδερνε την γυναίκα του.

Αν δεν έδιναν την εντολή οι αρχαιότεροι, να σταματήσει η κλωτσοπατινάδα, θα τον σκότωναν.

Το “Hell’s Angels” ήταν το βιβλίο που εκτόξευσε την καριέρα του Thompson.

A DAY AT THE RACES

Το 1970 o Thompson έβαλε υποψηφιότητα για σερίφης του Pitkin County στο Colorado, αλλά δεν τα κατάφερε και την ίδια χρονιά δημοσιεύθηκε το άρθρο με τίτλο “The Kentucky Derby Is Decadent and Depraved” που ανέφερα πιο πάνω.

Ουσιαστικά, το άρθρο γράφτηκε ως εξής:

Καθώς πλησίαζε η ημερομηνία για να παραδώσει στους συντάκτες του περιοδικού Scanlan’s Monthly, το κείμενο που υποτίθεται πως θα είχε γράψει σχετικά με τις ιπποδρομίες στο Kentucky, εκείνος, χωρίς να εχει γράψει κάποια συγκεκριμένη ιστορία, άρχισε να σκίζει σελίδες απο το σημειωματάριό του, να τις αριθμεί και να τους τις στέλνει.

Τις συνόδευαν σκίτσα του Ralph Steadman (η πρώτη από τις πολλές συνεργασίες μεταξύ τους), και απο ολα αυτά, προέκυψε μια τρελή ιστορία γραμμένη σε πρώτο πρόσωπο,  η οποία εγραφε πολύ λίγα για τον αγώνα, μιας και απο εκεί που καθόντουσαν οι δυό τους δεν μπορούσαν να δουν πολλά πράγματα αλλά εστιάζει περισσότερο στο εορταστικό κλίμα της Louisville (που ηταν η πατρίδα του Thompson), τα μεθύσια, την αγριότητα και την διαφθορά τις ημέρες πρίν και μετά τους αγώνες.

Η αφήγηση τελειώνει οπως συνήθιζε στα έργα του ο Thompson, με την γλυκόπικρη συνειδητοποίηση, μετά απο μέρες ακατάπαυστου παρταρίσματος και μεθυσιού, πως οι δυό τους είχαν γίνει ακριβώς το είδος των ανθρώπων που αρχικά σχεδίαζαν να διακωμωδήσουν.

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στο τεύχος του Ιουνίου και θεωρείται, οπως είπα, η αρχή της Gonzo δημοσιογραφίας, εγκαθιστώντας τον ως συγγραφέα με πιστοποιητικά αντικουλτούρας.

GONZO KAI ΠΟΛΙΤΙΚΗ

Το 1971 ακολούθησε το μυθιστόρημα “Fear and Loathing in Las Vegas: A Savage Journey to the Heart of the American Dream” ξανά σε σκίτσα του Ralph Steadman.

Σχετικά με τον Oscar Zeta Acosta που συνόδευσε τον Thompson στα δύο ταξίδια του “Fear and Loathing in Las Vegas,” να σημειώσω εδω, πως τα ίχνη του χάθηκαν ενω βρισκόταν σε ενα ταξίδι στο Μεξικό, τον Μάϊο του 1974 και το πτώμα του δεν βρέθηκε ποτέ.

Ο τελευταίος που του μίλησε ήταν ο γιός του τηλεφωνικά.

Ο Thompson γνώρισε τον Acosta το 1967 και η γνωριμία τους αυτή έγινε η αιτία να γράψει ένα άρθρο σχετικά με την καταπίεση που ασκούνταν στους Μεξικάνους (Chicanos) των περιοχών του Μεξικού που κατέλαβαν οι Ηνωμένες Πολιτείες (Texas, Arizona, New Mexico, και California) στον Μεξικανο-Αμερικάνικο πόλεμο (1846-1848.)

Το άρθρο είχε τίτλο “Strange Rumblings in Aztlan,” εκδόθηκε απο το περιοδικό Rolling Stone στις 29 Απριλίου 1971, και ασχολείται κυρίως με τα γεγονότα και την ατμόσφαιρα που περιέβαλλαν την αντίδραση της κοινότητας των Chicano στο Λος Άντζελες μετά τη δολοφονία του Rubén Salazar στις 29 Αυγούστου 1970, ημέρα της ιστορικής εθνικής πορείας των Chicano και του αγώνα κατά του πολέμου του Βιετνάμ.

Ο Salazar κάλυπτε τα γεγονότα της ημέρας ως αρθρογράφος για το περιοδικό Los Angeles Times και ήταν διευθυντής ειδήσεων του Ισπανόφωνου KMEX-TV του Λος Άντζελες. Μετά την ολοκλήρωση της πορείας, και καθώς έπινε μια μπύρα στο μπάρ του Silver Dollar Cafe, χτυπήθηκε στο κεφάλι από ένα δακρυγόνο που πυροδότησε ο βοηθός του σερίφη του Los Angeles, Tom Wilson. Και απο εκεί που δεν είχαν συμβεί έκτροπα, η μέρα μετατράπηκε σε ημέρα βίας λόγω και της απόφασης της αστυνομίας να διαλυθεί το πλήθος των 20.000 με 30.000 ανθρώπων που συμμετείχαν στην συγκέντρωση στο Laguna Park (σήμερα λέγεται  Ruben F. Salazar Park.)

Θέλοντας ο Thompson να συζητήσει με τον Acosta σχετικά με αυτά τα γεγονότα, μακρυά απο την πίεση της αστυνομίας του Los Angeles, και χωρίς να έχουν τον φόβο αντιποίνων απο τους Chicano (επειδή ο Acosta θα μιλούσε με κάποιον «καθεστωτικό» δημοσιογράφο) κάνανε τα ταξίδια στο Las Vegas τα οποία έγιναν η βάση για το “Fear and Loathing in Las Vegas”, με τον Acosta να παίζει τον ρόλο του  Dr. Gonzo.

Το 1977, η έρευνα του Thompson σχετικά με την εξαφάνιση του Acosta, με τίτλο “The Banshee Screams For Buffalo Meat,” δημοσιεύθηκε στο Rolling Stone.

Σύμφωνα με τον Thompson, παρότι ο Acosta ήταν κορυφαίος δικηγόρος, υπέφερε από εθισμό στις αμφεταμίνες και είχε αδυναμία στο LSD.

Το άρθρο ήταν η απάντηση του Thompson στις φήμες ότι ο Acosta ζούσε κάπου στο Μαϊάμι.

Εγραψε μάλιστα πως πίστευε ότι ο Acosta είτε δολοφονήθηκε από εμπόρους ναρκωτικών, είτε είχε πέσει θύμα πολιτικής δολοφονίας.

Ο Thompson είχε γνωστοποιήσει την αντιπάθεια που έτρεφε για τον Richard Nixon, για τον οποίο έλεγε πως αντιπροσώπευε “αυτή τη σκοτεινή, ένοπλη και ανυπόστατα βίαιη πλευρά του αμερικανικού χαρακτήρα” και πως ”ήταν το είδος του ανθρώπου που ενω σου έδινε το χέρι του, την ιδια στιγμή σε κάρφωνε στην πλάτη με το άλλο χέρι.

Το  “Fear and Loathing on the Campaign Trail ’72” ήταν μια σειρά άρθρων που έγραψε για το Rolling Stone τα οποία συγκεντρώθηκαν και δημοσιεύθηκαν με αυτό τον τίτλο.

Ο Thompson είχε ακολουθήσει όλο το “μονοπάτι της εκστρατείας” του κόμματος των Δημοκρατικών, υποστηρίζοντας απ την αρχή τον Γερουσιαστή George McGovern.

Ο Nixon, ως o επίσημος υποψήφιος των Ρεπουμπλικάνων δεν εκανε μεγάλη εκστρατεία.

ΤΕΛΙΚΗ ΕΥΘΕΙΑ

Η αρχή του τέλους για τον Thompson ήρθε μετά τον αγώνα πυγμαχίας ανάμεσα στον George Foreman και τον Muhammad Ali ο οποίος έμεινε στην ιστορία με το όνομα The Rumble in the Jungle (Βροντή μέσα στη ζούγκλα.)

Τον αγώνα κανόνισε ο πανούργος μάνατζερ Don King (δείτε σχετικά με το ποιόν του εν λόγω ατόμου την ταινία “Don King: Only In America“)και με πρόφαση πως οι δύο πυγμάχοι είναι μαύροι, κανόνισε να γίνει στην Αφρική, στο «Σταδιο της 20ης Μαϊου» της Κινσάσα, στο Ζαϊρ, το σημερινό Κογκό.

Ενα στάδιο στο οποίο ο τότε δικτάτορας εκτελούσε κόσμο και κοσμάκη αλλά βέβαια ούτε οι δύο πυγμάχοι, ούτε οι μουσικοί που έπαιξαν ο γνώριζαν…

Ηταν τόσο μεγάλη η διαφήμιση του αγώνα, στον οποίο ο Ali ήταν το αουτσάϊντερ, που ισως κάποιοι να θυμούνται το τραγούδι “In Zaire” του Αγγλου μουσικού Johnny Wakelin το 1976, αλλά ο ιδιος καλλιτέχνης είχε ηδη κάνει επιτυχία χαριν σε αυτόν τον αγώνα με το single “Black Superman (Muhammad Ali)” το 1974.

Πάντως διοργανώθηκε ενα μουσικό φεστιβάλ τριών βραδιών με τίτλο “Zaire 74”, απο τις 22 ως τις 24 Σεπτεμβρίου με την συμμετοχή των James Brown, Celia Cruz και των Fania All-Stars, B.B. King, Miriam Makeba, The Spinners, Bill Withers, The Crusaders, και Manu Dibango, το οποίο μπορείτε να παρακολουθήσετε εδω, στο ντοκυμαντέρ του 2008 “Soul Power.”

Ο αγώνας προγραμματίστηκε για τις 4 το πρωί τοπική ωρα ωστε να μπορεί να μεταδοθεί ζωντανά στα κλειστά Αμερικάνικα τηλοπτικά κυκλώματα στις 10 το βράδυ, ωρα Ανατολικής ακτής.

Τον αγώνα παρακολούθησαν τηλεοπτικά πάνω απο ενα δισεκατομμύριο άνθρωποι με γύρω στα 50 εκατομμύρια απο αυτούς να τον δούν επι πληρωμή μέσω κλειστών καλωδιακών συνδέσεων κάνοντας τον αγώνα να αποφέρει 100 εκατομμύρια δολλάρια (510 εκ. σημερινά.)

Ο Hunter S. Thompson, ο οποίος είχε πάει στο Ζαϊρ ως απεσταλμένος του Rolling Stone, έχασε τον πυγμαχικό αγώνα γιατί είχε γίνει κόκκαλο στο δωμάτιο του ξενοδοχείου του και δεν έστειλε κανένα ρεπορτάζ στο περιοδικό.

Απο εκεί και πέρα ξεκίνησε η κατρακύλα.

Κάποιες δουλειές ακυρώθηκαν και μετά άρχισαν να κυκλοφορούν βιβλία τα οποία είτε συγκέντρωναν άρθρα πριν την εποχή της Gonzo δημοσιογραφίας είτε οτι είχε γράψει για το Rolling Stone.

Πέρα απο την ταινία με τον Johnny Depp, εκεί στις αρχές του ’80 είχε γυριστεί μια άλλη ταινία, απο τον  Art Linson, με τίτλο “Where the Buffalo Roam” και πρωταγωνιστές τον Bill Murray και τον Peter Boyle βασισμένη σε ιστορίες του Thompson συμπεριλαμβανομένης κι αυτής του “Fear and Loathing in Las Vegas.”

Ο ηθοποιός Bill Murray θυμάται πως στα γυρίσματα ο Thompson τον είχε συμβουλέψει «καλό είναι αρχικά να κάνεις τρελλά πράγματα γιατί οτι κάνεις μετά, θα φανεί νορμάλ…»

Στην δεκαετία του ’90 αναμενόταν να κυκλοφορήσει ενα νέο βιβλίο του αλλά αυτό δεν έγινε ποτέ.

Απο το 1984 ως το 2004 το Rolling Stone δημοσίευσε συνολικά 17 ιστορίες του, με τελευταία μία σχετικά με τις προεδρικές περιοδείες των Bush και Gore.

Στις 20 φεβρουαρίου 2005, ο Hunter S. Thompson αυτοπυροβολήθηκε στο κεφάλι, ενω μιλούσε στο κινητό τηλέφωνο με την γυναίκα του.

Η κηδεία του έγινε υπο τους ήχους του “Mr. Tambourine Man” του Bob Dylan και του “Spirit in the Sky” του Norman Greenbaum.

Τα τρία εκατομμύρια που ήταν τα έξοδα της κηδείας, πληρώθηκαν απο τον Johnny Depp ενα τοποθετήθηκε ενα κανόνι σε ύψος 47 μέτρων το οποίο γέμισαν μεταξύ άλλων με τις στάχτες του Thompson και το οποίο όταν εκπυρσοκρότησε, σχηματίστηκε στον ουρανό το σήμα του Gonzo.

 

Tags: , , , , , ,