RSS

Category Archives: Rock

Trevor Bolder – Το μπάσο στο 11

Ο Trevor Bolder ήταν ένας Άγγλος ροκ μουσικός, τραγουδοποιός και παραγωγός δίσκων με ενα πολύ προσωπικό στιλ παιξίματος. Σε εποχές που το μπάσο έπαιζε έναν δευτερεύοντα ρόλο, το έφερε στο προσκήνιο και του έδωσε προσωπικότητα.

Και για να πω την αλήθεια, επειδή κι εγώ παίζω λίγο μπάσο, αυτό το κείμενο το έγραψα για αυτόν ακριβώς τον λόγο.

Ο Trevor Bolder έμεινε γνωστός για τη μακροχρόνια συνεργασία του με τους Uriah Heep και τη θητεία του με τους The Spiders from Mars του David Bowie, αν και έπαιξε ως μπασίστας  με διάφορους από τις αρχές της δεκαετίας του ’70.

Γεννήθηκε στο Hull το 1950 σε μια οικογένεια με πολλούς μουσικούς. Ο πατέρας του έπαιζε τρομπέτα, ενώ ο ίδιος άρχισε απο επτά χρονών να παίζει με μπάντες πνευστών.

Στην σχολική του ορχήστρα έπαιξε κορνέτα αλλά βρέθηκε και σε διάφορες τοπικές rhythm’n’blues μπάντες μέχρι τα δεκατέσερά του που εμπνεύστηκε απο τους Beatles και αγόρασε με τον αδερφό του δύο κιθάρες με σκοπό να δημιουργήσουν το δικό τους συγκρότημα.

Ο αδερφός του όμως δεν ήθελε να παίζει μπάσο κι έτσι έκατσε στον Trevor η μπίλια να πάρει ένα και να ξεκινήσει μια πορεία στην μουσική που ποτέ δεν είχε σκεφτεί πως θα γινόταν το επάγγελμά του.

Trevor Bolder

Κάποια μέρα έτυχε να βρεθεί σε κάποια συναυλία του Jack Bruce, με τον πατέρα του Αγγλικού rhythm and blues, Graham Bond και τον Ginger Baker, πολύ πριν δημιουργηθούν οι Cream. Το στυλ του Jack Bruce του άρεσε πολύ γιατί δεν ήταν εκείνο το συνηθισμένο, εκείνο που ο μπασίστας χάνεται σε κάποιο σκοτεινό μέρος της σκηνής απλά ακολουθώντας τον ρυθμό. Ο Trevor Bolder ήθελε, όπως και ο Bruce, να περνάει μελωδικές γραμμές με το μπάσο του και να παίζει έναν πιο δημιουργικό ρόλο και αποφάσισε να μάθει να παίζει όπως εκείνος. Άλλοι μπασίστες που δήλωνε πως επηρέασαν την τεχνική του ήταν ο John McVie του John Mayall και αργότερα των Fleetwood Mac, ο Paul McCartney και ο John Entwistle των Who.

Πέρα από κιθάρα, μπάσο, τρομπέτα και τρομπόνι, ο Bolder μπορούσε να παίζει άνετα όλα τα πνευστά όργανα αλλά χρησιμοποιούσε και το πιάνο αν ήθελε να γράψει κάποιο τραγούδι.

Η μπάντα που έφτιαξε με τον αδερφό του και τους φίλους τους, έκανε προβες στο σπίτι τους και οχι μόνο δεν παραπονέθηκαν ποτέ οι γονείς του, αλλά αντιθέτως, τους αγόρασαν ενα βανάκι για να μεταφέρουν τα όργανα στις συναυλίες τους καθώς και μια κονσόλα και ηχεία.

Με αυτή την μπάντα έφτασαν να παίζουν μέχρι και πέντε μέρες την εβδομάδα blues τραγούδια που πολλά απο αυτά είχαν διασκευάσει και οι Rolling Stones.

Kάποια στιγμή συνειδητοποίησε πως συναντούσε συχνά σε συναυλίες έναν άλλο μουσικό απο το Hull, ο οποίος λεγόταν Mick Ronson και έπαιζε με τους The Rats.

Οι Rats ήταν μια ψυχεδελική μπάντα σχηματισμένη το 1963 και ο Ronson προσχώρησε στις τάξεις τους το 1966, μία χρονιά προτού κυκλοφορήσουν το σιγκλ “The Rise and Fall of Bernie Gripplestone“.

Κάποια βραδιά, ο Bolder πήγε στο κλαμπ “Jarvis’ High School” να δει τους Rats να παίζουν. Ο μπασίστας τους ήταν φίλος του αλλά εκείνο το βράδυ φοβήθηκε να παίξει μην πάθει ηλεκτροπληξία. Οι υπόλοιποι του συγκροτήματος ζήτησαν απο τον Bolder να πάρει εκείνος το μπάσο και να ανέβει στην σκηνή, οπως και έγινε. Ο Ronson τον είχε δεί να παίζει σε μερικές ανοιχτές συναυλίες σε πάρκα του Hull και τον ήθελε στην μπάντα. Απο εκείνη την βραδιά, έγιναν καλοί φίλοι και αργότερα, κουμπάροι.

Στις αρχές του 1970 ο Ronson κατέβηκε στο Λονδίνο για να γίνει ο κιθαρίστας του συγκροτήματος που θα έπαιζε πίσω από τον David Bowie, τους Hype. Aλλά αυτό ήταν μόνο ενα απο τα ονόματα που δοκίμαζε ο Bowie για αυτή την μπάντα εκείνη την εποχή, ο οποίος πειραματιζόταν αλλάζοντας της τακτικά το όνομα μέχρι να βρεί εκείνο που του άρεσε, ενω έβαζε τα μέλη του συγκροτήματος να ντύνονται με στολές υπερ-ηρώων.

Harry The Butcher”, ‘David Bowie’s New Electric Band‘ ήταν αλλα δύο που χρησιμοποίησε.

Τον Απρίλιο του 1970, οι Hype ήταν ο Mick Ronson, o ντράμερ Mick Woodmansey, και ο μπασίστας και παραγωγός Tony Visconti και με αυτή την σύνθεση ηχογράφησαν το άλμπουμ του Bowie “The Man Who Sold the World” αλλά, ως ξεχωριστό σύνολο,  υπέγραψαν ταυτόχρονα συμβόλαιο με την Vertigo, αλλάζοντας το όνομά τους σε Ronno.

Με αυτό το όνομα και με τραγουδιστή τον Benny Marshall απο τους Rats, κυκλοφόρησαν το 1971 σε σιγκλ την σύνθεση του Tucker Zimmerman, “4th Hour Of My Sleep”. Ποτέ δεν ολοκλήρωσαν ενα άλμπουμ ενω στην δεύτερη πλευρά υπήρχε η σύνθεση των Ronson/MarshallPowers of Darkness“.

Τους Ronno θεωρούσε και ο Bolder ως την πρώτη σου επαγγελματική μπάντα.

Μετά την ηχογράφηση του “The Man Who Sold The World” ο Mick Ronson με τον Woody Woodmansey έφυγαν απο το Λονδίνο και πήγαν στο Hull οπου για έξι μήνες έπαιζαν με τον Trevor Bolder. Κάποια μέρα ο Bowie τους πήρε τηλέφωνο επειδή χρειαζόταν μια μπάντα για να τον συνοδεύσει στην ραδιοφωνική εκπομπή του John Peel. Η απάντηση ηταν θετική και ετσι ξεκίνησαν όλα.

Η τριάδα συνάντησε το Bowie στο Λονδίνο και μετά την ηχογράφηση της εκπομπής, με τον Rick Wakeman να προστίθεται στην σύνθεσή τους, έμειναν στην πόλη για να ηχογραφήσουν δύο βδομάδες αργότερα το άλμπουμ “Hunky Dory”.

Με τον Tony Visconti να βρίσκεται πλέον έξω απο την μπάντα, το βάρος των ενορχηστρώσεων έπεσε στους ώμους του Bowie και του Ronson.

Στο “Hunky Dory” ο Bolder έπαιζε και τρομπέτα, ενω ο Wakeman στόλιζε με το πιάνο του τα τραγούδια καθώς ο Ronson ενορχήστρωνε τα βιολιά του “Life On Mars”.

Μετά απο αυτό το άλμπουμ, ο Bowie τους ζήτησε να λειτουργούν όλοι μαζί σαν ενα συγκρότημα και να μοιράζονται σε ισα μερίδια τα έσοδα αρκεί, να ονομαζόντουσαν David Bowie and the Spiders from Mars ή Ziggy Stardust and the Spiders from Mars.

Ο Rick Wakeman αρνήθηκε και προτίμησε να προσχωρήσει στους Yes ενω οι υπόλοιποι δέχτηκαν και έσπασαν το συμβόλαιό τους με την Vertigo.

Για να ξεφύγω λίγο απο το θέμα του Trevor Bolder, ο Bowie είχε παρακολουθήσει στο Λονδίνο μια θεατρική παράσταση του έργου “Pork” το οποίο είχε γράψει ο Andy Warhol και το 1971 ανέβηκε σε σκηνοθεσία του Anthony Ingrassia.

Σύμφωνα με την Jayne County που πρωταγωνιστούσε, το έργο επηρέασε τόσο πολύ τον Bowie, που πήρε βασικές ιδέες αυτής της underground παράστασης, όπως η ανδρόγυνη εμφάνιση του Ziggy και τις προέβαλε στο mainstream σοκάροντας τα πλήθη.

Στο “Pork” έπαιζε τον ρόλο της νεκρόφιλης νοσοκόμας η Kathleen Dorritie η οποία έγινε γνωστή με το καλλιτεχνικό της όνομα Cherry Vanilla και δούλεψε για την εταιρία εκδόσεων των τραγουδιών του Bowie, MainMan LTD μέχρι το 1974.

Έμεινε γνωστή για τις εξωφρενικές στρατηγικές της στο marketing οι οποίες συμπεριλάμβαναν και την προσφορά της να κάνει στοματικό έρωτα σε όποιον DJ θα έπαιζε τραγούδια του David Bowie.

Η ίδια κυκλοφόρησε αργότερα δύο άλμπουμ το “Bad Girl” και το “Venus D’Vinyl”.

Το περιοδικό Record Collector σημειώνει πως: «Ονομάζοντας το “το μεγαλύτερο λάθος που έκανα ποτέ”, η County υπέγραψε στην εταιρία MainMan του David Bowie το 1972, για το “Wayne At The Trucks”, ένα stage show που λέγεται ότι ενέπνευσε την περιοδεία του Bowie “Diamond Dogs”. H παράσταση συμπεριλάμβανε την County ντυμένη με το διάσημο φόρεμά της από φουσκωμένα προφυλακτικά και συμπληρωματικά παπούτσια με δονητές και “μπάλες”».

Η ηχογράφηση του άλμπουμ “The Rise and Fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars” ξεκίνησε στις 8 Νοεμβρίου του 1971 και ολοκληρώθηκε στις 4 Φεβρουαρίου 1972. Ο Bolder είναι ο “Weird” στον στίχο “Ziggy played guitar, jamming good with Weird and Gilly” απο το τραγούδι “Ziggy Stardust”.

Επειδή οι μουσικοί σκέφτηκαν πως αρκετά απο τα τραγούδια του “Hunky Dory” δεν ήταν συναυλιακά, τα δύο άλμπουμ γράφτηκαν την ίδια περίπου εποχή.

Ο τρόπος που δούλευε ο Bowie ήταν να παίζει στους μουσικούς το τραγούδι μια φορά και ύστερα να το ηχογραφούν αμέσως. Ετσι το “Ziggy Stardust” ηχογραφήθηκε σε μια μέρα και μιξαρίστηκε σε δύο.

Δεν ήταν θέμα χρημάτων. Απλά αυτός ήταν ο τρόπος που δούλευε.

Πραγματικά, οι David Bowie, Mick Ronson, Trevor Bolder και Woody Woodmansey άρχισαν να πηγαίνουν στα κλάμπ και στις συναυλίες όλοι μαζί, με το ίδιο αυτοκίνητο, σαν να ήταν ενα συνηθισμένο συγκρότημα αλλά όσο μεγάλωνε το όνομα του Bowie το συγκρότημα άρχισε να πηγαίνει όπου πήγαινε εκείνος και μετά απο λίγο οι υπόλοιποι συνεργάτες του τον έβλεπαν ολο και λιγότερο.

Στην συνέντευξή του στο Let It Rock το 2003, ο Bolder θυμόταν τον Bowie να αλλάζει σαν άτομο εκείνη την εποχή. «Μέχρι τότε ήταν απλά ένας κανονικός, λαϊκός τύπος, ένας ωραίος φίλος που ενδιαφερόταν για σένα, αλλά όσο πιο διάσημος γινόταν, τόσο μεγάλωνε και η ιδέα που είχε για τον εαυτό του και του γινόσουν όλο και λιγότερο σημαντικός. Από τις ιστορίες που έχω ακούσει, με όσους μουσικούς έπαιξαν μαζί του, η στρατηγική του ήταν: όταν δεν σε είχε ανάγκη σε απέρριπτε ενώ αν σε χρειαζόταν, ήταν πολύ φιλικός μαζί σου».

Ο Bolder παρέμεινε με τους Spiders from Mars για τα άλμπουμ Aladdin Sane (1973), και Pin Ups (1973).

Πέρα απο τον Woodmansey που απολύθηκε απο τον Bowie πριν την ηχογράφηση του άλμπουμ “Pin-Ups” κανείς άλλος δεν απολύθηκε.

Απλά μετά απο αυτή την κυκλοφορία ο Mick Ronson άρχισε να ηχογραφεί το προσωπικό του άλμπουμ “Slaughter on 10th Avenue” το οποίο κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1974. Ο Bolder έγραψε σε αυτό τα μπάσα και μαζί με τον Aynsley Dunbar στα τύμπανα, βγήκαν στον δρόμο για μια περιοδεία δεκατριών ημερών.

Ο Bowie έκανε το “Diamond Dogs”, αλλά δεν τους χρησιμοποίησε οπότε κι αυτοί πήραν πίσω τον Mick Woodmansey στα τύμπανα, βρήκαν τον τραγουδιστή Pete McDonald και τον κιθαρίστα Dave Blackand και κυκλοφόρησαν ως Spiders from Mars ενα ομόνυμο άλμπουμ το 1976.

Οι διαφωνίες όμως του Bolder με τον Woodmansey ο οποίος ήθελε να αναλάβει την ηγεσία του σχήματος, έγιναν η αιτία να διαλυθεί το συγκρότημα και ο μπασίστας κλήθηκε να αντικαταστήσει τον John Wetton στους Uriah Heep για το δέκατο άλμπουμ τους “Firefly”.

Ο Ken Hensley του ζήτησε να μάθει τα “July Morning” και “Easy Livin’” για να περάσει μια audition μ τους Wishbone Ash κι εκείνος πήγε και αγόρασε τον δίσκο,  για να μαθει τα τραγούδια για την οντισιον/

Παρέμεινε με τους Uriah Heep μέχρι τον θάνατό του με ενα διάλειμμα 18 μηνών που πήγε στους Wishbone Ash.

Οι λόγοι που πήγε στους Wishbone Ash, ήταν οικονομικοί. Και οταν το 1981 δέχτηκε την πρόσκληση τους να αντικαταστήσει συμπτωματικά και πάλι τον John Wetton στο μπάσο για το άλμπουμ “Twin Barrels Burning” είδε πως η δουλειά αυτή θα μπορούσε να βάλει ενα παραπάνω πιάτο στο τραπέζι.

Το 1983 όμως επέστρεψε στους Uriah Heep, με τους οποίους ένιωθε πως εξελισσόταν μουσικά, για την περιοδεία Head First και απο εκεί και πέρα έπαιξε σε όλα τα υπόλοιπα άλμπουμ τους κάνοντας ακόμα και την παραγωγή του “Different World” το 1991.

Το 2013, σε ηλικία 62 ετών, ο Trevor Bolder έχασε την μάχη με τον καρκίνο στο πάγκρεας αν και είχε υποβληθεί σε εγχείρηση νωρίτερα εκείνη την χρονιά.

 
Leave a comment

Posted by on December 5, 2019 in Music, Rock

 

Tags: , , , , ,

Οι Noctorum και το EP τους “Afterdeath”

Noctorum ονομάζεται το ντουέτο που αποτελείται από τον κιθαρίστα / τραγουδιστή και τραγουδοποιό Marty Willson-Piper (The Church, All About Eve, The Saints, Anekdoten) και τον παραγωγό Dare Mason.

Οι Noctorum, ανακοίνωσαν την κυκλοφορία του EP τους “The Afterdeath”, το οποίο κυκλοφορεί μετά την κατάρρευση του PledgeMusic. Η πλατφόρμα αυτή υποστήριζε την κυκλοφορία του τέταρτου άλμπουμ των Noctorum, ‘The Afterlife‘.

Και οι δύο κυκλοφορίες έγιναν τελικά δυνατές χάρη στην δισκογραφική εταιρία Schoolkids Records, η οποία, μαζί με τους Mason και Willson-Piper, έπρεπε να καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος του κόστους της ηχογράφησης, της παραγωγής, της μίξης, του mastering, του εξωφύλλου και της ταχυδρόμησης σε κάθε άτομο που είχε αγοράσει το “Afterlife” μέσω του PledgeMusic, προκειμένου να τιμήσουν την υποστήριξη των φίλων του σχήματος, παρά το γεγονός ότι τα χρήματα δεν παραλήφθηκαν ποτέ από τους καλλιτέχνες. Αν αναλογιστεί κανείς οτι το “Afterlife” είχε μπει στα charts του Billboard σύμφωνα με τις πωλήσεις κατά τη διάρκεια της πρώτης εβδομάδας κυκλοφορίας, θα γίνει κατανοητό το πόσες παραγγελίες έπρεπε να αποσταλούν.

Μια καμπάνια GoFundMe έχει πλέον δημιουργηθεί σε μια προσπάθεια να ανακτηθούν τα χαμένα κεφάλαια. Αλλά κανείς δεν ζητάει ελεημοσύνη. Σε αντάλλαγμα για την υποστήριξή τους, οι Noctorum και η Schoolkids Records προσφέρουν σε οσους ενδιαφέρονται,το ΕΡ “The Afterdeath” EP, μια ψηφιακή κυκλοφορία με τέσσερα τραγούδια που συμπεριλαμβάνει δύο ακυκλοφόρητα τραγούδια απο τα session του άλμπουμ “Afterlife” και δύο διασκευές. Η μία σε ενα τραγούδι των The Sound και η άλλη σε ενα των Buffalo Springfield. Ακόμα, οσοι αγοράσουν αυτά τα τραγούδια μπορούν να δημιουργήσουν το δικό τους CD, με τα credits του άλμπουμ, τους στίχους και το artwork – μια δημιουργία της Olivia Willson-Piper και του Andy Jossi, το οποίο διατίθεται και σε αφίσα.

Ο Marty Willson-Piper συνθέτει και παίζει ζωντανά πάνω από 35 χρόνια. Είναι γνωστός ως μέλος των The Church (από την ίδρυση της μπάντας έως το 2013), ενω υπήρξε ακόμα μέλος των All About Eve και των The Saints και έχει συν-συνθέσει τραγούδια με τους Grace Slick, Aimee Mann, Jules Shear, Susannah Hoffs και Linda Perry, μεταξύ άλλων. Σήμερα είναι επίσης ο τραγουδιστής και στιχουργός των Σουηδών MOAT και μέλος των θρυλικού Σουηδικού prog-rock συγκροτήματος Anekdoten από το 2015. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, ο Willson-Piper κάνει και σόλο κυκλοφορίες, με εννέα άλμπουμ μέχρι σήμερα.

Ο Dare Mason ήταν ηχολήπτης στο Townhouse Studios του Λονδίνου, και έχει συνεργαστεί με τους Prince, Paul McCartney, Boy George, Tina Turner, Ravi Shankar και Soul II Soul, μεταξύ άλλων. Από το 1991 που έγινε ανεξάρτητος παραγωγός / ηχολήπτης, έχει κάνει την παραγωγή των άλμπουμς των The Grid, The Church, Placebo και έχει μιξάρει τους Brix Smith (πρώην μέλος των The Fall), Cinerama και Tommy Tokyo στο στούντιο του, VIP Lounge.

Για να δείτε ενα σχετικό πηγαίνετε εδώ https://www.gofundme.com/noctorum ή εδω  https://noctorum.band/2019/08/19/a-philosophical-musing-about-artistic-pursuit-in-a-commercial-universe για μια πιο φιλοσοφική άποψη απο την ιστοσελίδα των Noctorum. Το ‘The Afterlife’ διατίθεται όλες τις μορφές μέσω της Schoolkids Records ή μέσω streaming απο το Spotify.

TRACK LIST

  1. Dancing with Death
  2. The Mermaid
  3. I Can’t Escape Myself
  4. Nowadays Clancy Can’t Even Sing

 
Leave a comment

Posted by on September 24, 2019 in Rock

 

O Elvis Presley και η εποχή του

Γενικά μου αρέσουν  τα ντοκιμαντέρ, και  κάποια μέρα έκατσα και είδα το περσινό “Elvis Presley – The Searcher” σε παραγωγή της Sony.

Πριν να γράψω τα παρακάτω, να σημειώσω ότι παρόλο που δεν είμαι οπαδός του Presley, γνωρίζω (εξ ακοής) έναν μεγάλο αριθμό τραγουδιών που έχει πει, μιας και ανήκω σε μία γενιά της οποίας οι γονείς άκουγαν ανάκατα νησιώτικα, λάτιν, λαϊκά, rock’n’roll, mod jazz κλπ…

Η εικόνα των πάρτι όπου οι νεαροί τότε συγγενείς μου πιάνονταν «τραινάκι» για να χορέψουν yanka και μετά mambo με τραγούδια του Χιώτη είναι μέρος των παιδικών μου χρόνων.

Ετσι κι αλλιώς, το πάντρεμα στην μουσική είναι κάτι που γίνεται πάντα…

Δεν θα αναφερθώ εδώ στις πολιτικές απόψεις του Presley μιας και το ντοκιμαντέρ αναφέρει μόνο τις θρησκευτικές του απόψεις, που καλά έκανε ο άνθρωπος και τις είχε, εμένα πάντως δεν με αφορούν.

Θα προσπαθήσω να το κοιτάξω απο μια άλλη άποψη, με μια καθαρά συμπαθητική ματιά, γιατί με ενδιαφέρει περισσότερο να το δω κάπως κοινωνιολογικά (οσο μπορεί το φτωχό μυαλό μου να το αναλύσει):

Ενας λευκός νεαρός γεννιέται μέσα στην δεκαετία του ’30 και του μεγάλου οικονομικού κραχ σε μια πολιτεία του Αμερικάνικου Νότου.

Η οικογένειά του είναι φτωχή και ο πατέρας του πάει για λίγο φυλακή κιόλας, για μια μικρο απάτη που έκανε για να εξασφαλίσει το φαϊ της οικογένειάς του.

Σημαντικό ρόλο, στην υπόλοιπη ζωή του Elvis, θα παίξει ακόμα ο θάνατος του αδερφού του, Jesse Garon Presley, ο οποίος γεννήθηκε νεκρός 35 λεπτά πριν τον Elvis.

Επειδή σήμερα έχουμε στο μυαλό μας μια εικόνα για τον Αμερικάνικο Νότο στην οποία υπάρχουν απο την μία οι φτωχοί Αφρο-Αμερικάνοι κι απ την άλλη οι ρατσιστές λευκοί, να προσθέσω εδω και μια τρίτη ομάδα ανθρώπων, τους φτωχούς λευκούς, οι οποίοι είναι στο ιδιο οικονομικό επίπεδο με τους Αφρο-Αμερικάνους.

Ολοι αυτοί οι φτωχοί, ανεξάρτητα απο χρώμα, συναναστρέφονται ο ενας τον άλλον, είναι φίλοι μεταξύ τους, διασκεδάζουν στα ιδια μέρη και πάνε στις ιδιες εκκλησίες.

Οι λευκοί ρατσιστές όμως, όπως δεν γουστάρουν τους φτωχούς Αφρο-Αμερικάνους, ετσι  δεν γουστάρουν και τους λευκούς που κάνουν παρέα μαζί τους.

Μάλιστα οι διαφυλετικοί γάμοι απαγορεύονταν δια νόμου σε κάποιες πολιτείες του Νότου, μέχρι που καταργήθηκαν το 1967.

Οποιος ενδιαφέρεται, μπορεί να δεί την ταινία “Loving” του 2016 η οποία αναφέρεται στο τι τράβηξε το ζεύγος Richard Loving (λευκός) και Mildred Jeter (Αφρο-Αμερικανή) απο το 1958 που παντρεύτηκαν κρυφά, ως το 1967 οπότε και αναγνώρισε τον γάμο τους το Ανώτατο Δικαστήριο και κατάργησε την απαγόρευση των διαφυλετικών γάμων στην πολιτεία της Βιρτζίνια.

Επειδή ζούμε σε μια άλλη χώρα και σε μια άλλη εποχή, μας είναι δύσκολο να κατανοήσουμε τις συνθήκες ζωής αυτές της κοινωνικής τάξης – μιας και μιλάμε για ανθρώπους και των δύο φυλών, νομίζω πως αυτός είναι ο σωστός ορισμός:  «τάξη» και πραγματικά αυτήν θεωρώ εργατική τάξη σε αυτές τις Αμερικάνικες πολιτείες. Το φτωχότερο μάλιστα επίπεδό της.

Επειδή το ζήτημα με ενδιαφέρει, γι αυτό γράφω και αυτο το κείμενο, για να δείξω τι απέφερε το μουσικό συνταίριασμα Αφρο-Αμερικάνικης μουσικής (που το σύστημα είδε έντρομο να προσελκύει το νεανικό κοινό των λευκών) και ενός λευκού μουσικού (ο οποίος ηταν αποδεκτός λόγω χρώματος και προωθήθηκε ωστε να γίνει οικονομική πηγή ενα πρωτοεμφανιζόμενο αγοραστικό κοινό, οι έφηβοι).

Για να διευκρινίσω λίγο την κατάσταση: πριν την εμφάνιση του rock’n’roll η πλειοψηφία των λευκών αγοριών και κοριτσιών, άκουγε μέσα στο σπίτι την μουσική που ήταν στα γούστα του πατέρα τους.

Στα τέλη της δεκαετίας του ’40 και στις αρχές της δεκαετίας του ’50 σημειώθηκαν αξιοσημείωτες εξελίξεις στην δισκογραφία, και κυρίως η εμφάνιση, το 1948, των δίσκων βινυλίου 33 1 / 3 στροφών, που αντικατέστησαν κείνους των 78 στροφών.

Το rock’n’roll στα μέσα της δεκαετίας του ’50 πλασαρίστηκε (και ήταν) ως νεανική μουσική.

Απευθυνόταν στους teenagers και έτσι έκανε την νέα γενιά να πάρει το χαρτζιλίκι της και να αρχίσει να το ξοδεύει σε δίσκους της δικής της, πλέον, μουσικής, ανοίγοντας έτσι μια νέα αγορά και ενδυναμώνοντας την μέχρι τότε μουσική βιομηχανία.

Οταν μιλάμε για μουσική βιομηχανία, σε εκείνα τα χρόνια, θα πρέπει να βάλουμε στο μυαλό μας οτι μιλάμε για αχαρτογράφητα νερά, και πως ακόμα και τα συμβόλαια εκείνης της εποχής, ήταν σε πολύ πρωταρχικό στάδιο, αρκεί μόνο να σκεφτεί κανείς οτι αν και οι Rolling Stones σχηματίστηκαν το 1962, πληρώθηκαν τα πρώτα 2000 δολάρια απο τις πωλήσεις των δίσκων τους, μόλις το 1965, χρονιά δηλαδή, που έβγαλαν το τρίτο, τέταρτο και πέμπτο άλμπουμ τους.

Το rock’n’roll όμως ήταν η εξέλιξη του blues των μαύρων, η πρόσμιξη τoυ με την country-western, με κάποια στοιχεία απο την jazz κλπ κλπ.

Η υποτυπώδης (σε σχέση με το τι έγινε στο μέλλον) μουσική βιομηχανία όμως, είδε με τρόμο του λευκούς νέους έφηβους να ακούν την μουσική των μαύρων και προσπάθησε με διάφορους τρόπους να στρέψει τα παιδιά προς λευκούς καλλιτέχνες.

Δεν ήταν μόνο το οτι οι λευκοί ιδιοκτήτες των εταιριών αυτών έχαναν λεφτά, ήταν και ρατσιστικό το ζήτημα…

Το έργο αυτό ανέλαβε κυρίως το Αμερικάνικο παράρτημα της δισκογραφικής εταιρίας Decca Records, η οποία ξεκίνησε απο το Λονδίνο αλλά οι ιδιοκτήτες της προτίμησαν να ξεφορτωθούν τις μετοχές τους βλέποντας πως έρχεται ο πόλεμος και να επιστρέψουν στην Αγγλία.

Το 1939, η πρόσφατα ανεξάρτητη αμερικανική Decca αντιπροσώπευε πάνω από το ένα τρίτο των πωλήσεων των δίσκων στις ΗΠΑ και έφτασε να κόβει περίπου 135.000 αντίτυπα δίσκων την ημέρα.   Με καλλιτέχνες όπως οι The Sisters Andrews, Bing Crosby και Billie Holliday, η Αμερικανική Decca βγήκε απο τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο ως μια εξαιρετικά επιτυχημένη και εδραιωμένη εταιρεία. Το 1952 έγινε μέρος της Universal-International, που  το 1962 έγινε μέλος της MCA και ολα αυτά κατέληξαν στο Universal Music Group.

Το 1954 η Decca άρχισε να υπογράφει λευκούς καλλιτέχνες οπως ο Bill Haley & His Comets, ενα hillbilly συγκρότημα, με σκοπό να τραβήξει το κοινό των νεαρών λευκών απο την μαύρη μοσυική…

(Oι Rolling Stones ανήκαν στο δυναμικό της Decca απο το 1964 μέχρι το 1970 και το Sticky Fingers ήταν το πρώτο άλμπουμ που κυκλοφόρησαν στην δική τους εταιρία, το 1971.)

   Τώρα, εαν ενδιαφέρεστε να μάθετε τις συνθήκες ζωής εκείνων των Αφρο-Αμερικανών του Νότου, στα μέσα με τέλη της δεκαετίας του ’50 οπότε και εμφανίζεται ο νεαρός Elvis Presley,  αναζητήστε ενα μικρό βιβλίο, γραμμένο απο τον Αμερικάνο δημοσιογράφο John Howard Griffin με τίτλο “Black Like Me”.

Ο Griffin, όντας λευκός, τόλμησε στην δεκαετία του ’50 να μεταμορφωθεί με διάφορα τεχνάσματα σε μαύρο και να ζήσει για ενα χρονικό διάστημα, περίπου έξι μηνών, στις πολιτείες του βαθύ Αμερικάνικου νότου (Louisiana, Mississippi, Alabama και Georgia) με σκοπό να καταγράψει την καθημερινότητα και να κατανοήσει την ψυχολογία ενός άνεργου μαύρου άντρα.

Ηταν μια εμπειρία που άλλαξε και τον ιδιο μέσα του και που οταν εκδόθηκε το βιβλίο του δέχθηκε τόσες απειλές που πήρε την οικογένειά του και εγκατέλειψε τις ΗΠΑ.

Και επιστρέφω στον Presley.

Μέσα απο την καθημερινή τριβή του λευκού αγοριού με τα gospel τραγούδια της εκκλησίας (οσο και αν δεν υποστηρίζω την θρησκεία μπορώ να κατανοήσω πως τα τραγούδια που με πάθος έλεγαν τις Κυριακές οι πιστοί σε αυτές τις λειτουργίες ήταν ένας έντονος τρόπος έκφρασης/ψυχικού ξεφορτώματος ακόμα και διασκέδασης για τους φτωχούς) μπήκαν βαθειά στην ψυχή του.

Τα βράδια ο νεαρός Presley πήγαινε πίσω απο τα μπαρ που διασκέδαζαν οι μαύροι, οπως το μπάρ Flamingo Room, οπου άκουγε και μελετούσε την ζωντανή μουσική πού έπαιζαν εκεί, μουσικοί όπως οι BB King, Rufus Thomas, Johnny Ace, Bobby “Blue” Bland

Η ιστορία της εξέλιξής τού Presley είναι γνωστή και για όποιον θέλει να περάσει ευχάριστα 2+1= τρεις και κάτι ωρίτσες απο την ζωή του με country, blues και rock’n’roll μπορεί να δει το “Elvis Presley – The Searcher”.

Βλέποντάς το όμως, μέσα απο την δική μου σκοπιά, σκεφτόμουν πως αν δεν υπήρχε ο Presley, μάλλον δεν θα ακούγαμε ροκ όσοι απο εμας ακούνε.

Σε καμμιά μορφή της…

Πως θα ηταν λοιπόν μια ζωή χωρις, Beatles, Rolling Stones, Black Sabbath, Sex Pistols, Motorhead και όλους αυτους?

(Παρεμπιπτόντως υπάρχει ενα ωραίο μυθιστόρημα με τίτλο “Liverpool Fantasy” το οποίο μιλά για έναν κόσμο δίχως τους Beatles…)

Υπήρχαν και άλλοι που έπαιζαν rock’n’roll την εποχή που εμφανίστηκε ο Presley, αλλά είτε δεν ήταν λευκοί είτε ήταν, αλλά δεν είχαν όλο αυτό το background. αυτές τις γνώσεις σχετικά με τη μαύρη μουσική που είχε αποκτήσει ο Presley λόγω της τριβής του με τους φτωχούς Αφρο-Αμερικάνους.

Ίσως δεν ήταν τόσο τυχεροί όσο ο Elvis…

Elvis & Brook Benton

Στην τελική, υπήρξαν κι άλλοι που έπαιξαν rock’n’roll, αλλά μόνο ο Presley είχε τις διαστάσεις του # 1, του “βασιλιά”.

Ναι, έπαιξε μαύρη μουσική, αλλά υπήρχαν διάφοροι τρόποι για να τον προωθήσουν οι εταιρίες στην αγορά και να τον δεχτούν οι οικογένειες των λευκών: ήταν ένα «καλό» παιδί απο τον Νότο, που αγαπούσε τη μητέρα του και ήταν επίσης θρησκευόμενος.

Ναι, ίσως να κουνούσε τους γοφούς του λίγο παραπάνω, αλλά με κάθε κούνημα της λεκάνης του Presley, εγραφε εισπράξεις το ταμείο της εταιρείας του μανατζερ, του συναυλιακού χώρου… ολοι έβγαζαν λεφτά.

Η ουρά ολων αυτων που έβγαζαν λεφτά απο ενα 19χρονο λευκό αγόρι που έπαιζε μαύρη μουσική ήταν ατελείωτη.

Η επιρροή του πέρασε τον ωκεανό και χτύπησε το νησί απέναντι κάνοντας τους νεαρούς Αγγλους μουσικούς να μπαίνουν κρυφά στο τελωνείο τα βράδια.

Εκεί άνοιγαν τις κούτες με τους εισαγόμενους rock’n’roll δίσκους απ την Αμερική, μάθαιναν να παίζουν τα νέα τραγούδια και τα παρουσίαζαν σαν δικά τους την επόμενη βραδιά στο κλάμπ. (Το ίδιο, περίπου, έκαναν χρόνια αργότερα και οι Metallica)

Ετσι ξεκίνησε το Mersey Beat στο Λίβερπουλ, οι Beatles, οι Rolling Stones και έφτασε αυτή η μουσική σε εμένα και σε εσένα, πέρα απο βουνά και ερήμους.

Αυτή η μουσική έγινε η βάση για να γραφτούν στίχοι πολιτικοί, φιλοσοφικοί, θρησκευτικοί ή απλά ερωτικές εξομολογήσεις σε όλες τις γλώσσες του κόσμου.

Κάποιοι έγιναν γονείς με αυτή την μουσική ενω άλλοι την ακούνε και κλαίνε γιατι την μοιράζονταν με κάποιον που δεν είναι πλέον μαζί.

Ισως τώρα να είναι προφανής η οπτική μέσα απο την οποία είδα αυτό το ντοκιμαντέρ, και ο τρόπος με τον οποίο βλέπω κάθε ντοκιμαντέρ…

 
Leave a comment

Posted by on September 9, 2019 in Documentaries, Rock

 

Tags: , , , , ,

Οι Goodbye Mr MacKenzie, η πρώτη μπάντα της Shirley Manson, ανακοίνωσαν την επανακυκλοφορία του πρώτου τους άλμπουμ

Ένα από τα πιο γνωστά ροκ συγκροτήματα της Σκωτίας, οι Goodbye Mr MacKenzie θα επανακυκλοφορήσουν το πρώτο τους άλμπουμ “Good Deeds and Dirty Rags”. Ορμώμενοι από τη μεγάλη επιτυχία της περιοδείας τους για την επέτειο των 30 χρόνων τους, κάνουν μια επανέκδοση σε βινύλιο και CD το άλμπουμ απο το οποίο ξεκίνησαν όλα. Ο ήχος εχει ξαναμαστεραριστεί και για τα δύο format στα οποία θα κυκλοφορήσει. Η CD έκδοση θα περιλαμβάνει 3 επιπλέον κομμάτια από αυτά τα πρώτα χρόνια, τα οποία δεν συμπεριλήφθηκαν στην αρχική κυκλοφορία.

Στην σύνθεση της μπάντας ήταν ο Martin Metcalfe στα φωνητικά, ο John Duncan στην κιθάρα (έπαιζε στην πρώτη σύνθεση των Exploited απο το 1979 ως το 1984, ως “Big John”), ο Fin Wilson στο μπάσο, η Shirley Manson και η Rona Scobie στα πλήκτρα και στα φωνητικά ενω ο Derek Kelly ήταν στα τύμπανα.

“Αυτή η επανέκδοση του Good Deeds ήταν τόσο μεγάλη έκπληξη για εμάς όσο και για ολους τους άλλους. Πήραμε μια γρήγορη απόφαση να επανασυνδεθούμε τον Ιανουάριο και απο τότε βρισκόμαστε σε περιοδεία. Μας πήρε χρόνο να αποκτήσουμε τα δικαιώματα της επανέκδοσης, αλλά τώρα που τα πήραμε είμαστε πραγματικά ευχαριστημένοι. Στις συναυλίες οι οπαδοί μας φέρνουν τα πάνω – κάτω, τραγουδώντας μαζί μας κάθε λέξη », λέει ο Martin Metcalfe.

Goodbye Mr MacKenzie (1989) – photo by Simon Fowler

Τριάντα χρόνια είναι μισή ζωή πίσω, αλλά αισθανόμαστε πως οι στίχοι μας εξακολουθουν να έχουν σημασία. Δύο τραγούδια, το “Good Deeds” και το “Goodwill City” τελειώνουν με στίχους σχετικά με την ψεύτικη γνώση που μας δίνουν στην εποχή μας και είναι πολύ σχετικά με τα σύγχρονα “fake news”. Αλλα τραγούδια μας, εξετάζουν το φαινόμενο της τότε ανόδου της χριστιανικής δεξιάς στις ΗΠΑ και τον τρόπο με τον οποίο τα ΜΜΕ πληρώνουν τους λογαριασμούς τους εκμεταλλευόμενοι τις τραγωδίες… Όλα αυτά συμβαίνουν και τώρα. Ζούμε σε τρομακτικές εποχές και το αποκαλυπτικό τοπίο του LP φαίνεται να το αντικατοπτρίζει αυτό.”

Το “Good Deeds and Dirty Rags” ήταν το πρώτο album των Goodbye Mr MacKenzi, το οποίο κυκλοφόρησε το 1989. Έφτασε στο νούμερο 16στα chart της Μεγάλης Βρετανίας και η μπάντα γρήγορα προσέλκυσε ενα μεγάλο πιστό ακροατήριο οπαδών βόρεια των Αγγλικών συνόρων. Απίστευτες ζωντανές εμφανίσεις και singles όπως το ‘The Rattler‘ που μπήκε κι αυτο στα 50 πρώτα, στερέωσαν περισσότερο το συγκρότημα στις καρδιές πολλών.

Μια πολύχρωμη και ποικίλη σταδιοδρομία ακολούθησε με την κυκλοφορία άλλων 2 άλμπουμ μέσω μεγάλων εταιριών, μπήκαν κι άλλα singles τους στα Βρετανικά chart, συνεργάστηκαν και ηχογράφησαν με μέλη των Talking Heads και περιόδευσαν κάνοντας συναυλίες με συγκροτήματα όπως οι Blondie, οι Ramones, οι BAD, οι Afghan Whigs, οι Aztec Κάμερα και άλλοι.

Goodbye Mr MacKenzie – photo by Andrew Barr

Όπως αναφέρει η λίστα με τα 50 μεγαλύτερα σκωτσέζικα συγκροτήματα, “Οι MacKenzies άφησαν πίσω από το πιο περίπλοκο και συναρπαστικό αποτύπωμα απο οποιαδήποτε άλλη σκωτσέζικη μπάντα. Στα live ήταν εκπληκτικοί. Ο ηγέτης τους. Ο τραγουδιστής Martin Metcalfe έμοιαζε με MC κάποιου ιδιαίτερα εξωφρενικού θιάσου. Ενώ οι Σκωτσέζοι ομολόγοι τους εμπνέονταν απο την soul και τους Steely Dan, οι MacKenzies έπαιρναν την έμπνευσή τους απο τους Pixies και τους Birthday Party ».

Σχηματισμένοι στο Bathgate, κοντά στο Εδιμβούργο, οι Goodbye Mr MacKenzie εμφανίστηκαν στο προσκήνιο στα τέλη της δεκαετίας του 1980, και υπέγραψαν με την Capitol Records μετά την κυκλοφορία των δύο πρώτων τους singles σε ανεξάρτητες εταιρίες. Αεικίνητοι, κυκλοφόρησαν συνολικά 6 άλμπουμ πριν τελικά μεταμορφωθούν σε Angelfish στις ΗΠΑ με τη σύνθεση των Manson, Metcalfe, Wilson και Kelly και με την  Manson να αναλαμβάνει τα φωνητικά.

Οι Goodbye Mr MacKenzie έδωσαν την τελευταία ζωντανή τους συναυλία στα τέλη του 1995 και η Shirley Manson έφυγε για να κάνει τεράστια επιτυχία με τους Garbage, ενώ οι Martin Metcalfe, Derek Kelly και Fin Wilson επέστρεψαν στη Σκωτία για να σχηματίσουν τους Isa and The Filthy Tongues. Τώρα λέγονται απλά The Filthy Tongues, ένα τρίο που εξακολουθεί ακόμα να ευδοκιμεί. Ο Big John Duncan έγινε τεχνικός των Nirvana και έπαξε κιθάρα μαζί τους στην συναυλία που έδωσαν το 1993 στο Roseland Ballroom, της Νέας Υόρκης, και συνεργάστηκε ακόμα με τους Twisted Sister, τους Foo Fighters και τους Ministry.

Το “Good Deeds and Dirty Rags” θα κυκλοφορήσει μέσω της Neon Tetra Records την 1η Νοεμβρίου. Ενώ μερικά από τα κομμάτια από την αρχική έκδοση κυκλοφορούν στο Spotify, η νέα εκτεταμένη και remastered έκδοση διατίθεται αποκλειστικά από το κατάστημα της μπάντας.

Μετά από μια σειρά από sold-out πρόσφατες εμφανίσεις, οι Goodbye κ. MacKenzie θα κάνουν περισσότερες συναυλίες αργότερα φέτος στη Σκωτία και την Αγγλία. Μέχρι τότε, οι Filthy Tongues φαίνεται επίσης να έχουν μια σειρά από εμφανίσεις τον Σεπτέμβριο.

TRACKLIST
01  Open Your Arms
02  Wake It Up
03  His Masters Voice
04  Goodwill City
05  Candlestick Park
06  Goodbye Mr Mackenzie
07  The Rattler
08  Dust
09  You Generous Thing
10  Good Deeds
11  Open Your Arms (1987 Demo) – bonus track
12  Diamonds (1987 Demo) – bonus track
13  You Generous Thing (1987 Demo) – bonus track

CREDITS
All tracks produced by Mack, except ‘Wake It Up’ produced by Terry Adams
‘Goodwill City’ and ‘Good Deeds’ initial production by Terry Adams, additional production and mixing by Mack
‘Goodbye Mr Mackenzie’ initial production by Kevin Maloney, overdubs by Terry Adams
and additional production and mixing by Mack
‘The Rattler’ production by the Mackenzies, extra production and mixing by Mack
Recorded in Munich , West Germany and Edinburgh, Scotland
Neon Tetra Records. Licensed from Capitol Records/UMusic 2019

Photography by The Douglas Brothers
Sleeve design by Goodbye Mr Mackenzie/Peter Barrett & Andrew Biscomb
2019 Art Refresh by David Wells

Martin Metcalfe – vocals
John Duncan – guitar
Fin Wilson – bass guitar
Shirley Manson – keyboards and backing vocals
Rona Scobie – keyboards and backing vocals
Derek Kelly – drums
Demos produced by Terry Adams 1987
Guitars on demos by Jimmy Anderson
Additional bass on demos by Neil Baldwyn

TOUR DATES 
Sept 12  Aberdeen, Scotland – The Tunnels (as The Filthy Tongues)
Sept 13  Edinburgh, Scotland – The Voodoo Rooms (as The Filthy Tongues)
Sept 15  Dundee, Scotland – Church (as The Filthy Tongues)
Sept 19  Dunfermline, Scotland – PJ Malloys (as The Filthy Tongues)
Sept 20  Glasgow, Scotland – Oran Mor (as The Filthy Tongues)
Nov. 02  Middlesbrough, England – Westgarth
Nov. 08  London, England – Dingwalls (with The Cesarians, Seil Lein)
Nov. 09  Corby, Northamptonshire, England – The Raven
Dec. 20  Glasgow, Scotland – Barrowlands  SOLD OUT

PHOTO CREDITS
New photos by Karen Lamond
Album photo by The Douglas Brothers
Brandenburg Gate promo photos by Martin Becker
Old black and white photo by Andrew Barr
Old colour photo by Simon Fowler
Capitol Records photo by Kate Garner

Keep up with Goodbye Mr Mackenzie
Website | Shop | Facebook | Twitter | Soundcloud | Instagram | YouTube | Apple | Spotify | Press contact

 
 

Tags: , ,

Νικώντας τον θάνατο με την κιθάρα του Wilco Johnson

Στο ντοκιμαντέρ του Julien TempleThe Ecstasy of Wilco Johnson” για το BBC, ο Wilco εξομολογείται πως οταν έμαθε οτι πάσχει απο καρκίνο στο πάγκρεας, ένιωσε μια απελευθέρωση, σχεδόν μια ευφορία, γιατί η απειλή του θανάτου σε κάνει να εκτιμάς την ομορφιά της ζωής.

Γνώριζα για την περιπέτειά του, αλλά στο ντοκιμαντέρ αυτό, αναπτύσσεται όλη η φιλοσοφία του, δοσμένη καταπληκτικά μέσα απο Σαίξπηρικούς μονολόγους και φλερτάροντας με την «Έβδομη Σφραγίδα» του Ingmar Bergman, σε μια ατέλειωτη παρτίδα σκάκι με τον θάνατο.

Ο Wilco Johnson γεννήθηκε το 1947, ως John Peter Wilkinson στο Canvey Island, ενα μικρό νησί 38.000 κατοίκων, περίπου μιά ωρα Ανατολικά απο το Λονδίνο, στην εκβολή του Τάμεση στο Essex.

«Εμαθα κιθάρα προσπαθώντας απεγνωσμένα να αντιγράψω τον Mick Green» τον κιθαρίστα των Johnny Kidd and The Pirates.

Το στύλ παιξίματος του Green ήταν να παίζει ταυτόχρονα ρυθμική αλλά και lead κιθάρα, πράγμα που το ξεσήκωσε και ο Wilkinson.

«Εκείνη την εποχή στα ‘60ς δεν είχα την δυνατότητα να τον δω να παίζει ζωντανά, οπότε προσπαθούσα να μάθω κιθάρα μόνο ακούγοντάς τον. Φαντάζομαι πως αυτό θα πρέπει να κάνει ο καθένας: να προσπαθήσει να αντιγράψει τον τρόπο που παίζει το ίνδαλμα του, να τα παίξει όλα λάθος κι ετσι να δημιουργήσει ενα δικό του στυλ…»

Στα μέσα της δεκαετίας του ’60 ο Wilkinson άλλαξε το όνομά του σε Wilco Johnson και άρχισε να παίζει με μια beat μπάντα που λεγόταν Roomers.

Μετά το σχολείο μπήκε στο πανεπιστήμιο οπου σπούδασε Αγγλική Φιλολογία με ειδίκευση στα Αρχαία Αγγλικά και τα Αρχαία Ισλανδικά (όπου γράφω «αρχαία» εννοώ Old αλλά δεν μου κολάει να τις λέω «παλιές» τις γλώσσες…).

Οταν τέλειωσε με τις σπουδές του, έφυγε για την Goa της Ινδίας οπου έκατσε για ενα-δύο χρόνια και επέστρεψε οταν αρρώστησε απο ηπατίτιδα.

Γυρίζοντας στην Αγγλία, δούλεψε για λίγο ως δάσκαλος σε σχολεία.

«Υπάρχει ενα σημείο στο ντοκιμαντέρ “Oil City Confidential” στο οποίο είμαι με μακρυά μαλλιά και είναι ακριβώς η εποχή που είχα παραιτηθεί απο το σχολείο και διαδηλώναμε γιατι έχτιζαν νέα διυλιστήρια πετρελαίου στο Canvey Island. Αυτό ηταν το στυλάκι μου ως δάσκαλος. Ο μακρυμάλλης χίππυ δάσκαλος…» λέει ο ίδιος γελώντας.

Το “Oil City Confidential” είναι ενα ντοκιμαντερ που γύρισε ο Julien Temple το 2009 για να αφηγηθεί την ιστορία των Dr Feelgood, του συγκροτήματος με το οποίο έπαιξε κιθάρα ο Wilco οταν παράτησε το δασκαλίκι.

Ο Wilco είχε συναντήσει τον Lee Brilleaux το 1972 κι με την πρόσθεση των John B Sparks στο μπάσο και John “The Big Figure” Martin με τον οποίο ο Wilco έπαιζε στους Roomers, δημιουργήθηκαν οι  Dr. Feelgood και άρχισαν να παίζουν στα μαγαζιά του Canvey Island.

O μανατζερ τους, Chris White, κατάφερε να τους κλείσει μερικές εμφανίσεις στην Ολλανδία οπου είχε πάει για εναν γάμο.

Την εποχή εκείνη, δούλευε σε μια τοπική εφημερίδα ο Heinz Burt των Tornadoes.

To 1963 είχε μια δική του επιτυχία, το “Just Like Eddie” το οποίο είχε γράψει για τον Eddie Cochran. Αυτό που είναι “ιδιαίτερο” σε αυτό τραγούδι είναι οτι την κιθάρα είχε ηχογραφήσει ο Ritchie Blackmore που αργότερα έφτιαξε τους Deep Purple

O Heinz λοιπόν ζήτησε απο τους Dr. Feelgood να γίνουν η μπάντα του για μερικές συναυλίες που είχε να κάνει και έτσι το συγκρότημα βρέθηκε το 1972 να παίζει στο γήπεδο του Wembley με τον Bo Diddley, τον Jerry Lee Lewis, τον Little Richard, τον Chuch Berry και τον Bill Haley σε ενα φεστιβάλ που λεγόταν London Rock and Roll Show και στο οποίο συμμετείχαν και οι MC5.

ΕΝΑ ΜΟΥΣΙΚΟ ΕΙΔΟΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΜΟΥΣΙΚΟ

Το pub rock ξεκίνησε οταν τον Μάη του 1971 το τριμελές Καλιφορνέζικο συγκρότημα Eggs over Easy, ζήτησαν να παίξουν στην pub Tally Ho! στο Kentish Town.

Ο ιδιοκτήτης τους είπε πως το μαγαζί παίζει jazz κι εκείνοι του πρότειναν να τους δώσει την ευκαιρία να δοκιμάσουν τα rhythm n blues, rock και pop τραγούδια τους την ωρα του φαγητού και βλέποντας και κάνοντας…

Οι Αγγλοι ενθουσιάστηκαν επειδή «ηταν αυθεντικοί Αμερικάνοι με ενα τεράστιο ρεπερτόριο λες και ήταν ζωντανό juke box» θυμάται ο διοργανωτής των συναυλιών για το Ziggy Stardust του David Bowie, Dai Davis στο ντοκιμαντέρ Punk Britannia, ενω ο μουσικός Nick Lowe (λίγο αργότερα θα έκανε παραγωγές για την Stiff Records με πρώτο και καλύτερο, το ντεμπούτο άλμπουμ των Damned) θυμάται όλο τον κόσμο να χορεύει ασταμάτητα…

Ηταν μια στιγμή επιφοίτησης και ολοι οι μανατζερς και οι μουσικοί πήγαν να δούν τι συμβαίνει με την Αμερικάνικη αυτή μπάντα…

Αυτό έδωσε δουλειές σε ανθρώπους, έστειλε τους μανατζαρέους να ψάχνουν στις παμπ αν υπάρχει κάποιο μεγάλο δωμάτιο για να στήσουν συναυλίες και απο εκεί που ηταν το καταφύγιο κάποιων που το έσκαγαν απο τις γυναίκες τους για να πιουν καμιά μπύρα, τώρα έγινε το μέρος που συχνάζανε όλοι οι πιτσιρικάδες για να πιουν και να χορέψουν.

Τα συγκροτήματα έπαιζαν rock, funk rhythm and blues, οπότε ο όρος pub rock δεν σημαίνει μουσικό είδος αλλά συναυλιακούς χώρους…

Μετά το Tally Ho!, σειρά πήρε το Hope & Anchor το 1972, ακολούθησε το Red Cow στο Hammersmith, το Nashvile και έγινε ο κυριότερος τρόπος για εναν νεο καλλιτέχνη να παρουσιάσει την δουλειά δημόσια.

Ο Wilco θυμάται: «Παίζαμε σε τοπικά μαγαζιά μέχρι που κάποιος μας είπε πως υπήρχαν ενα σωρό pub στο Λονδίνο που είχαν γίνει λαιβάδικα και όλοι οι σοβαροί μουσικοί πήγαιναν εκεί και έπαιζαν. Είχε στηθεί ολόκληρη μουσική σκηνή με τους Kilburn And the High Roads (το πρώτο συγκρότημα του Ian Dury) τους Ace (o Paul Carrack απο αυτούς αργότερα έπαιξε με τους Mike + The Mechanics), τους Ducks Deluxe, κι εμεις στο Canvey Island δεν είχαμε πάρει χαμπάρι. Είχαν ανοίξει τον δρόμο αλλά κι εμείς, αν και ηρθαμε αργότερα, εντελώς άγνωστοι, αρχίσαμε να παίζουμε και γρήγορα γίναμε γνωστοί.»

Το pub rock έβαλε τα θεμέλια για το punk rock που θα ερχόταν σε λίγο.

Μεγάλο μέρος του κοινού αποτελούνταν απο νεαρά άτομα που τις επόμενες χρονιές θα έφτιαχναν punk συγκροτήματα, επηρεασμένοι σε μεγάλο ποσοστό απο την απλότητα και την δύναμη των Dr. Feelgood και το duck walk του Wilco.

Εκεί ειναι που τους βρήκε και ο ραδιοφωνικός παραγωγός Bob Harris και τους προσκάλεσε να πάνε στην εκπομπή του για να παίξουν.

Επειδή μέχρι εκείνη την στιγμή το συγκρότημα έπαιζε μόνο διασκευές, ο Wilco σκέφτηκε να γράψουν και δικό τους υλικό, οπότε έγραψε το “She Does it Right” το οποίο έπαιξαν στο ραδιόφωνο την επόμενη βραδιά.

Φτάνοντας τις 200 ζωντανές εμφανίσεις τον χρόνο, υπέγραψαν με την United Artists και το πρώτο τους άλμπουμ κυκλοφόρησε μονοφωνικό τον Γενάρη του 1975 με τιτλο “Down At The Jetty”.

Ανάμεσα σε αυτούς που τους γούσταραν πολύ ήταν και ο Robert Plant.

Ο Chris White πήγε στην Αμερική για να τους βρεί εταιρία αλλά οι απαντήσεις που πήρε ηταν αρνητικές. Οταν ομως οι Led Zeppelin έκλεισαν μερικές εμφανίσεις στο Earl’s Court, ο Plant κάλεσε τους Dr. Feelgood για να παίξουν την βραδιά που οι Zeppelin θα διοργάνωναν ενα after show πάρτυ.

Εκεί βρέθηκαν ολοι οσοι δούλευαν στην Atlantic Records και το συγκρότημα βρήκε την εταιρία που ήθελε στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.

Οι τέσσερις άντρες που φορούσαν φτηνά κουστούμια και είχαν βγεί απο το Canvey Island στις αρχές των ’70s, γεφύρωναν πλέον το pub rock με το punk rock.

Στο εξώφυλλο του δεύτερου άλμπουμ τους “Malpractice”, η φωτογραφία του Keith Morris δείχνει τέσσερις τύπους που θα μπορούσαν να είναι οι κακοποιοί κάποιας τηλεοπτικής σειράς.

Ο Keith Morris εκτός απο τους Dr. Feelgood, είχε βγάλει μερικές απο τις πιό γνωστές φωτογραφίες του Marc Bolan καί έμεινε γνωστός για τις τελευταίες φωτογραφίες που εβγαλε τον Nick Drake λίγο πριν τον θάνατό του.

Στην καριέρα του φωτογράφησε τους Led Zeppelin, Van der Graaf Generator, Janis Joplin, Fairport Convention, Richard Thompson, The Albion Band, B. B. King, Jimi Hendrix, John Cale, Fred Astaire, The Damned, Elvis Costello and the Attractions, Nick Lowe, The Kursaal Flyers και έκανε το εξώφυλλο του “Pictures at an Exhibition” των ELP.

To 1976, το ζωντανά ηχογραφημένο άλμπουμ των Dr. Feelgood “Stupidity” πήγε στο νούμερο 1 του Αγγλικού chart. Η πρώτη πλευρά είναι ηχογραφημένη τον Νοέμβριο του ’75 στο Kursaal του Southend και η δεύτερη τον Μάη του ιδιου χρόνου στο Sheffield.

Οι συνεχείς συγκρούσεις όμως ανάμεσα στον Wilco και τον Lee Brilleaux με τους υπόλοιπους, είχαν σαν αποτέλεσμα να απολυθεί απο το συγκρότημα τον Σεπτέμβριο του 1977 ο πρώτος, αμέσως μετά την κυκλοφορία του single “Sneakin’ Suspicion” το οποίο μπήκε κι αυτό στo chart.

Αμέσως σχημάτισε τους Solid Senders, με τον πληκτρά John Potter, τον μπασίστα Steve Lewins, και τον ντράμμερ Alan Platt για να κυκλοφορήσουν το 1978 το μοναδικό ομώνυμο άλμπουμ τους.

Στην συνέχεια έκανε τους Wilko Johnson Band με τους οποίους έπαιξε στο Hope and Anchor, παίρνοντας μέρος σε ενα punk φεστιβαλ που κράτησε τρεις εβδομάδες και λεγόταν ‘Front Row Festival‘.

Δύο απο τα τραγούδια που έπαιξε με τους Wilko Johnson Band (το “Dr. Feelgood” και το “Twenty Yards Behind“) συμπεριλήφθηκαν σε ενα διπλό άλμπουμ με ηχογραφήσεις απο αυτο το φεστιβάλ, το οποίο έφτασε ως το νούμερο 28 στο chart.

Υστερα άρχισε να σκέφτεται σκέφτεται σοβαρά να τα παρατήσει όλα και να επιστρέψει στο Πανεπιστήμιο για το διδακτορικό του στην Αγγλοσαξωνική ποίηση ωστε να γίνει κάποια μέρα καθηγητής πανεπιστημίου.

Οταν όμως ο πληκτράς του Ian Dury, Chaz Jankel, εγκατέλειψε τους Blockheads, ο Dury, που γνώριζε τον Wilco απο την εποχή του pub rock, πήγε μαζί με τον σαξοφωνίστα του, Davey Payne και έπεισαν τον Wilco να προσχωρήσει στο συγκρότημα.

Ετσι, το 1980, μόλις ο πληκτράς Mick Gallagher επέστρεψε απο την Αμερικάνικη περιοδεία των Clash, ξεκίνησαν οι πρόβες για το Laughter, το τρίτο αλμπουμ των Ian Dury & The Blockheads.

Ηταν το τελευταίο που έκανε το συγκρότημα για την Stiff Records και θα περνούσαν αρκετά χρόνια μέχρι ο Dury να ξανακάνει άλμπουμ με τους Blockheads.

«Ηταν το 1979 με 1980 οταν κάναμε περιοδεία στην Αυστραλία με τον Ian Dury και τους Blockheads. Φτάσαμε στο ξενοδοχείο και βουηζαν τα κεφάλια ολων μας απο το jet lag. To ξενοδοχείο είχε πισίνα και άραξα και κοιτούσα τα αστέρια. Πολλά αστέρια με πολλά χρώματα. Υστερα κατάλαβα πως ηταν πυγολαμπίδες και συνειδητοποίησα πως δεν έχω ιδέα απο αστρονομία. Τωρα πιά, έχω ενα τηλεσκόπιο στην ταράτσα μου…»

O Wilco θα γνωριστεί και θα γίνει φίλος με τον μπασίστα του συγκροτήματος, Norman Watt-Roy.

To 1983 έκανε ενα νέο συγκρότημα με τον αρμονικίστα Lew Lewis, κυκλοφόρησαν ενα σιγκλάκι και οταν έμαθε πως οι Clash εδιωξαν τον Topper Headon, τον πήρε στο σχήμα και βγήκαν για live στο Marquee, στο Reading Festival και σε μερικές ακόμα εμφανίσεις.

Το 1984 ξανασχημάτισε τους Wilko Johnson Band και έβγαλε μια σειρά απο άλμπουμς.

Συμμετείχε ακόμα και στο “Que Sera Sera” το άλμπουμ που έβγαλε το 1985 ο Johnny Thunders.

Την δεκαετία του ’80, του ’90 και μέσα στη νέα χιλιετία, συνέχισε να εμφανίζεται ζωντανά στην Βρετανία, την Ευρώπη και την Ιαπωνία οπου έπαιξε πέντε φορές.

Το βραβευμένο ντοκυμαντέρ που έκανε ο Julien Temple το 2009 με τίτλο “Oil City Confidential” επανέφερε στην επικαιρότητα τόσο τους Dr. Feelgood οσο και τον Wilco Johnson..

Η καριέρα του πήρε μια διαφορετική πορεία οταν το 2010 του έδωσαν τον ρόλο του μουγκού εκτελεστή Ilyn Payne στην τηλεοπτική σειρά Game of Thrones. Επαιξε σε τέσσερα επεισόδια τα οποία προβλήθηκαν το 2011 και το 2012.

Την ιδια χρονιά ο Wilko και η βιογράφος του Zoë Howe εξέδωσαν το βιβλίο ‘Wilko Johnson: Looking Back At Me’.

To 2012 διαγνώσθηκε σε τελικό στάδιο παγκρεατικού καρκίνου αλλά παρά τις προβλέψεις των γιατρών, μετά απο μια εγχείρηση, το 2013, αποδείχθηκε πως γλύτωσε.

Το 2014 κυκλοφόρησε το άλμπουμ “Going Back Home“, σε συνεργασία με τον Roger Daltrey των Who το οποίο έφτασε στο νούμερο 3 των Βρετανικών charts. Οι δυό τους αποφάσισαν να δουλέψουν μαζί στο άλμπουμ όχι μόνο επειδή και οι δύο είναι φανατικοί θαυμαστές των Johnny Kidd and The Pirates, αλλά καθώς όλοι πίστευαν ότι ο Wilko θα πεθάνει από τον καρκίνο, σκέφτηκαν πως καλό θα ήταν να βιαστούν να το ηχογραφήσουν γιατί ολο έλεγαν να το κάνουν και δεν το είχαν κάνει ποτέ… Επίσης στο άλμπουμ παίζουν ο Norman Watt-Roy και ο Dylan Howe οι οποίοι είναι τα δύο μέλη των Wilko Johnson Band , o  αρμονικίστας Steve ‘West’ Weston και ο χαμοντίστας Mick Talbot των Style Council.

Το 2016 εκδόθηκε μια δεύτερη βιογραφία του με τίτλο ‘Don’t You Leave Me Here’, ενω πέρσι οι Wilco Johnson Band κυκλοφόρησαν το άλμπουμ “Blow Your Mind”.

Εδω μπορείτε να δείτε “Την Εκσταση του Wilco Johnson” σε σκηνοθεσία Julien Temple…

 

.

 
Leave a comment

Posted by on August 23, 2019 in Rock

 

Tags: , , , , , , ,

Πως γυρίστηκε το Easy Rider

Τον θάνατο του ηθοποιού, συγγραφέα και σκηνοθέτη Peter Fonda, σε ηλικία 79 ετών ανακοίνωσε χτές στους New York Times ο manager του, Alan Somers.

Σκέφτηκα να βάλω εδω ως φόρο τιμής στον Fonda, ενα ντοκιμαντέρ σχετικά με το πως φτιάχτηκε το Easy Rider, την ταινία με την οποία θα μείνει στην μνήμη ολων εκείνων που δεν τον γνώρισαν απο κοντά…

Ο Fonda ήταν ο γιος του ηθοποιού Henry Fonda και ο μικρότερος αδερφός της ηθοποιού και ακτιβίστριας Jane Fonda. Η κόρη του, Bridget Fonda, έχει επίσης πρωταγωνιστήσει σε αρκετές ταινίες. Ο πρώτος ρόλος του Peter Fonda ήταν αυτός του Dr. Mark Cheswick στην κωμωδία του Harry KellerTammy and the Doctor” του 1963. Εκανε δεκάδες ταινίες.

Το “Easy Rider”, το οποίο συνέγραψε με τον Dennis Hopper και τον Terry Southern ακολουθεί τους τσοπεράδες Wyatt (Fonda) και Billy (Hopper) καθώς ταξιδεύουν από το Λος Άντζελες στη Νέα Ορλεάνη, γνωρίζοντας στην πορεία τους ασυνήθιστους χαρακτήρες στην πορεία.

 
Leave a comment

Posted by on August 17, 2019 in Documentaries, Rock

 

Μερικά πράγματα για τους Hawkwind και το νέο τους άλμπουμ

Αν θυμάμαι καλά, ήταν το 1991 όταν είδα τους Hawkwind να παίζουν ζωντανά στο Ρόδον, στην Αθήνα.

Θα πρέπει να ήμασταν 500-600 άτομα στο κοινό και πολλοί το σχολιάζαμε μετά, πως ήμασταν πολύ λίγοι για ένα τόσο ιστορικό συγκρότημα.

Δύο απο τα μέλη τους που έπαιξαν εκείνη την βραδιά, ο ιδρυτής του συγκροτήματος, κιθαρίστας , τραγουδιστής και πληκτράς, Dave Brock και ο τρομερός ντράμερ Richard Chadwick, ο οποίος προσχώρησε στην μπάντα απο το 1988, είναι ακόμα στην σύνθεση.

Μαζί τους απο το 2008 είναι και ο μπασίστας και πληκτράς Niall Hone με τον κιθαρίστα  και τραγουδιστή Magnus Martin.

Οι Hawkwind φτιάχτηκαν το 1969 στην κεντρική Αγγλία και άνοιξαν τον δρόμο για το space rock.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες από το σχηματισμό τους, είχαν δημιουργήσει ενα καλό όνομα στο κύκλωμα των φεστιβάλ και έπαιζαν ζωντανά χωρίς χρέωση, οπουδήποτε μπορούσαν. Μέχρι τη στιγμή της κυκλοφορίας του άλμπουμ τους ‘X In Search Of Space‘ το 1971, είχαν γίνει ηδη γνωστοί για την θεατρικότητα των συναυλιών τους, οι οποίες φημίζονται για το light show, την κατανάλωση LSD και για (μεταξύ 1971-75) την γυμνή Ιρλανδή χορεύτρια Stacia Blake.

Το συγκρότημα φλερτάρισε αρκετές φορές με το folk rock, την heavy metal, το new wave, την ambient και την techno.

Απο τις τάξεις του πέρασαν μουσική όπως ο Lemmy (ο οποίος θα πήγαινε κατόπιν θα έκανε μεγάλη πορεία με τους Motörhead, όνομα που χρησιμοποίησε απο ενα τραγούδι που ειχε ο ιδιος γράψει για τους Hawkwind), o Ginger Baker των Cream και ο συγγραφέας και πατέρας της Βρετανικής επιστημονικής φαντασίας, Michael Moorcock.

Αυτές τις ημέρες, η Cheery Red Records ανακοίνωσε πως ο τιτλος του νέου άλμπουμ των Hawkwind,  είναι “All Aboard The Skylark”.

Πρόκειται για το 32ο άλμπουμ των Hawkwind και με εννέα νέα τραγούδια, σηματοδοτεί την επιστροφή τους στον space rock ήχο.

Θα κυκλοφορήσει σε διπλό CD στις 25 Οκτωβρίου 2019 και οποιος θέλει μπορεί να το προπαραγγείλει απο ΕΔΩ.